Βιβλιο

Η «ισχύς είναι δίκαιο» και άλλες ιστορίες για αρκούδες της τραμπικής (και μετατραμπικής) δεξιάς

Γιατί το «Might Is Right», ένα βιβλίο 19ου αιώνα, παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο

Γιώργος Φλωράκης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το «Might Is Right» του Ragnar Redbeard: ένα ακραίο βιβλίο που εξυμνεί την ισχύ και φωτίζει τη σύγχρονη πολιτική, την ακροδεξιά και την κοινωνική αυθαιρεσία.

Αυτή η στήλη προτιμά να ασχολείται με δίσκους και βιβλία. Το «Might Is Right or The Survival of the Fittest» είναι βιβλίο και μάλιστα αρκετά παλιό. Ένα βιβλίο που παράγει, όμως, πολιτική. Και ειδικά σήμερα…

Εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα –πιθανότατα το 1896–, μια εποχή που ο κοινωνικός δαρβινισμός και οι θεωρίες περί «ανώτερων» και «κατώτερων» λαών είχαν μεγάλη απήχηση. Ο συγγραφέας υπογράφει με το ψευδώνυμο Ράγκναρ Ρέντμπερντ, πίσω από το οποίο λέγεται ότι βρίσκεται ο Αυστραλός Άρθουρ Ντέσμοντ, δημοσιογράφος και πολιτικός τυχοδιώκτης. Η αβεβαιότητα γύρω από τον συγγραφέα στάθηκε σημαντική, καθώς βοήθησε το βιβλίο να αποκτήσει έναν μύθο «απαγορευμένης» και επικίνδυνης γνώσης.

Η βασική θέση του βιβλίου είναι ότι το «δίκαιο» δεν είναι μια γενική αρχή. Στην πραγματικότητα, η κοινωνία ονομάζει «δίκαιο» αυτό που επιβάλλει ο ισχυρός. Όποιος είναι αρκετά ισχυρός ώστε να νικήσει και να κρατήσει αυτό που κατέκτησε, έχει, εκ του αποτελέσματος, κάθε δικαίωμα να το κάνει. Η ισότητα, η αλληλεγγύη και η δημοκρατία παρουσιάζονται ως τεχνάσματα που κρατούν τους δυνατούς πίσω, μόνο και μόνο για να αισθάνονται ασφαλείς οι αδύναμοι. Ο Ρέντμπερντ παρουσιάζει τη ζωή του ως έναν διαρκή αγώνα, όπου επιβιώνουν όσοι έχουν περισσότερη αποφασιστικότητα, επιθετικότητα και ισχύ. The fittest, δηλαδή.

Στο «Might Is Right» ο Ρέντμπερντ χρησιμοποιεί –ατάκτως ερριμμένες– ιδέες που προέρχονται από τον Νίτσε, ειδικά από τη «Γενεαλογία της ηθικής», τον «Αντίχριστο» και τη «Θέληση για δύναμη». Κι ενώ η οπτική του Νίτσε είναι σαφέστατα πιο σύνθετη, για τον Ρέντμπερντ η δύναμη δείχνει να αποτελεί τη μοναδική αρχή που καθορίζει τον κόσμο. Το βιβλίο περιέχει επιπλέον σκληρές πατριαρχικές αντιλήψεις και ανοιχτό σεξισμό και είναι γεμάτο από ρατσιστικές και αντισημιτικές αναφορές. Παρουσιάζει την ωμή επιβολή ως φυσικό νόμο και προσπαθεί να κάνει την αδικία να μοιάζει όχι μόνο αναπόφευκτη αλλά και επιβεβλημένη. Ακριβώς γι’ αυτό, αξιοποιήθηκε από την ακροδεξιά σε πολλές χώρες και εξακολουθεί να κυκλοφορεί ως κείμενο αναφοράς σε νεοναζιστικούς, ρατσιστικούς και alt right κύκλους, επειδή προσφέρει πλούσιο και έτοιμο υλικό για την περιφρόνηση της ισότητας, της δημοκρατίας και των μειονοτήτων.

Η επικαιρότητα του βιβλίου γίνεται ιδιαίτερα εμφανής από τον τρόπο με τον οποίο δικαιολογούνται στις μέρες μας οι πράξεις ισχυρών κρατών. Σήμερα είναι πολλοί εκείνοι που υποστηρίζουν ανοιχτά ότι η στρατιωτική και οικονομική ισχύς δημιουργούν δίκαιο. Έτσι, η γενοκτονία στη Γάζα –ο χαρακτηρισμός «γενοκτονία» δεν είναι δικός μου, ανήκει στον ΟΗΕ– εμφανίζεται ως αναγκαία «αυτοάμυνα» μόνο και μόνο επειδή το Ισραήλ είναι ο ισχυρός πόλος. Περίπου το ίδιο θα δούμε και στην επίθεση στο Ιράν από το Ισραήλ και την Αμερική του Τραμπ, ασχέτως αν αυτή δεν πήγε και τόσο καλά. Και για να έρθουμε και στη δική μας ήπειρο, το ίδιο δικαιολογημένη θεωρούν αρκετοί και την επίθεση Πούτιν στην Ουκρανία.

Αν και δεν θεωρώ ιδιαίτερα μελετηρό όλον αυτόν τον συρφετό που γοητεύεται τελευταία –και– στην Ελλάδα από το απίστευτο συνονθύλευμα μεγαλεπήβολων φασιστικών ιδεών και γελοίων ρήσεων του άθλιου πορτοκαλί κλόουν –μερικοί από δαύτους είναι και υπουργοί–, το βιβλίο του Ρέντμπερντ μπορεί να τους δώσει άπειρο υλικό. Εκείνο που με τρομάζει πιο πολύ είναι ότι οι ιδέες που υποστηρίζουν την άνευ όρων επιβολή της ισχύος στο γεωπολιτικό επίπεδο βρίσκουν τεράστια εφαρμογή και στην καθημερινότητα. Οι άντρες –ξέρεις, που φοράνε παντελόνια– μπορούν να δολοφονούν τις συντρόφους τους, οι ιδιοκτήτες πιτσαρίας ή φούρνων να κλέβουν το σύμπαν, οι ρόμποκοπ της αστυνομίας να αυθαιρετούν ασύστολα, κάτι γελοίοι «δημοσιογράφοι» να αμφισβητούν ακόμα και τους τραγικότερους θανάτους και οι Ρομά, οι Αλβανοί, οι μετανάστες και όσοι δεν είναι «σαν κι εμάς» –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– να πεθαίνουν στην ξηρά και να πνίγονται στη θάλασσα χωρίς κανείς να φέρει καμία ευθύνη. Όλα τα παραπάνω όχι μόνο βρίσκουν δεκάδες χειροκροτητές σήμερα, αλλά παρουσιάζονται και ως κανονικότητα. Έτσι, επειδή οι ισχυροί, μπορούν!

Πάει πολύς καιρός που νιώθω ότι βρίσκομαι ανάμεσα στους ηττημένους, ότι η φωνή μου πνίγεται από τα ουρλιαχτά των ορκ, αλλά εκείνο που ξέρω από πολύ παλιά είναι ότι, αν δεν έχει έρθει ακόμα ο καιρός της μαζικής αντίδρασης απέναντι στη δικτατορία της ισχύος, έχει έρθει ο καιρός ν’ ανοίξουμε μια πολύ πλατιά συζήτηση. Κι όταν οι συζητήσεις ανοίγουν, η ώρα των αλλαγών πλησιάζει…