- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Συγγραφείς: Είναι δουλειά τελικά αυτή;
Η σκληρή πραγματικότητα μιας απλήρωτης «δουλειάς»... ή μήπως μιας απλής απασχόλησης... ή ενός χόμπι;
Συγγραφείς: Επαγγελματίες, ή «ζητιάνοι» προσοχής; Δημιουργοί που προσφέρουν σε ένα αδιάφορο κοινό ένα έργο που κανείς δεν τους το ζήτησε...
Καθώς τυχαίνει να είναι η δουλειά μας, έχουμε μιλήσει πολλές φορές ακόμη για τους συγγραφείς, και θα το κάνουμε άλλη μία φορά σήμερα. Όχι για τους συγγραφείς σαν τα χαϊδεμένα παιδιά των Μουσών, που ρίχνουν ράθυμες πενιές στην άρπα τους μέχρι να τους έρθει η θεόθεν, η ουρανοκατέβατη έμπνευση, ώστε να στρωθούν να γράψουν ακόμη ένα αθάνατο αριστούργημα —αν όλοι οι συγγραφείς ήταν ο σκελετός του ανθρώπου, αυτοί οι φοβεροί και τρομεροί αριστουργηματογράφοι θα ήταν ο αναβολέας· και, όχι, δεν θα έπαιζαν άρπα: θα δούλευαν σαν εργάτες οικοδομής πάνω από το κείμενό τους—, αλλά για τους κανονικούς, τους νορμάλ, αυτούς που ζουν ανάμεσά μας. Αυτούς που κάνουν, ή που νομίζουν πως κάνουν, μια δουλειά.
Αυτοί που νομίζουν πως κάνουν μια δουλειά είναι η μεγάλη πλειονότητα του συνόλου. Πλην, φευ, το νομίζουν απλώς· δεν την κάνουν στην πραγματικότητα. Για την ακρίβεια, δουλεύουν κατά τον ίδιο τρόπο που δουλεύει ένας ζητιάνος. Και ταλαιπωρούνται, πολλές φορές, εξίσου μ’ αυτόν. Δεν υπάρχει κάτι παράδοξο εδώ.
Πλην, φευ, το νομίζουν απλώς· δεν την κάνουν στην πραγματικότητα. Για την ακρίβεια, δουλεύουν κατά τον ίδιο τρόπο που δουλεύει ένας ζητιάνος.
Ο μεν ζητιάνος γυρεύει υλική υποστήριξη, ελεημοσύνη, ενώ ο συγγραφέας αρχικά αναζητά —και ακόμα περισσότερο: πεθαίνει για— την προσοχή, τον χρόνο, την κατανόηση ή την επιδοκιμασία του αναγνώστη, και σε δεύτερο χρόνο για την υλική υποστήριξή του. Και οι δύο εκτίθενται δημόσια, βασιζόμενοι στην ευσπλαχνία, την ενσυναίσθηση, την καλοσύνη του ξένου, του άλλου, για να επιβιώσουν — ο ένας βιολογικά, ο άλλος «διανοητικά» (σπανίως και επαγγελματικά). Και λέμε του ξένου, γιατί οι δικοί δεν φτάνουν ούτε για να μας παρηγορήσουν, άσε δε που απαιτούν και τζάμπα αντίτυπο. («Τιμής ένεκεν»; Πόθεν;…) Και οι δύο βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας, παρατηρώντας τους άλλους από απόσταση χωρίς να συμμετέχουν πλήρως στον κανονικό ρυθμό της ζωής. Κι αν για τον ζητιάνο αυτό είναι μοίρα, θάνατος, και πέτρα, για τον συγγραφέα είναι τρόπος: ο κόσμος να καίγεται, βόμβες ολίσθησης να σκάνε ολούθε, αυτός θα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση μια κριτική που έλαβε από τη Μάρη Θεοδοσοπούλου στην Εποχή, κάπου στα 90s. Ας το επαναδιατυπώσουμε: δεν είναι οι ίδιοι που δεν συμμετέχουν πλήρως στον κανονικό ρυθμό της ζωής — ο υπόλοιπος κόσμος είναι που δεν συμμετέχει στον δικό τους ρυθμό: «None of you understand. I’m not locked in here with you. You’re locked in here with me». Σε κάθε περίπτωση: η τύχη τόσο τού ζητιάνου όσο και του συγγραφέα εξαρτώνται από τη διάθεση και την καλή θέληση των περαστικών ή αναγνωστών.
Κι αν για τον ζητιάνο αυτό είναι μοίρα, θάνατος, και πέτρα, για τον συγγραφέα είναι τρόπος: ο κόσμος να καίγεται, βόμβες ολίσθησης να σκάνε ολούθε, αυτός θα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση μια κριτική που έλαβε από τη Μάρη Θεοδοσοπούλου στην Εποχή, κάπου στα 90s.
Αν δεν σας άρεσε ο παραλληλισμός, σαν γνήσιος μαρξιστής («Those are my principles, and if you don’t like them… well, I have others») έχω κι άλλον: ο συγγραφέας σαν καθαριστής παρμπρίζ στα φανάρια. Καλύτερο, ναι; Ναι. Γιατί, όχι μόνο επειδή αμφότεροι αντιμετωπίζουν καθημερινά την αδιαφορία, το όχι ή τη δυσπιστία των περαστικών/αναγνωστών, αλλά γιατί, όπως ο καθαριστής τζαμιών προσφέρει μια υπηρεσία χωρίς να του ζητηθεί, έτσι και ο συγγραφέας παράγει ένα έργο που το κοινό ποτέ δεν του ζήτησε· γιατί, επίσης, η αλληλεπίδραση με το κοινό είναι παροδική: διαρκεί όσο ένα φανάρι ή όσο η ανάγνωση της ανάρτησης για την επικείμενη έκδοση ενός βιβλίου· και γιατί, ακόμη, από κοινού βασίζονται στη γλίσχρα προσδοκία ότι ο λήπτης θα εκτιμήσει την προσπάθειά τους.
Γιατί, όχι μόνο επειδή αμφότεροι αντιμετωπίζουν καθημερινά την αδιαφορία, το όχι ή τη δυσπιστία των περαστικών/αναγνωστών, αλλά γιατί, όπως ο καθαριστής τζαμιών προσφέρει μια υπηρεσία χωρίς να του ζητηθεί, έτσι και ο συγγραφέας παράγει ένα έργο που το κοινό ποτέ δεν του ζήτησε.
Κι αν ΠΑΛΙ δεν σας άρεσε ούτε αυτό —σπολλάτη—, νά κι ένα τρίτο: οι συγγραφείς σαν street statues. Όπως το ζωντανό άγαλμα παραμένει ακίνητο για ώρες, έτσι και ο συγγραφέας περνά αμέτρητες ώρες ακινησίας μπροστά στο γραφείο, είτε δουλεύοντας το νέο του ψυχολογικό θρίλερ ή το ρηξικέλευθο literary fiction του, είτε περιμένοντας τα λάικ στην ανάρτηση με την Αποκάλυψη Εξωφύλλου, μετατρέποντας την εσωτερική του προσπάθεια σε στατική εικόνα. Και οι δύο υιοθετούν μια περσόνα ή έναν ρόλο — ο ένας με τη μεταμφίεση και το μακιγιάζ, ο άλλος μέσα από τη φωνή των χαρακτήρων και τη μυθοπλασία, και μέσα από τον τρόπο που παρουσιάζει εαυτόν στο δημόσιο τσίρκο. Το άγαλμα ζωντανεύει όταν κάποιος ρίξει τον οβολό του· ο συγγραφέας παίρνει ζωή και μια βαθιά ανάσα όταν ο αναγνώστης προσφέρει τον χρόνο και την προσοχή του, ο διαχειριστής τής τάδε βιβλιοομάδας κάνει bookaway με το βιβλίο του, ή η δείνα Bookstagrammer ανεβάσει reel με χέβι μέταλ μουσικό χαλί. Και οι δύο δημιουργούν ένα αισθητικό θέαμα στον δημόσιο χώρο, ελπίζοντας να προκαλέσουν την έκπληξη ή τη συγκίνηση ή τον οίκτο σε ένα βιαστικό κοινό που έχει και τα δικά του. Και οι δύο εκτίθενται στο πέρασμα του κόσμου, γυμνοί απέναντι στην αδιαφορία, τα λοξά βλέμματα ή τη χλευαστική ματιά των περαστικών. Και οι δύο στήθηκαν εκεί χωρίς να μας ρωτήσουν προηγουμένως.
Το άγαλμα ζωντανεύει όταν κάποιος ρίξει τον οβολό του· ο συγγραφέας παίρνει ζωή και μια βαθιά ανάσα όταν ο αναγνώστης προσφέρει τον χρόνο και την προσοχή του, ο διαχειριστής τής τάδε βιβλιοομάδας κάνει bookaway με το βιβλίο του, ή η δείνα Bookstagrammer ανεβάσει reel με χέβι μέταλ μουσικό χαλί.
Όμως λέγαμε για το γράψιμο σαν δουλειά. Όχι ότι δεν έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό! Φυσικά και έχουμε ξαναμιλήσει, αλίμονο. Κι ας είναι λόγος για μια τσέπη αδειανή, για μια χίμαιρα. Γιατί, ακόμη και όταν εκδίδει (συνήθως ιδίοις εξόδοις), κάμποσες παραπάνω από εννιά στις δέκα φορές (συμπαθάτε μας για την παραδοξολογία) δεν πουλάει. Και δεν αμείβεται. Βέβαια, η δουλειά —ακούμε κάπου από το βάθος— ορίζεται από την παραγωγική διαδικασία, από την προσπάθεια και τη δημιουργία έργου, όχι αποκλειστικά από την εμπορική του επιτυχία. Ναι, το ακούμε. Ακόμη, δε, περισσότερο, υπάρχει πράγματι δουλειά χωρίς αμοιβή: η εθελοντική εργασία αίφνης, μια απλήρωτη πρακτική άσκηση, η φροντίδα του νοικοκυριού και της οικογένειας, η τζάμπα δημιουργική ή πνευματική ή καλλιτεχνική παραγωγή κλπ. κλπ.
Και υπάρχει και η δουλειά του συγγραφέα. Ή: η ασχολία του. Αλλά γι’ αυτά στο επόμενο σημείωμά μας. Για να έχει και σασπένς το πράγμα. #cliffhanger
* * *
Η στήλη μας αυτή κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Παρασκευή. Όμως έχουμε κι άλλα! Κάθε Τρίτη πρωί, μας ακούτε στο πόντκαστ για το βιβλίο και την τηλεόραση που κάνουμε με τη Σαπφώ Καρδιακού. Κάθε Σάββατο, βυθιστείτε στο χορταστικό αλμανάκ μας στη Thess Voice. Τις Κυριακές, μιλάμε για το Βιβλίο της Εβδομάδας: μη διαβάσετε μόνο την παρουσίαση, διαβάστε και το βιβλίο! Μη διστάσετε να μας στείλετε μέιλ, αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ.