- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Οι Έλληνες συγγραφείς και η αγορά του βιβλίου
Η κοινή μοίρα και η ελληνική ιδιαιτερότητα των συγγραφέων μας στην παγκόσμια κοινότητα των εκδόσεων
Πώς επιβιώνουν οι Έλληνες συγγραφείς στη μικρή αγορά βιβλίου στη χώρα μας; Και πόσοι τα καταφέρνουν;
Στα προηγούμενα δύο σημειώματά μας λέγαμε, στο μεν πρώτο, ότι το γράψιμο είναι μια δουλειά που δεν μπορεί να στηρίξει οικονομικά σχεδόν κανέναν, ενώ, στο δεύτερο, αναφέραμε μεταξύ άλλων πόσα λίγα είναι τα χρήματα που βγάζουν στη Βρετανία και στις ΗΠΑ οι επαγγελματίες συγγραφείς. Και στην Ελλάδα; Τι συμβαίνει με τους Έλληνες συγγραφείς στην Ελλάδα;
Στην τερπνή χώρα μας, λοιπόν, τα μεγέθη είναι προφανώς μικρότερα. Όλα. Αν βέβαια δεν αμελήσουμε να εξαιρέσουμε τον αριθμό των νέων τίτλων! Μιλάμε για 10 λογοτεχνικά βιβλία την ημέρα (του Σαββάτου και της Κυριακής συμπεριλαμβανομένων) επί 365 ημέρες τον χρόνο: ποιο να προχωρήσει, και ποιο όχι, σε μια αγορά που το 35% των ανθρώπων δεν έχουν πιάσει ποτέ βιβλίο στα χέρια τους, και τους φαίνεται, και το άλλο 35% διαβάζει (χωρίς απαραιτήτως να τα αγοράζει: κρατήστε το αυτό) πέντε μαξ βιβλία τον χρόνο — πάντως όχι αυτό που ο συγγραφέας του δεν κάνει τούμπες, τροχό και τριπλό άξελ στα σόσιαλ, ακόμη και όταν ΔΕΝ δείχνει ότι κάνει τούμπες, τροχό και τριπλό άξελ.
Ποιο να προχωρήσει, και ποιο όχι, σε μια αγορά που το 35% των ανθρώπων δεν έχουν πιάσει ποτέ βιβλίο στα χέρια τους, και τους φαίνεται, και το άλλο 35% διαβάζει (χωρίς απαραιτήτως να τα αγοράζει) πέντε μαξ βιβλία τον χρόνο;
Γιατί στην πραγματικότητα κάνει και παρακάνει, με τρε κομιλφό τρόπους, ιδίως γλυκαίνοντας τον πόνο του κοινού, είτε τσιμπώντας του το μαγουλάκι με λογής κολακείες, είτε υποστηρίζοντας αιτήματα του Αγίου Λαού (όποια να ’ναι, δεν έχει σημασία, ο Λαός είναι άγιος), είτε βροντοφωνάζοντας «From the river to the sea», είτε ζητωκραυγάζοντας για τα καμένα μαγαζιά στο Παρίσι, είτε εν πάση περιπτώσει λαϊκίζοντας όσο πρέπει να λαϊκίσει μπας και πουλήσει κι αυτός ο καημένος: πάντα μα πάντα πιάνει το κόλπο. Όχι πολύ, και όχι το ίδιο σε όλους. Αλλά πιάνει. Κι αν δεν πιάσει στις πωλήσεις, πιάνει στις παρέες, στα σωματεία, στις επιτροπές και στα συναφή.
Και πες τώρα ότι το βιβλίο σου πουλάει. Όχι πολλά, αλλά πουλάει. Κινείται. Και όμως κινείται. Τι χρήματα θα σου αποφέρει αυτό; Γιατί εσύ μπορεί μεν να το έγραψες για φήμη και σεξ, και πολύ καλά έκανες, αλλά αυτό που στ’ αλήθεια σε νοιάζει είναι η δουλειά, οι απολαβές, το χρήμα, η δυνατότητα να κάνεις την πετριά σου επάγγελμα και να δεις να μπαίνουν λεφτά στον λογαριασμό σου. Αλλιώς θα κατάπινες σπαθιά, δεν θα παιδευόσουν με τις πλοκές, τα σχεδιαγράμματα και τους διαλόγους.
Ας δούμε ένα παράδειγμα:
Έστω λοιπόν ότι έχεις άστρο, και ότι το βιβλίο σου έσπασε το φράγμα τού μπεστ-σέλερ, που στην εποχή μας θεωρείται το μαγικό νούμερο χίλια: παλιά (last year…) ένα μπεστ-σέλερ έπρεπε να περάσει τις δέκα χιλιάδες πωληθέντα αντίτυπα μέσα στο τρίμηνο, άντε εξάμηνο από την έκδοσή του. Χίλια βιβλία λοιπόν, που πωλούνται, ας πούμε, για 15 ευρώ το ένα. Από αυτά, εσύ θα πάρεις —σε έξι μήνες με ένα χρόνο αφότου εκδόθηκε το βιβλίο σου— ένα 10%: αυτό είναι ένα συνηθισμένο και τίμιο ποσοστό για τα δικαιώματά σου. (Αλλά δεν ισχύει για όλους, και δεν ισχύει πάντα. Μπορεί να είναι 9%, ή και 8%. Συχνά, μάλιστα, κανείς αμείβεται από το 501ο πουλημένο αντίτυπο και μετά, και άλλες φορές από το 1.001ο αντίτυπο. Για να μην πούμε ότι κάποιοι, στη φούρια τους απάνω, έχουν ήδη προπληρώσει όλη την έκδοση, ή έχουν συμμετάσχει με ένα ποσοστό στο κόστος της, ή έχουν συμφωνήσει —όλα αυτά αμοιβαίες συμφωνίες είναι, δεν σου βάζει κανένας το μαχαίρι στον λαιμό— να αγοράσουν άμα τη εκδόσει 50-100 κομμάτια για να ’χουν να χαρίζουν σε εχθρούς, φίλους και συγγενείς. Τέτοια και άλλα πολλά γίνονται σε ένα όχι ευκαταφρόνητο κομμάτι της πιάτσας. Όμως άλλη κουβέντα αυτή.
Από αυτά, εσύ θα πάρεις —σε έξι μήνες με ένα χρόνο αφότου εκδόθηκε το βιβλίο σου— ένα 10%: αυτό είναι ένα συνηθισμένο και τίμιο ποσοστό για τα δικαιώματά σου. (Αλλά δεν ισχύει για όλους, και δεν ισχύει πάντα. Μπορεί να είναι 9%, ή και 8%. Συχνά, μάλιστα, κανείς αμείβεται από το 501ο πουλημένο αντίτυπο και μετά, και άλλες φορές από το 1.001ο αντίτυπο.
Με βάση λοιπόν ένα ποσοστό 10% επί της λιανικής τιμής των 15 ευρώ, ο συγγραφέας εισπράττει 1,50 ευρώ ανά πωληθέν αντίτυπο — προ φόρων. Συνεπώς, τα χίλια βιβλία που κατάφερε να πουλήσει το βιβλίο του θα του αποφέρουν κάποια στιγμή ένα ακαθάριστο εισόδημα 1.500 ευρώ. Ήτοι 125 ευρώ τον μήνα. Προ φόρων. Πολύ καλά λεφτά για να πας σε μια ταβέρνα με τους φίλους σου και να τους κεράσεις, τον πρώτο μήνα, και να κάνεις ανάλογες τρέλες τούς υπόλοιπους έντεκα. Γιατί έντεκα; Γιατί εκεί θα τελειώσει το πράγμα. Θα ξαναβγάλεις βιβλίο του χρόνου; Εάν όχι, δεν έχει άλλα λεφτά. Εάν ναι, θα ξαναπουλήσει άραγε και το επόμενο βιβλίο σου χίλια αντίτυπα; Εάν ναι, τιμή σου και καμάρι σου: θα ξαναβγάλεις τους φίλους σου στην ταβέρνα, εφόσον μιλάτε ακόμη, ή εφόσον τούς καταδέχεσαι ακόμη. Εάν όχι… εάν πάλι όχι, δεν θα τους ξαναβγάλεις.
Ή, για να το πούμε διαφορετικά: η αναλογία του απαιτούμενου χρόνου δουλειάς για να γράψεις ένα ρημαδομυθιστόρημα (που κυμαίνεται από τρεις μήνες για τους επαγγελματίες συγγραφείς έως τρία χρόνια για τους ερασιτέχνες — με κάποιες εξαιρέσεις εδώ κι εκεί) προς τα τελικά έσοδα καθιστά τη βιοποριστική εξάρτηση από το γράψιμο πιο σπάνια από πιγκουίνο που δεν γλιστράει στον πάγο. Εξ ου και η πλειονότητα των συγγραφέων στρέφεται, σοφά, σε παράλληλες πηγές εισοδήματος (μισθωτή εργασία, διδασκαλία, δημοσιογραφία, μεταφράσεις, επιμέλειες, γάμο, περίπτερο, εγκληματικές ενέργειες, απαγωγές κ.τ.τ.) ή σε οικογενειακή οικονομική στήριξη, που συνήθως —αν και όχι με βεβαιότητα— σε προφυλάσσει από την τσιμπίδα του νόμου.
Εξ ου και η πλειονότητα των συγγραφέων στρέφεται, σοφά, σε παράλληλες πηγές εισοδήματος (μισθωτή εργασία, διδασκαλία, δημοσιογραφία, μεταφράσεις, επιμέλειες, γάμο, περίπτερο, εγκληματικές ενέργειες, απαγωγές κ.τ.τ.
Είναι κάπως άβολο αν το καλοσκεφτείς (ψέματα: αν ΔΕΝ το καλοσκεφτείς), αλλά οι περισσότεροι συγγραφείς (βασικά: ΟΛΟΙ) είναι σε θέση συνεχίσουν να γράφουν, από καπρίτσιο μεν και από πολλή και ανόθευτη αγάπη για την τέχνη της αφήγησης, αλλά βασικά μόνο και μόνο επειδή έχουν όντως μια άλλη πηγή εισοδήματος. Κάποιος μάλιστα θα έβγαινε στο σημείο αυτό και θα μας έλεγε πως, γιά καθίστε μισό λεπτό — άρα, καίτοι παρουσιάζεται ως πεδίο καθαρής προσωπικής αξίας, η λογοτεχνία έχει ταξικό φίλτρο: ο άνθρωπος που έχει χρόνο, χώρο και οικονομική ασφάλεια γράφει με άλλους όρους από εκείνον που γυρίζει εξαντλημένος από μια δουλειά και γράφει τη νύχτα. Ναι, ΑΚΡΙΒΩΣ έτσι είναι. Και φυσικά η αγορά θα επιβραβεύσει αυτό ή εκείνο το βιβλίο χωρίς να αναγνωρίζει τις άνισες συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε. Κάπως ενοχλητικό;
Από την άλλη, υπάρχει, βέβαια, το παράδειγμα του μπεστ-σέλερ. Πάντα υπάρχει, και πάντα θα υπάρχει. Αυτό όμως είναι η εξαίρεση που παραμορφώνει την εικόνα. Όλοι γνωρίζουν τον συγγραφέα που πούλησε κάποιες δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα, πήρε δικαιώματα μετάφρασης, είδε το βιβλίο του να γίνεται σειρά ή ταινία. Και πολύ, πολύ, πάρα πολύ λιγότεροι βλέπουν την τεράστια βάση της πυραμίδας: συγγραφείς που εκδίδουν αξιοπρεπή, σοβαρά, καλογραμμένα βιβλία, και που στο τέλος εισπράττουν ποσά που αντιστοιχούν σε έναν, βία δύο μισθούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις —μάλλον στις περισσότερες: αλλά δεν έχει σημασία—, ούτε καν κι αυτά. Γιατί η αγορά δεν θα τους μάθει ποτέ, ή δεν θα τους επιβραβεύσει ποτέ. Γιατί έτσι πάει το πράγμα.
* * *
Μιλώντας γενικά, στο προηγούμενο σημείωμά μας είπαμε ότι δεν υπάρχει κάποια ελληνική εξαιρετικότητα στα θέματα του βιβλίου. Και έτσι είναι: όσα συζητάμε εδώ, αφορούν όλους τους συγγραφείς, όλου του κόσμου, Μολαταύτα, η οικεία ελληνική συνθήκη —όπως και κάθε παρόμοιά της— έχει μερικές ακόμη ιδιαιτερότητες. Ας πούμε, οι βιβλιοπαρουσιάσεις δεν πληρώνονται: αν πας να παρουσιάσεις το μυθιστόρημα ενός συναδέλφου, εκ των προτέρων ξέρεις πως ΑΥΤΗ θα είναι και η αμοιβή σου — το ότι θα σε δουν, το ότι το όνομά σου θα γραφτεί στις ηλεκτρονικές προσκλήσεις και στο event στο Facebook, και τέλος. Και πολύ σού είναι. Τα ταξίδια για εκδηλώσεις, παρουσιάσεις, ομιλίες κλπ. καλύπτονται μερικώς ή και καθόλου. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ό,τι μπορούν για να τους ταΐσει τουλάχιστον, αν μη τι άλλο, η τοπική βιβλιοκοινότητα αν πάνε, πες, στον Βόλο ή στην Πτολεμαΐδα, ώστε οι ίδιοι να βάλουν μόνο τις βενζίνες: δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα μεν, όπως ακούμε, αλλά μια χαρά υπάρχει εντέλει — ο Φρίντμαν δεν πήγε ποτέ στην ελληνική επαρχία να παρουσιάσει το βιβλιαράκι του.
Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν ό,τι μπορούν για να τους ταΐσει τουλάχιστον, αν μη τι άλλο, η τοπική βιβλιοκοινότητα αν πάνε, πες, στον Βόλο ή στην Πτολεμαΐδα, ώστε οι ίδιοι να βάλουν μόνο τις βενζίνες.
Οι συνεντεύξεις, επίσης, προσφέρουν μεν μια κάποια ορατότητα, αλλά μόνο οι πολλές μαζί ίσως μετατραπούν τελικά σε κάποιες πωλήσεις, ήτοι εισόδημα. Το ίδιο ισχύει και για τις κριτικές: βοηθούν, αυτό δα έλειπε, αλλά δεν μετατρέπονται σε πωλήσεις παρά μόνο αν είναι πραγματικά πολλές, και επί κάποιο αναγκαίο και ικανό διάστημα. Και, απροπό, όταν λέμε κριτικές, τι ακριβώς εννοούμε; Την παραδοσιακή τους μορφή; Ή μήπως τη σύγχρονη, που 99 φορές στις 100 δεν έχει απολύτως καμία σχέση με κριτική, αλλά ίσως ταιριάζει γάντι με το δικό μας βιβλίο, που έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει στο Βήμα και στην Καθημερινή; Ή κάτι άλλο; Εντέλει, ποιο κοινό μάς ενδιαφέρει; Το απαιτητικό, που εξακολουθεί να διαβάζει χάρτινες κυριακάτικες εφημερίδες και έχει συνδρομή στο The Books’ Journal και στο The New York Review of Books, ή αυτό που σκρολάρει νυχθημερόν στο Instagram και στο TikTok; Ή οι βιβλιοομάδες; Νά το ερώτημα ποιο είναι.
Εντέλει, ποιο κοινό μάς ενδιαφέρει; Το απαιτητικό, που εξακολουθεί να διαβάζει χάρτινες κυριακάτικες εφημερίδες και έχει συνδρομή στο The Books’ Journal και στο The New York Review of Books, ή αυτό που σκρολάρει νυχθημερόν στο Instagram και στο TikTok;
Τέλος, το ξανάπαμε, τα social media επιβάλλουν στον συγγραφέα να γίνει και υπεύθυνος επικοινωνίας του εαυτού του: να αναρτά, να απαντά, να προωθεί, να θυμίζει την ύπαρξη του βιβλίου του, να βγάζει ιστορίες από την κοιλιά του, να φτιάχνει με το ΑΙ φωτογραφία του βιβλίου του στο Σινικό Τείχος, στη Θάλασσα των Σαργασσών ή στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, όπου τάχα το πήγε βόλτα ένας ορκισμένος φαν επειδή το ’χε τάμα στην Παναγιά τη Γοργοεπήκοο, να σκαρφίζεται κάθε Δευτέρα και Παρασκευή νέες βιωματικές σκηνές των οποίων έτυχε μάρτυρας και κεντρικός μικρός ήρως, να γίνεται αδιανόητα φορτικός κλπ. κλπ. Το γράψιμο βγάζει πολλά πλοκάμια πια: γίνεται δημόσιες σχέσεις, γίνεται αυτοπροβολή, διαχείριση κοινού, μόνιμη παρουσία — you name it. Ε, τι να κάνουμε…
* * *
Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι, ΝΑΙ, υπάρχουν και χειρότερα. Στις ΗΠΑ (τη χώρα με τα μεγαλύτερα μπεστ-σέλερ και λονγκ-σέλερ της ιστορίας — χμμ… αν τέλος πάντων βγάλουμε απέξω κάτι Κίνες και κάτι Ινδίες), η παραγωγή αυτοεκδόσεων (e-books οι περισσότερες) έχει γνωρίσει τέτοια και τόση εκρηκτική άνοδο, που βγαίνουν κοντά στα δυόμισι εκατομμύρια νέοι τίτλοι τον χρόνο. Δυόμισι. Εκατομμύρια. Τον χρόνο. Παρά ταύτα, και παρά τον όγκο τους, καρπώνονται συνολικά μόνο το 10% των συνολικών εσόδων, του συνόλου δηλαδή των χρημάτων που δαπανώνται από τα νοικοκυριά για βιβλία. Το υπόλοιπο 90% πηγαίνει στους κάπου 350.000 τίτλους της παραδοσιακής εκδοτικής οδού. Οι αυτοεκδόσεις πουλάνε κατά μέσο όρο 250 αντίτυπα σε όλη τη διάρκεια της κυκλοφορίας τους, και οι 9 στις 10 από αυτές σημειώνουν λιγότερες από 100 πωλήσεις συνολικά — μάλιστα, οι περισσότερες καταγράφουν μονοψήφιο αριθμό πωλήσεων τον πρώτο χρόνο (είναι αυτά τα «αντίτυπα» που κάνει download ο ίδιος ο συγγραφέας). Παράλληλα, αν και οι συγγραφείς επενδύουν το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους σε διαφήμιση, προώθηση και αγορά δικών τους αντιτύπων, το 90% των ενεργειών τους πάει 100% στράφι λόγω του τεράστιου ανταγωνισμού και της υπερπροσφοράς στην αγορά.
Οι αυτοεκδόσεις πουλάνε κατά μέσο όρο 250 αντίτυπα σε όλη τη διάρκεια της κυκλοφορίας τους, και οι 9 στις 10 από αυτές σημειώνουν λιγότερες από 100 πωλήσεις συνολικά — μάλιστα, οι περισσότερες καταγράφουν μονοψήφιο αριθμό πωλήσεων τον πρώτο χρόνο (είναι αυτά τα «αντίτυπα» που κάνει download ο ίδιος ο συγγραφέας).
Αλλά και πάλι: Ε ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ. Ο «Μόμπι Ντικ» εκδόθηκε το 1851 σε κάτι λιγότερα από 3.000 αντίτυπα. Μέχρι τον θάνατο του Μέλβιλ, τέσσερις δεκαετίες μετά, το 1891, είχαν πουληθεί συνολικά περί τα 3.200 αντίτυπα, συμπεριλαμβανομένης της αρχικής παρτίδας και των δύο-τριών λιλιπούτειων ανατυπώσεων που ακολούθησαν. Και ο «Μόμπι-Ντικ» είναι πολύ καλύτερο βιβλίο από τα δικά μας. Από τα δικά μου, σίγουρα: κάπου χίλιες φορές καλύτερο. Αλλά και από τα δικά σας, νομίζω. Όχι και χίλιες, αλίμονο, αλλά μπόλικες.
* * *
Η δυσκολία να βγάλει κανείς χρήματα από τη λογοτεχνία δεν σημαίνει, προφανώς, ότι το γράψιμο είναι μάταιο. Απλώς δεν χρειάζεται να έχουμε αυταπάτες. Το βιβλίο έχει αξία (αυταξία, ενδεχομένως: ωραία λέξη, και γαργαλά χαριτωμένα τη ματαιοδοξία μας), αλλά σπανιότατα την επιστρέφει στον άνθρωπο που το έγραψε. Η συμβολική αναγνώριση δεν πληρώνει τους λογαριασμούς, και σίγουρα όχι το νοίκι. Η αγάπη των αναγνωστών είναι σπουδαία, αλλά δεν συνιστά οικονομικό μοντέλο. Ούτε στην αγάπη του σκύλου μας μπορούμε να στηριχτούμε, εδώ που τα λέμε, για να βγάλουμε τον μήνα. Και, μολονότι η λογοτεχνία παράγει κύρος, συγκίνηση, ιδέες, δημόσιο αποτύπωμα και όλα αυτά τα θαυμαστά, χρήμα παράγει μόνο δύσκολα, μόνο αργά, μόνο άνισα, και μόνο για λίγους και τυχερούς.
Τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό; Τίποτα. Δεν έχει καν σημασία. Ειλικρινά, δεν έχει. Ίσως μονάχα να αγοράζουμε κι από κανένα βιβλίο αν ή όταν θέλουμε πραγματικά να στηρίξουμε έναν συγγραφέα. Edit: Α, και να μην αντιμετωπίζουμε την πειρατεία σαν αθώα ευκολία της τσέπης μας: είναι κλεψιά. Όταν αγοράζεις από δεύτερο χέρι ένα βιβλίο που εμπίπτει στον νόμο περί ενιαίας τιμής, είτε από μια πλατφόρμα είτε από ένα φίλιο βιβλιοπωλείο, ας θυμάσαι ότι εκείνη τη στιγμή ουσιαστικά κλέβεις τον εκδότη και τον συγγραφέα του. Συμβαίνει πολύ συχνότερα από όσο θα πίστευε ή θα ευχόταν κανείς. Ένας βιβλιοπώλης πουλάει σε μένα ένα καινούργιο βιβλίο με την ορισμένη τιμή του (και με την κλασική, 10%, έκπτωση), για π.χ. 15€. Εγώ το διαβάζω, και του το πουλάω πίσω για 10€. Εκείνος το πουλάει, χωρίς απόδειξη, σε έναν τρίτο, για 13€. Ο τρίτος αυτός το διαβάζει, και το δίνει πίσω για 8€. Και ούτω καθεξής. Τα νούμερα είναι ενδεικτικά, αλλά η αλήθεια είναι μία: από όλο αυτό το αλισβερίσι, ο συγγραφέας τού ενός και μοναδικού ταλαίπωρου αυτού αντιτύπου, ταλαίπωρος κι αυτός, θα πάρει τα ποσοστά του άπαξ· το ίδιο και ο εκδότης — επίσης ταλαίπωρος. Στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας αυτό λέγεται «αρχή της εξάντλησης» του δικαιώματος διανομής, αλλά είναι μια αρχή της εξάντλησης τραβηγμένη από τα αραιά μαλλιά των δημιουργών.
Α, και να μην αντιμετωπίζουμε την πειρατεία σαν αθώα ευκολία της τσέπης μας: είναι κλεψιά. Όταν αγοράζεις από δεύτερο χέρι ένα βιβλίο που εμπίπτει στον νόμο περί ενιαίας τιμής, είτε από μια πλατφόρμα είτε από ένα φίλιο βιβλιοπωλείο, ας θυμάσαι ότι εκείνη τη στιγμή ουσιαστικά κλέβεις τον εκδότη και τον συγγραφέα του.
Σε μια μικρή γλώσσα και μια μικρή αγορά, η επιβίωση της λογοτεχνίας στηρίζεται στους εκδότες που επιμένουν, στο κοινό που αγοράζει βιβλία, στα άτομα που δουλεύουν στον χώρο και πέριξ αυτού, και στους ανθρώπους που συνεχίζουν να γράφουν, παρότι οι αριθμοί τούς συμβουλεύουν να κάνουν κάτι άλλο.
Να γεμίζουν κουκλάκια, φέρ’ ειπείν, ή να πάνε το καλοκαίρι σεζόν.
* * *
Η στήλη μας αυτή κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Τετάρτη. Όμως έχουμε κι άλλα! Κάθε Τρίτη πρωί, μας ακούτε στο πόντκαστ για το βιβλίο και την τηλεόραση που κάνουμε με τη Σαπφώ Καρδιακού. Κάθε Παρασκευή, διαβάστε τη στήλη μας «Καλή Ερώτηση»: απαντάμε στα πάντα, με όσο περισσότερη αισιοδοξία και θετική ματιά μπορούμε. Κάθε Σάββατο, βυθιστείτε στο χορταστικό αλμανάκ μας στη Thess Voice. Τις Κυριακές, μιλάμε για το Βιβλίο της Εβδομάδας: μη διαβάσετε μόνο την παρουσίαση, διαβάστε και το βιβλίο! Μη διστάσετε να μας στείλετε μέιλ, αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ.