- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Υποφέρω, άρα υπάρχω»: Παρουσίαση του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη
Το πρόσφατο βιβλίο του Πασκάλ Μπρυκνέρ με τίτλο «Υποφέρω, άρα υπάρχω» και υπότιτλο «Πορτρέτο του θύματος ως ήρωα» κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Ανδρέα Παππά. Ο γνωστός Γάλλος συγγραφέας επανέρχεται με αιχμηρό τρόπο στο φαινόμενο της σύγχρονης κουλτούρας της θυματοποίησης, αντιπαραβάλλοντας την ιστορική υπόσχεση του Διαφωτισμού —που στήριξε την ανθρώπινη χειραφέτηση στην ορθολογικότητα, την ατομική ευθύνη και την πρόοδο— με αυτό που ονομάζει «κοινωνία του θρήνου».
Από το «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» περνάμε στο «Υποφέρω, άρα υπάρχω»: η επίδειξη του τραύματος, του πόνου ή της αδικίας μετατρέπεται σε διαπιστευτήριο ηθικής υπεροχής και κοινωνικής αναγνώρισης. Ο σύγχρονος άνθρωπος κραδαίνει την ιδιότητα του θύματος, την οποία δεν φαίνεται πλέον να θεωρεί κατάσταση που πρέπει να ξεπεραστεί ή να αποκατασταθεί: το αντιληπτό ή πραγματικό θύμα ενδύεται αυτή την ιδιότητα ως μόνιμη κοινωνική ταυτότητα, από την οποία απορρέουν κύρος, σεβασμός και, συχνά, εξουσία.
Ο Μπρυκνέρ παρατηρεί ότι οι νέες γενιές ανατρέφονται σαν snowflakes, για να επιδεικνύουν υπερευαισθησία, φόβο και μνησικακία εναντίον οποιουδήποτε τους πηγαίνει κόντρα. Όπως είναι γνωστό, σε πολλά πανεπιστήμια είναι κολάσιμες πράξεις της καθημερινότητας που μπορούν να πυροδοτήσουν δυσαρέσκεια και ψυχική ένταση. Δεδομένων αυτών των νέων συνθηκών, ο Μπρυκνέρ αναρωτιέται πώς θα αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα προβλήματα του πλανήτη. Ο σημερινός άνθρωπος-θύμα είναι στραμμένος στον ίδιο του τον εαυτό και στις ταυτοτικές του αναζητήσεις, οι οποίες είναι, εντέλει, πολιτικά και κοινωνικά αδιάφορες.
Η επιθυμία ηρωοποίησης που χαρακτήριζε τον 19ο και τον 20ό αιώνα τείνει στις μέρες μας να αντικατασταθεί από την επιθυμία θυματοποίησης. Αυτή η εξέλιξη έχει τριπλή αφετηρία: τη διακαή επιθυμία για ευδαιμονία, που μετατρέπεται σε εμμονή με τη δυστυχία, την «επικράτεια της οδύνης» που επεκτείνεται σε νέα πεδία και το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς αντιθέσεις, το οποίο, επειδή αδυνατεί να γίνει πραγματικότητα, γεννά τάσεις απογοήτευσης και ματαίωσης, επηρεάζοντας τον ανθρώπινο ψυχισμό.
Με άλλα λόγια, η ιδεολογία της θυματοποίησης μειώνει την αντοχή του μέσου πολίτη απέναντι σε οτιδήποτε δυσάρεστο ή αρνητικό. Επίσης, με πρόσχημα την προστασία των πιο ευάλωτων, ευνοούνται συχνά τα ψευδεπίγραφα θύματα – ενίοτε, μάλιστα, εις βάρος των πραγματικών θυμάτων. Τέλος, όλα αυτά γίνονται άλλοθι για κάθε είδους επιτήδειους που προωθούν τα συμφέροντά τους υπό τον μανδύα της ιδιότητας του θύματος. Κάποτε τα θύματα, άντρες ή γυναίκες, θυσιάζονταν (ρίχνονταν στην πυρά, οδηγούνταν στην κρεμάλα, λιντσάρονταν κτλ.), προκειμένου να καλυφθεί η σχετική απαίτηση της κοινότητας ή, έστω, των περισσότερων πολιτών. Ορισμένες φορές, μάλιστα, τη θυσία τους ακολουθούσε αργότερα η αγιοποίησή τους. Σήμερα παρατηρείται το αντίστροφο: πρώτα αγιοποιούνται κάποιοι και έπειτα θυσιάζονται. Μετά το 1945 και την αποκάλυψη του Ολοκαυτώματος, τον Εβραίο τον ανέβασαν σε βάθρο, για να ακολουθήσει όμως αργότερα η αποκαθήλωσή του, ως κατοίκου του Ισραήλ πλέον, σε συνδυασμό με κατηγορίες εις βάρος του για όλα περίπου τα κακά του κόσμου (ρατσισμό, αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμό κ.λπ.). Από εκλεκτός της ανθρωπότητας ο Εβραίος έγινε καταραμένος, έγινε ο αντίπαλος που πρέπει να αμαυρωθεί, να αποκαθηλωθεί, ώστε να ανέβουν άλλοι στο βάθρο του.
Βρίσκεται σε εξέλιξη ένας άτυπος διαγωνισμός δυστυχίας και συμφορών. Η αλληλεγγύη των απόκληρων τείνει να αντικατασταθεί από μια κακοφωνία που προβάλλει την ιδιότητα του μάρτυρα, του θύματος, τροφοδοτώντας παράλληλα αρνητικά συναισθήματα, όπως η επιθυμία για εκδίκηση και η μνησικακία. Οπαδοί της υπεροχής της λευκής ή της μαύρης φυλής, φανατικοί ισλαμιστές, νοσταλγοί της ανδροκρατίας, οργισμένες νεοφεμινίστριες, δογματικοί οικολόγοι, σλαβόφιλοι που διψούν για εκδίκηση, θιασώτες του νεοοθωμανισμού, όλοι κάνουν λόγο για τη δόξα που χάθηκε ή για κάποια αδικία του παρελθόντος, κατηγορώντας γι’ αυτήν τους αντιπάλους τους, πραγματικούς ή φανταστικούς. Ρώσοι, Τούρκοι, Ιρανοί, Κινέζοι μιλούν για το ένδοξο παρελθόν τους, αυτοαναγορεύονται σε αδικημένους της Ιστορίας, διεκδικούν δυναμικά κάποιου είδους ανακατάκτηση. Ανεξάρτητες χώρες δεν διστάζουν να επικαλούνται το παρελθόν τους ως θυμάτων της αποικιοκρατίας, την ίδια στιγμή που εκείνες εκμεταλλεύονται άλλες χώρες ή καταπιέζουν μειονότητες στο εσωτερικό τους. Ο κάποτε διωκόμενος, όταν έρθει στην εξουσία, μετατρέπεται συχνά σε διώκτη. Όσο περισσότερο αυτοοικτίρεται για το παρελθόν του, τόσο πιο έτοιμος είναι να στραφεί κατά όσων θεωρεί εχθρούς του. Τα δάκρυα οδηγούν στην οργή και στην εχθροπάθεια, η εκδικητικότητα γίνεται εύκολα πολεμοχαρής.
Το μεγαλείο του ανθρωπισμού, γράφει ο Μπρυκνέρ, είναι το μέλημά του για τους ταπεινωμένους και τους απόκληρους. Η θυματοποίηση σαν ένα είδος εκβιασμού βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της προσέγγισης. Στο απόγειό της, αυτή η τάση καταλήγει να αγνοεί όσους πράγματι υποφέρουν και να προβάλλει κάποιους που αυτοχαρακτηρίζονται θύματα, έχοντας επιπλέον στη διάθεσή τους τα απαραίτητα δίκτυα και τους απαραίτητους μηχανισμούς προβολής. Θα μπορούσε έτσι να γίνεται λόγος για σφετερισμό της ιδιότητας του θύματος, ακόμα και για ένα είδος συναγωνισμού για το ποιος είναι πιο κακότυχος, πιο θύμα από τον άλλον. Κάθε γεωγραφικής προέλευσης και κάθε κοινωνικής τάξης επαγγελματίες παρίες κάνουν ολοένα και πιο αισθητή την παρουσία τους στη χώρα μας, και όχι μόνο. Πώς ξεχωρίζει κάποιος τους αυθεντικούς παρίες από τους κίβδηλους;
Τα επιχειρήματα αναπτύσσονται σε τρία μέρη: στο πρώτο μέρος εξετάζεται πώς το μήνυμα του Διαφωτισμού και του 1789, το αίτημα για έναν κόσμο απαλλαγμένο από τον φανατισμό και τη μοιρολατρία, τείνει να αλλοιωθεί από μια κοινωνία μεμψιμοιρίας, αυτομαστίγωσης και, τελικά, παθητικότητας. Στο δεύτερο μέρος αναλύεται το πώς η ιδιότητα του παρία δίνει δυνητικά πρόσβαση ακόμα και στο δικαίωμα να κατηγορούν κάποιοι και να καταπιέζουν άλλους επικαλούμενοι το «τραύμα» τους. Στο τρίτο μέρος παρουσιάζονται τα αρχέτυπα του θύτη και του ήρωα: ο ήρωας και το θύμα, καθένας με τον τρόπο του, τυγχάνουν κατά κανόνα γενικής αποδοχής. Ο πρώτος δίνει στην κοινωνία τη συχνά κλονισμένη αυτοπεποίθησή της· το θύμα επαναθεμελιώνει το κοινωνικό συμβόλαιο αξιοποιώντας τις ρωγμές του. Και οι δύο έχουν ανάγκη από ένα κοινό που θα τους προσφέρει την επιβεβαίωση, την επικύρωση της ιδιότητάς τους.
Γιατί η θυματοποίηση βρίσκει τόσο γόνιμο έδαφος στις σύγχρονες κοινωνίες; Αν και η Δύση διακρινόταν πάντα για τη ροπή της προς τον ηδονισμό, η οδύνη, και γενικά το να υποφέρει κάποιος, ασκεί σήμερα μια παράξενη γοητεία. Κάποτε οι δοκιμασίες θεωρούνταν απλώς συνυφασμένες με την ανθρώπινη συνθήκη· σήμερα χρησιμοποιούνται συχνά για να εντυπωσιάζουν και να ανοίγουν πόρτες. Εξασφαλίζουν ένα είδος διαβατηρίου στον κόσμο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και, κατ’ επέκταση, στον δημόσιο βίο. Το μήνυμα στις μέρες μας τείνει να γίνει: είμαστε όλοι απόκληροι, είμαστε όλοι θύματα, δικαιούμαστε όλοι να θρηνούμε για την κακή μας μοίρα. Το ιδεώδες για τον καθένα μας τείνει να γίνει η ιδιότητα του μάρτυρα, έστω και αν το μόνο μαρτύριο στο οποίο έχουμε υποβληθεί είναι ότι κάποτε γεννηθήκαμε.