Βιβλιο

Πώς έγινε το «Big Bang» του πολιτισμού στα χρόνια της χούντας

Ο Στάθης Καλύβας και η Νατάσα Τριανταφύλλη μιλούν για το «Big Bang 1970-1973» ή αλλιώς για μία ιστορική στιγμή που σβήστηκε από τη συλλογική μνήμη

Λουκάς Βελιδάκης
ΤΕΥΧΟΣ 1017
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς εξηγείται μια πολιτιστική έκρηξη μέσα σε ένα καθεστώς ανελευθερίας; Ο Στάθης Καλύβας και η Νατάσα Τριανταφύλλη μιλούν στην ATHENS VOICE για το «Big Bang 1970-1973», την καθημερινή ζωή στη δικτατορία και την έντονη κριτική στο βιβλίο τους

Πού θα πηγαίναμε ένα Σάββατο βράδυ στην Αθήνα του 1972; Η Νατάσα Τριανταφύλλη μιλά για την ντισκοτέκ Help, που είχε μέσα κατάστημα για τα ρούχα της εξόδου. Ο Στάθης Καλύβας αναφέρει τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη, ο οποίος, μετά από δείπνο στο Κολωνάκι, πηγαίνει στο Ροντέο για τον Σαββόπουλο. Ακολουθούν το Κύτταρο, το θέατρο Στοά και η Λήδρα στην Πλάκα, όπου ο Μαρκόπουλος εμφανίζεται με τον Ξυλούρη. Εκεί δοκιμάζει καινούργια τραγούδια μπροστά στον κόσμο. Η «Ξαστεριά», θυμίζει ο Καλύβας, γνωρίζει επιτυχία στη Λήδρα πριν συνδεθεί με την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Συναντώ τους δύο συγγραφείς του –ομολογουμένως ογκώδους– βιβλίου «Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας» στο καφέ της Εθνικής Πινακοθήκης. Μου θυμίζουν τα εγκαίνια του πρώτου τμήματος του κτιρίου, το 1970, με την έκθεση του Γύζη και την αναδρομική του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, το 1973 – την πρώτη, όπως επισημαίνουν, που αφιέρωσε η Πινακοθήκη σε εν ζωή ζωγράφο. Μέσα στη δικτατορία. Είναι από εκείνα τα γεγονότα που η σκηνοθέτρια Νατάσα Τριανταφύλλη και ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στην Οξφόρδη Στάθης Καλύβας συγκέντρωναν επί δυόμισι χρόνια για το βιβλίο. 

Το ερώτημά τους προκαλεί αμηχανία: πώς εξηγείται μια πολιτιστική έκρηξη μέσα σε ένα καθεστώς καταπίεσης; Κι αυτό θα εξετάσουμε, καθώς, συνειρμικά, και μόνο το άκουσμα της επταετίας οδηγεί σε μια συνθήκη πολιτικού (κι άρα πολιτιστικού) ζόφου.

Το «Big Bang» δέχθηκε έντονη κριτική, με βαρύτερη την κατηγορία ότι «ξεπλένει» τη χούντα. Από την αρχή της συζήτησής μας τους έθεσα αυτή την κατηγορία και τις ενστάσεις για την ανάδειξη της πολιτιστικής άνθησης μέσα σ’ ένα καθεστώς βασανιστηρίων, διώξεων και ανελευθερίας. Το απορρίπτουν, υποστηρίζοντας ότι όποιος διαβάσει το βιβλίο αντιλαμβάνεται πως δεν επιχειρεί κάτι τέτοιο. Το ερώτημα που εξετάζουν είναι πώς ζούσε και δημιουργούσε η κοινωνία εκείνων των χρόνων, πέρα από την ιστορία του ίδιου του καθεστώτος.

Βιβλία, δίσκοι, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις και εικαστικές εκθέσεις: το «Big Bang 1970-1973» συγκεντρώνει τα τεκμήρια μιας δημιουργικής έκρηξης μέσα στη δικτατορία.

Μια κοινωνία που απουσιάζει

Και γιατί αποφάσισαν να αναδείξουν αυτή την περίοδο; Η Τριανταφύλλη επισημαίνει ότι παλαιότερες προσεγγίσεις, συχνά επιμέρους και περισσότερο ακαδημαϊκές, συνέδεαν την πολιτιστική παραγωγή κυρίως με την Αντίσταση. Αναγνωρίζει αυτή τη διάσταση, αλλά θέλει να χωρέσει και η καθημερινή ζωή. Περιγράφει την πρόθεσή τους ως προσπάθεια να γίνει ένα βήμα παρακάτω. Κι εξηγεί τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου: «Μιλάμε για τη ζωή των πολιτών».

Ο Καλύβας περιγράφει το πρόβλημα της οπτικής μας: «Όταν λέμε χούντα εννοούμε και την εποχή της, τα βάζουμε όλα στο καθεστώς. Όταν λέμε ο πολιτισμός της χούντας εννοούμε τις γιορτές της». Έτσι απουσιάζει η κοινωνία που ζει και δημιουργεί. Ο ίδιος περιγράφει μια κοινωνία που ακυρώνει το καθεστώς «ζώντας τη δική της αυτόνομη ζωή. Όχι αντιστεκόμενη». Αυτό το «όχι αντιστεκόμενη», εξηγεί, προσκρούει σε ένα μεγάλο ταμπού: την εικόνα μιας κοινωνίας που αντιστάθηκε. «Η πραγματική αντίσταση, το να αναλάβεις δράση και να πληρώσεις τις συνέπειες, τις φυλακές, τα βασανιστήρια, αφορά μια πάρα πολύ μικρή μειοψηφία. Εμάς μας ενδιαφέρει η κοινωνία στην πλειονότητά της».

Δεν συμβαίνουν όμως όλα υπό τη σκιά της δικτατορίας; «Όχι υπό τη σκιά», απαντά, αντιστρέφοντας τη σχέση: «Η χούντα ζει υπό τη σκιά της κοινωνίας». Οι κοινωνικές δυναμικές, εξηγεί, γίνονται τόσο ισχυρές ώστε αναγκάζουν το καθεστώς να ακολουθεί. Μιλά για το μαρξιστικό βιβλίο, τους καινούργιους εκδοτικούς οίκους, τον Ρίτσο που επιστρέφει από την εξορία και εκδίδεται ξανά. «Έκρηξη στον Μπρεχτ. Εκδοτικά και θεατρικά». Πώς συνυπάρχουν με μια αντικομμουνιστική δικτατορία; Το καθεστώς, λέει, αισθάνεται ασφαλές επειδή ελέγχει την πολιτική και η λογοκρισία δεν μπορεί πλέον να παρακολουθήσει. «Δεν είναι μόνο ότι είναι μεγάλος όγκος. Ουσιαστικά χαμηλώνει τα χέρια».

Θέτω κι ένα ακόμα ζήτημα: το εμπειρικό. Πώς καταγράφουν μια κοινωνία στην οποία εκείνη δεν έζησε κι εκείνος γνώρισε ως μικρό παιδί; Η Τριανταφύλλη περιγράφει τα τεκμήρια: εφημερίδες, περιοδικά, κινηματογραφικά ντοκουμέντα, πέρα από τις ίδιες τις ταινίες. Υλικό που αποτυπώνει και την καθημερινότητα, πολύ πλουσιότερο από εκείνο παλαιότερων περιόδων. Δίνει, δε, ως παράδειγμα μια έρευνά της για τις σχολές χορού στην Αθήνα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, που είχαν πολλαπλασιαστεί: η ανακάλυψη την εντυπωσίασε, αλλά τα τεκμήρια ήταν πολύ δυσκολότερο να εντοπιστούν. 

Η κουβέντα εξελίσσεται και με «ξεφύλλισμα» φωτογραφιών: καταστήματα στην Ερμού και στην Αιόλου, ένα σούπερ μάρκετ στο Ψυχικό, κτίρια και εσωτερικοί χώροι που μοιάζουν απροσδόκητα σύγχρονα. Χαρακτηρίζουν την αισθητική της πόλης «πολύχρωμη». Μιλάνε για τη διαφήμιση, τις βιτρίνες, τις ντισκοτέκ, τις επιρροές από το εξωτερικό.

Οι δύο συγγραφείς μιλούν για το «Big Bang» και απαντούν στην κριτική που δέχθηκε το βιβλίο τους.

Η στροφή

Η Τριανταφύλλη εντοπίζει μια καθοριστική αλλαγή στη λογοκρισία το 1969. Προηγείται η αυστηρή πρώτη περίοδος, με απαγορεύσεις και καταλόγους βιβλίων. Έπειτα γίνεται η μετατόπιση από την προληπτική στην κατασταλτική λογοκρισία: το έργο μπορεί να κυκλοφορήσει και η παρέμβαση να ακολουθήσει. Ο Καλύβας διευκρινίζει ότι στον κινηματογράφο και στη μουσική εξακολουθεί να προηγείται κατάθεση των έργων, αλλά ο έλεγχος χαλαρώνει. Η κατασταλτική λογοκρισία, προσθέτει, «ακούγεται χειρότερη από την προληπτική, αλλά στην πραγματικότητα είναι απελευθερωτική».

Πίσω από την πολιτιστική έκρηξη βρίσκεται κι ένας κοινωνικός μετασχηματισμός που έχει αρχίσει πριν από τη δικτατορία. Ο Καλύβας επικαλείται μέσο ετήσιο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης 7% από το 1953 και μετά, με επιπτώσεις που λειτουργούν πολλαπλασιαστικά: άνθρωποι που έρχονται από την επαρχία στην Αθήνα, νέα πανεπιστήμια, νέα μεσαία τάξη, τηλεόραση. Η διαδικασία συνεχίζεται επί δικτατορίας με κεκτημένη ταχύτητα.

Χρησιμοποιεί την αναλογία με την Κίνα για τη συνύπαρξη οικονομικού δυναμισμού και πολιτικής καταπίεσης. «Η σημερινή Κίνα είναι πολιτικά πολύ πιο καταπιεστική από την ελληνική δικτατορία». Για τη μεγάλη μάζα, επισημαίνει, η ζωή απορροφάται από την οικονομική πρόοδο και τις καινούργιες δυνατότητες.

Ο Στάθης Καλύβας και η Νατάσα Τριανταφύλλη στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου συναντηθήκαμε για τη συνέντευξη.

«Μη διαβάζετε αυτό το βιβλίο»

Επαναφέρω την κατηγορία που συνόδευσε την έκδοση: μήπως ξεπλένουν τη χούντα; Η Τριανταφύλλη θεωρεί ότι αυτό ξεπεράστηκε σχετικά γρήγορα από όσους διάβασαν το βιβλίο. Ο Καλύβας, χαμογελώντας, σχολιάζει ότι υπάρχει πλέον μια μετατόπιση της κριτικής: «Μας λένε “Εντάξει, αυτά που γράφετε δεν είναι καινούργια, όλοι τα ξέραμε”».

Εκείνη θυμάται όσο έγραφαν τις αντιδράσεις φίλων, την απορία γιατί καταπιάνονται με αυτό και πού πάνε να μπλέξουν. «Σαν να μην πρέπει καν να το σκεφτείς». Αναφέρεται σε θυμωμένες κριτικές και σε μία που προέτρεπε τον κόσμο να μη διαβάσει το βιβλίο. Η ίδια υποστηρίζει ότι η ουσία της έρευνας, το τι συνέβη πολιτιστικά εκείνη την περίοδο, δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο Καλύβας το θέτει ως εξής: «Είναι ένα πολιτιστικό κεφάλαιο. Η ανάδειξή του προσθέτει στην κατανόηση της εποχής».

Υπήρχαν όμως βασανιστήρια, διώξεις, φυλακές. Υπήρχε σκοτάδι. Ο πολιτισμός δεν συνδέεται με την πολιτική; «Συνδέονται, αλλά όχι με τρόπους γραμμικούς. Ο πολιτισμός λειτουργεί ως υποκατάστατο της πολιτικής. Δεν μπορείς να ασχοληθείς ανοιχτά με την πολιτική, οπότε ασχολείσαι με τον πολιτισμό», λέει. Η ενεργός αντίσταση, με το τίμημα της φυλακής και των βασανιστηρίων, αφορά μια μικρή ομάδα ανθρώπων. Το βιβλίο εστιάζει στη ζωή της ευρύτερης κοινωνίας.

Οι δύο συγγραφείς μιλούν για το «Big Bang» και απαντούν στην κριτική που δέχθηκε το βιβλίο τους.

Τα έργα που δεν γράφτηκαν

Τι γίνεται όμως με τα βιβλία, τα τραγούδια, τα έργα που ενδεχομένως δεν δημιουργήθηκαν εξαιτίας του φόβου; Πώς συνυπολογίζονται; Ο Καλύβας απαντά ότι ενδεχομένως γράφτηκαν καλύτερα. Στην ένσταση ότι αυτό είναι υπόθεση, η Τριανταφύλλη αντιπαραθέτει τις μαρτυρίες για τις διεξόδους που αναζητούσαν οι καλλιτέχνες. Ο Καλύβας μιλά για «έναν λόγο πολύ πιο ποιητικό, με μεγαλύτερη αντοχή στον χρόνο». Αντί για το άμεσο σύνθημα, επιστρατεύονται εικόνες και μεταφορές.

Η Τριανταφύλλη μιλά για τον Σαββόπουλο, που συλλαμβάνεται, φεύγει και αποφασίζει να επιστρέψει με τη γυναίκα του, έγκυο τότε. «Με τους όρους που σκεφτόμαστε σήμερα, το καλό και το κακό, η δεξιά και η αριστερά, δεν το χωράει ο νους πώς αποφασίζεις να γυρίσεις σε μια χώρα που έχει δικτατορία».

Τους διευκόλυνε, λοιπόν, η χούντα; Η Τριανταφύλλη βάζει μια κρίσιμη διευκρίνιση: «Προφανώς δεν τους διευκόλυνε με την αίσθηση της άνεσης και της ελευθερίας που έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε σήμερα». Ο Καλύβας το πάει πιο πέρα: «Τους διευκόλυνε με τον καλύτερο τρόπο που μπορείς να διευκολύνεις έναν πραγματικό καλλιτέχνη. Βάζοντάς του εμπόδια τα οποία μπορούν να ξεπεραστούν, άρα οδηγώντας τον στη δημιουργική φαντασία και θέτοντάς τον στο κέντρο της κοινωνίας. Όταν δεν υπάρχει πολιτική, οι καλλιτέχνες μπαίνουν στο κέντρο».

Και συνεχίζει: «Ποιος είναι ο τρόπος να υπονομεύσεις τη δημιουργική διαδικασία; Οι κρατικές επιδοτήσεις». Υποστηρίζει ότι στη Μεταπολίτευση οι καλλιτέχνες μετατράπηκαν σε δημόσιους υπαλλήλους. «Έτσι καταστράφηκε ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος», λέει, περιγράφοντας μια δημιουργική πορεία που ξεκινά μέσα στη δικτατορία και καταλήγει μεταπολιτευτικά «αντικείμενο παρωδίας πια». Η Τριανταφύλλη επισημαίνει ότι σήμερα ο πολιτισμός χρειάζεται χρήματα και ότι πολλοί δημιουργοί δεν μπορούν να ζήσουν από την τέχνη τους. Αναγνωρίζει, ωστόσο, την εργαλειακή σκέψη που αναπτύσσεται όταν ο καλλιτέχνης γνωρίζει τους κανόνες ενός συστήματος και προσαρμόζει αναλόγως μια πρόταση για να εξασφαλίσει μια παραγωγή. Μιλώντας για τη δικτατορία, περιγράφει τον αιφνιδιασμό και την ανάγκη των δημιουργών να επανεφεύρουν τον εαυτό τους μέσα σε μια άγνωστη συνθήκη: πώς δημιουργείς τέχνη όταν έχει επιβληθεί δικτατορία; «Κανείς δεν είχε τα εργαλεία».

Ο γύψος και ο «Μεγάλος Ερωτικός»

Ο Καλύβας φέρνει ως παράδειγμα τον Βλάση Κανιάρη και την έκθεσή του στη Νέα Γκαλερί το 1969. Τα έργα με τον γύψο παραπέμπουν στη μεταφορά του Παπαδόπουλου για την Ελλάδα που έπρεπε να μπει στον γύψο για να «θεραπευτεί». Διαβάζει από κείμενο του Δημήτρη Φατούρου για τη δουλειά του καλλιτέχνη: «Το συρματόπλεγμα της απομονώσεως. Το τραυματισμένο σώμα, το στήθος, το στομάχι». Στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύεται ανασκόπηση του Άγγλου τεχνοκριτικού Τσαρλς Σπένσερ με τίτλο «Τέχνη και επανάσταση». Στον κινηματογράφο, αναφέρει την «Αναζήτησις…», «με μια αισθητική τελείως μπροστά από την εποχή της και επίσης ένα μήνυμα σεξουαλικής απελευθέρωσης», με μουσική του Γιάννη Σπανού και τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη. Η Τριανταφύλλη προσθέτει στα παραδείγματα του εμπορικού κινηματογράφου την «Αλίκη Δικτάτωρ».

Βοήθησε αυτή η άνθηση να πέσει η δικτατορία; Ο Καλύβας αναγνωρίζει συμβολή στη ριζοσπαστικοποίηση των φοιτητών. Εντοπίζει όμως μια αντίφαση: η ίδια η ριζοσπαστικοποίηση ανέτρεψε τη δημιουργική έκρηξη, περιορίζοντας τον χώρο της τέχνης που δεν ανταποκρινόταν στο πολιτικό αίτημα. Η παράσταση του Σαββόπουλου μετά το Πολυτεχνείο δεν έχει την επιτυχία των προηγούμενων, εξηγεί, καθώς το κοινό ζητά αμεσότερη πολιτική έκφραση. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» του Παντελή Βούλγαρη γιουχάρεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το μήνυμα του κοινού, όπως το περιγράφει, ήταν σαφές: «Εδώ ο κόσμος επαναστατικοποιείται και εσύ μας λες για τον έρωτα». Και προσθέτει: «Η τέχνη του “Big Bang”, ακόμα και όταν είναι πολιτική, είναι ποιοτική, γιατί δεν είναι ποτέ στρατευμένη».

Ο Στάθης Καλύβας και η Νατάσα Τριανταφύλλη μιλούν στην ATHENS VOICE για την τέχνη και την καθημερινή ζωή στα χρόνια της χούντας.

Η συσκότιση

Ρωτάω για την επιλογή του τίτλου του βιβλίου. Γιατί «Big Bang»; Ο τίτλος, λένε, υπήρχε από την πρώτη μέρα. «Γιατί είναι μια μεγάλη έκρηξη που, όπως και το κοσμολογικό Big Bang, έρχεται μετά από πάρα πολύ μεγάλη πύκνωση», εξηγεί η Τριανταφύλλη. Ο Καλύβας συμπληρώνει τι προηγήθηκε: «Από το 1967 έχουμε, ουσιαστικά, σιωπή». Ένας άλλος υπότιτλος που είχαν σκεφτεί ήταν «Το συναρπαστικό χρονικό μιας δημιουργικής έκρηξης». Αυτό το χρονικό, οι λίστες με όσα γράφτηκαν, ηχογραφήθηκαν, γυρίστηκαν και ανέβηκαν εκείνα τα χρόνια, είναι ό,τι προκαλεί σήμερα τη μεγαλύτερη έκπληξη. «Δέχομαι πάρα πολλά μηνύματα με screenshots από τις λίστες», λέει η Τριανταφύλλη. Αναγνώστες που δεν πιστεύουν ότι μια ταινία ή ένας δίσκος είναι της επταετίας: «Αποκλείεται να έγινε τότε αυτό». Το ίδιο, λέει, ισχύει για έργα που όλοι ξέρουμε. «Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έγραψε τότε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. Το ξέρουμε, αλλά δεν το συνδέουμε». 

Γιατί δεν το συνδέουμε; «Γιατί έπεσε η συσκότιση», απαντά ο Καλύβας, τοποθετώντας τη μετατόπιση αμέσως μετά την πτώση της χούντας. «Αν διαβάσεις τις εφημερίδες, οι ίδιοι άνθρωποι που κάνανε το πολιτιστικό ρεπορτάζ και λέγανε πόσο σκίζει το βιβλίο, οι ίδιοι λένε για σκοτάδι». Συνδέει αυτή την αλλαγή με την αναζήτηση νομιμοποίησης της εύθραυστης τότε Μεταπολίτευσης. «Δημιουργείται ένας, όπως το λέμε, ζωτικός μύθος. Που είναι ο μύθος του σκοταδιού στα πάντα». 
Και προσθέτει: «Πάνω σ’ αυτόν τον ζωτικό μύθο, ο οποίος έχει στοιχεία πραγματικότητας, κατασκευάστηκε η ιδέα της αντίστασης», που εκφράζεται κυρίως με το Πολυτεχνείο και λειτουργεί, κατά τον ίδιο, νομιμοποιητικά για την Αριστερά. Και οι ίδιοι οι δημιουργοί δεν μπορούσαν να βγουν και να πουν «τι σπουδαία έργα κάναμε, πόσο ωραία περνούσαμε».

Το «Big Bang 1970-1973» περιλαμβάνει πολιτική ανάλυση, βιογραφίες δημιουργών και καταλόγους έργων.

Και μια… πονηριά

Σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης είχα (σκοπίμως) τοποθετήσει στο τραπέζι το βιβλίο, το οποίο σε μέγεθος θυμίζει τούβλο. Πώς πείθεις κάποιον να το διαβάσει, όταν δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί ακόμη και σε μία σελίδα; «Είναι γραμμένο για να διαβάζεται, αλλά έχει και μια πονηριά», λέει η Τριανταφύλλη. Δεν χρειάζεται να το διαβάσεις μονοκοπανιά, καθώς έχει τρία μέρη: Πολιτική προσέγγιση, βιογραφίες, κατάλογοι της παραγωγής – μπορείς να ξεκινήσεις από εκείνο που σε ενδιαφέρει περισσότερο. Κι όπως λένε, «είναι σαν τρία βιβλία μαζί».