Βιβλιο

Η έμπνευση, οι ιδέες, η ρουτίνα, και πώς παράγεται πράγματι ένα έργο τέχνης

Η δημιουργία, στην τελική της μορφή, είναι πολύ πιο πεζή από όσο μάς αφήνει να πιστέψουμε ο μύθος της έμπνευσης

Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας - Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση

Η έμπνευση είναι αυτό το ωραίο κάτι που δεν υπάρχει. Γιατί είναι πράγματι κάτι· και πράγματι δεν υπάρχει. Ή, αν θέλεις, υπάρχει όσο υπάρχει και το παρόν — γιατί το παρόν δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει. Είναι μια μάζα καταστάσεων που αυτοσυντρίβονται αιωνίως στον εαυτό τους, χιμώντας στην αχανή χοάνη του χρόνου.

Έτσι και με την έμπνευση.

* * *

Κατ’ αυτά, η έμπνευση είναι κακός εργοδότης. Κακός σύμβουλος. Κακός εραστής. Κακός τα πάντα.

* * *

Η έμπνευση είναι μια ιδέα. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Και οι ιδέες είναι στο σύνολό τους φτηνές. Βασικά, είναι ένα τίποτα. Όλοι έχουμε εκατό καινούργιες ιδέες μέσα στην ημέρα: δέκα κρίκοι ένα τάλιρο, δυο δραχμές η οκά. Οι ιδέες μας είναι φτηνές. Και δεν σημαίνουν τίποτε.

Μάλιστα, ακόμα και όταν μία ιδέα —μετά από έναν μαραθώνιο δρόμο, μετά από ένα τουρνουά τού σούμο— μετασχηματίζεται σε κάτι, πες, χειροπιαστό, και πάλι δεν ήταν αυτή η αρχική ιδέα που μετασχηματίστηκε σ’ αυτό το χειροπιαστό κάτι. Ήταν η ένωσή της με μιαν άλλη ιδέα —εξίσου αβαρή, το ίδιο φτηνή—, και ίσως-ίσως και με μιαν ακόμα: μια τρίτη ιδέα. Μπορεί και με περισσότερες.

Από μόνη της —ό,τι και να μας πει ο Μέλβιλ· που άλλωστε παίζει μαζί μας όπως η μαύρη γάτα με το ποντίκι μέσα στη νύχτα—, καμιά ιδέα δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε τίποτε, πόσο δε μάλλον σε κάτι. Και ποτέ των ποτών σε κάτι τρομερό.

* * *

Οι ιδέες είναι πράγματα που θέλουν στοργή και επιμέλεια, αλλά κυρίως: θέλουν καταγραφή. Αν κάποιος είναι αρκετά τυχερός, θα έχει βέβαια το συνήθειο να σημειώνει κάπου τις ιδέες του. Με τον καιρό και με τη λάτρα, θα έχει επίσης καταλάβει πως από όλες αυτές μαζί, όσο και να τις στύψει, όσο και να τις κοσκινίσει, δεν πρόκειται να βγάλει παραπάνω από μισή ουγκιά χρυσό, και μάλιστα το πολύ 585°, όχι καθαρό.

Όμως είναι τουλάχιστον καταγεγραμμένες: υπάρχουν σε εκείνο το φάιλ, που είναι κρυμμένο σε εκείνο το φόλντερ, που είναι παραχωμένο στο σεντούκι της επιφάνειας εργασίας. Κι αυτό είναι καλό.

Μπορεί να μη σημαίνει τίποτα —και συνήθως πράγματι δεν σημαίνει—, αλλά είναι κάτι.

* * *

Για τον άνθρωπο που δουλεύει με τέτοια πράγματα, οι σημειωμένες ιδέες είναι το κεφάλαιο που έχει επενδύσει —που έχει παίξει— στο χρηματιστήριο· είναι το crypto του. Και ξέρει πως αυτό το ψηφιακό, αόρατο κεφάλαιο δεν είναι κάτι που εξαργυρώνεται αμέσως, ή όποτε το θελήσει αυτός. Είναι άλλου τύπου διαδικασία αυτή που συμβαίνει εδώ. Ο ίδιος, απλώς παρακολουθεί.

Τι παρακολουθεί; Τον αργό μετασχηματισμό της ιδέας του.

Ποιας απ’ όλες; Κάποιας απ’ όλες.

* * *

Μια αρχική ιδέα, ακόμη και αν είναι ένα μικρό θραύσμα (μια εικόνα, ένας ήχος, μια φράση), υπάρχουν φορές που λειτουργεί σαν μαγνήτης. Με υπομονή βραδύποδα το κατακαλόκαιρο, αυτή η πρώτη ιδέα, αυτό το θραύσμα, μπορεί να μεγαλώσει μια στάλα, να φουσκώσει, να βγάλει κεραίες και βεντούζες, και ίσως —ίσως— τύχει να προσελκύσει και άλλες, συγγενείς και μη, μέχρι να αρχίσουν να ενώνονται και να σχηματίζουν κάτι.

Έτσι, ο άνθρωπος που συνηθίζει να δουλεύει με τέτοια πράγματα ίσως αρχίσει να βλέπει εκείνη τη μία ιδέα του, την ξεχωριστή —αλλά μόνο εκ των υστέρων μπορεί να καταλάβει πως ήταν πράγματι ξεχωριστή: όταν τού έρχονται, όλες τού φαίνονται μοναδικές—, να πλέει μέσα σε ένα παράξενο υγρό, μια αρχέγονη σούπα·

και να σχηματίζει απλές, πιο απλές δεν υπάρχουν, οργανικές ενώσεις·

και να ενώνονται κάποιες από αυτές μεταξύ τους σε σύνθετα πολυμερή·

και να αποκτούν την ικανότητα να αντιγράφουν τον εαυτό τους·

και να εγκλωβίζονται, αυτά τα πρώτα μόρια, μέσα σε μεμβράνες ιδεολιπιδίων·

και να κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτοι μονοκύτταροι ιδεοοργανισμοί·

και να γίνονται πιο πολύπλοκοι και να αρχίζουν να αλλάζουν την ατμόσφαιρα του περιβάλλοντός τους·

και να εμφανίζονται ακόμη πιο σύνθετα ιδεοκύτταρα σιγά-σιγά·

και να βρίσκουν τυχαία κάποια άλλα, και να ενώνονται μεταξύ τους κολλώντας τα χείλια τους το ένα στο άλλο.

Τότε, και συνήθως μόνο τότε και όχι πιο πριν, μπορεί να πιάσει δουλειά ο άνθρωπος που του έτυχε να δουλεύει με τέτοια πράγματα.

* * *

Υπάρχει μια εικόνα που η κουλτούρα μας αγαπά ιδιαίτερα: ο δημιουργός μόνος, μπροστά σε ένα παράθυρο, με το βλέμμα χαμένο στο άπειρο, περιμένοντας τη μυστηριώδη στιγμή της έκλαμψης. Η ιδέα θα εμφανιστεί, η μούσα θα κατέβει, το χέρι θα αρχίσει να αποτυπώνει τις σκέψεις. Είναι μια εικόνα ελκυστική και εξαιρετικά ανθεκτική στον χρόνο. Και είναι 100% παραπλανητική. Ένα λάθος, και ένα ψέμα.

Η πραγματική δημιουργική δουλειά δεν μοιάζει ποτέ και σε τίποτε με αυτό το ψευδορομαντικό πρότυπο. Η πραγματική δημιουργική δουλειά συνίσταται στην επανάληψη, στο πρόγραμμα και στην πειθαρχία. Είναι μια δουλειά που γίνεται ακόμη και όταν δεν υπάρχει καμία διάθεση να γίνει. Και τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει διάθεση: σε ποιον αρέσει η δουλειά, έτσι κι αλλιώς; Ποιος την προτιμά από το να κάθεται;

Η πραγματική δημιουργική δουλειά είναι χειρωναξία, ιδρώτας, και πονεμένη μέση.

* * *

Ο δημιουργός ακολουθεί αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα. Ο συγγραφέας, π.χ., θέτει έναν συγκεκριμένο στόχο λέξεων· ξεκινά τη δουλειά από νωρίς το πρωί, πριν ξεκινήσουν οι απαιτήσεις της ημέρας· συχνά, ζει μια σχεδόν ασκητική καθημερινότητα, με σταθερές ώρες εργασίας, ύπνου, και άσκησης.

Και όχι μόνο ο συγγραφέας. Οι πάντες. Κανείς άνθρωπος από αυτούς που η μοίρα το ’φερε να δουλεύουν με τέτοια πράγματα δεν περιμένει να νιώσει έτοιμος.

Ποτέ σου δεν θα νιώσεις έτοιμος. Απλώς θα κάτσεις και θα δουλέψεις.

* * *

Η έμπνευση —για όσους επιμένουν να κυνηγούν το φάσμα της— είναι απολύτως αναξιόπιστη. Μπορεί να εμφανιστεί αργά το βράδυ, όταν έχεις πέσει για ύπνο, πρέπει να ξυπνήσεις νωρίς, και αισθάνεσαι ανίκανος να κουνήσεις καν το μικρό σου δαχτυλάκι· ή μπορεί να σε εγκαταλείψει, κλείνοντάς σου κάθε φορά το μάτι και ανάβοντας το τσιγάρο της, στη μέση ενός έργου με πιεστική προθεσμία.

Εάν κάνεις την αποκοτιά και οργανώσεις τη δημιουργική σου ζωή γύρω από αυτήν, παραδίδεις τον έλεγχο σε έναν ατάσθαλο έφηβο (ατάσθαλος: τι λέξη), σε έναν όλως αστάθμητο παράγοντα. Και δεν υπάρχει χειρότερο επαγγελματικό μοντέλο από αυτό: είτε γράφεις βιβλία, είτε σχεδιάζεις προϊόντα, είτε συνθέτεις μουσική, είτε προσπαθείς να ολοκληρώσεις μια ταινία, ένα επιχειρηματικό σχέδιο ή ένα εικαστικό έργο.

* * *

Το μυαλό μας καταβάλλει ένα γνωστικό τίμημα για κάθε απόφαση. Όσο περισσότερες μικρές αποφάσεις καλείσαι να πάρεις μέσα στην ημέρα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πνευματική κόπωση. Και δεν υπάρχουν αθώα ερωτήματα· είμαστε έρμαια της εκλογίκευσης. «Να δουλέψω τώρα ή αργότερα που θα είμαι πιο ξεκούραστη;» «Μήπως να το αφήσω για αύριο;» «Ας δω ένα reel ακόμη, ή άλλα εκατό το πολύ, δεν θα πάθω τίποτε — σωστά;»

Δεν υπάρχουν αθώα ερωτήματα. Το καθένα τους τρυπά με μια καρφίτσα το λάστιχο του ποδηλάτου μας.

Και δεν υπάρχει παρά μόνο μία λύση γι’ αυτό: η ρουτίνα.

* * *

Η ρουτίνα καταργεί τις διαπραγματεύσεις. Δεν αποφασίζεις εσύ κάθε φορά αν θα δουλέψεις ή πόσο· αυτό έχει ήδη αποφασιστεί. Πάμε παρακάτω.

Σε αθώα μυαλά αυτό ακούγεται άκαμπτο, αλλά φυσικά είναι άκρως απελευθερωτικό. Όταν μιλάμε για τη δημιουργία, δεν υπάρχει τίποτε πιο απελευθερωτικό από τη μείωση της τριβής ανάμεσα στην πρόθεση και στην πράξη.

* * *

Η δημιουργία συνοδεύεται πάντα από εσωτερική αστάθεια: από αμφιβολία, από εκνευρισμό, από μια μουντή αίσθηση ανεπάρκειας, και από πλήξη.

Η ρουτίνα μπορεί μεν να μην τα εξαφανίζει όλα αυτά, αλλά τούς αφαιρεί την εξουσία να αποφασίζουν.

Από εκεί και πέρα, το τι θα κάνεις επαφίεται στον πατριωτισμό σου· εναπόκειται στο φιλότιμό σου· και στηρίζεται στο μέγεθος της φιλοδοξίας σου.

* * *

Η δημιουργία δεν είναι μια συνεχής ροή έμπνευσης. Αυτό δεν συνέβη ποτέ, σε κανέναν. Είναι, κατά κύριο λόγο, διορθώσεις, αποτυχημένες δοκιμές, τεχνικές δυσκολίες, και προβλήματα που φαντάζουν άλυτα για μέρες, για εβδομάδες, ή και για πάντα. Είναι αυτό που πρέπει να κάνεις, να σκίσεις, και να ξανακάνεις από την αρχή. Είναι αυτό που θα περάσει από τα χέρια σου την ώρα της δουλειάς, και όχι την «κατάλληλη στιγμή»: νά ένας κομψός ευφημισμός για την αναβολή.

Περιμένοντας τις ιδανικές συνθήκες —πιο πολύ χρόνο, καλύτερη διάθεση, περισσότερη ησυχία, το σωστό γραφείο, μια άλλη δουλειά, το Τζόκερ—, το έργο παραμένει απλώς μια ιδέα με μουτζουρωμένο μακιγιάζ.

(Πράγμα βέβαια που δεν είναι για θάνατο. Αντιθέτως. Με τα τελειωμένα έργα είναι που έχουμε πρόβλημα).

* * *

Το τέλειο πρόγραμμα δεν υπάρχει· υπάρχει μόνο το πρόγραμμα που τηρείται. Είτε πρόκειται για τρεις ώρες το πρωί, είτε για σαράντα πέντε λεπτά πριν από τη δουλειά που πληρώνει το νοίκι, είτε για μια ωρίτσα πριν πέσεις για ύπνο το βράδυ: δεν έχει σημασία. Η συνέπεια είναι το μόνο εργαλείο του δημιουργού.

Και η βασική του ταυτότητα. Οι ιδέες υπάρχουν παντού —είναι φτηνές, και τις έχουν όλοι: αρμαθιές από δαύτες κρεμασμένες στον λαιμό τους—, όμως η ρουτίνα, η πειθαρχία, η επανάληψη, η επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος, εντέλει η εκτέλεση είναι ένα αγαθό σπάνιο.

Όσο κανείς μαθαίνει να δουλεύει ακόμη και χωρίς ενθουσιασμό, ξεπερνά το στάδιο του χόμπι.

* * *

Κανείς δεν έχτισε κανένα έργο βασιζόμενος σε τυχαίες εκλάμψεις. Τα έργα (τα μεγάλα, τα μικρά, και τα δικά μας) ολοκληρώνονται από ανθρώπους που έμαθαν να εργάζονται ακόμη και τις πιο αδιάφορες Τρίτες.

Η ρουτίνα μπορεί να ακούγεται πεζή, επειδή ακριβώς είναι. Πιο πεζή δεν έχει.

Όμως η δημιουργία, στην τελική της μορφή, είναι πολύ πιο πεζή από όσο μάς αφήνει να πιστέψουμε ο μύθος της έμπνευσης.

Γιατί η έμπνευση είναι αυτό το ωραίο κάτι που δεν υπάρχει.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.