- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γκαζμέντ Καπλάνι: «Μια κοινωνία που φοβάται το διαφορετικό θα παραμείνει για πάντα μέτρια»
20 χρόνια μετά το «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων», ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός μιλά για τη μετανάστευση, την ελληνική κοινωνία και τις νέες πατρίδες
Ο Γκαζμέντ Καπλάνι μιλά για τη νέα του ζωή στις ΗΠΑ, αλλά και τις πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα η Ευρώπη και τα Βαλκάνια.
Τον Ιανουάριο του 1991 ο Γκαζμέντ Καπλάνι πέρασε τα ελληνικά σύνορα από την Αλβανία, πιστεύοντας ότι θα έμενε στην Ελλάδα μόλις 23 ημέρες. Έμεινε τελικά 23 χρόνια. Στην Αθήνα έγινε δημοσιογράφος και συγγραφέας, ενώ μέσα από τη στήλη του «Αθηναϊκές ιστορίες» στην ATHENS VOICE κατέγραψε τις ζωές μεταναστών και τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με το διαφορετικό. Σήμερα διευθύνει τις Αλβανικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο DePaul του Σικάγο.
20 χρόνια μετά την έκδοση του «Μικρού Ημερολογίου Συνόρων», του βιβλίου που μετέτρεψε την προσωπική εμπειρία της μετανάστευσης σε λογοτεχνία, ο Καπλάνι μάς μιλά για τα σύνορα που δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν, τη σχέση του με την Ελλάδα και την εκκρεμότητα της ελληνικής υπηκοότητας, τη νέα του ζωή στις ΗΠΑ, αλλά και τις πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα η Ευρώπη και τα Βαλκάνια.
― Το «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων» συμπληρώνει 20 χρόνια. Τι σημαίνει για εσάς σήμερα αυτό το βιβλίο;
Ανήκω στη γενιά των Ευρωπαίων που γεννήθηκαν με την πλάτη στο Τείχος του Βερολίνου. Η Αλβανία ήταν η πιο ακραία περίπτωση: μεγαλώσαμε σε μια χώρα-φυλακή, ολοσχερώς απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Μια τέτοια εμπειρία σε σημαδεύει σαν τον πόλεμο, χωρίζοντας τη ζωή στα δύο: πριν και μετά τα κλειστά σύνορα. Μέσα από τη λογοτεχνία προσπάθησα να ενώσω αυτά τα δύο κομμάτια της ζωής μου. Η ειρωνεία είναι ότι, όταν περάσαμε τα σύνορα ως ικέτες, νομίζαμε πως θα τα αφήναμε πίσω μας. Όμως τα σύνορα πολλαπλασιάστηκαν εκεί όπου πήγαμε. Έγιναν πιο αόρατα και συμβολικά, αλλά παρέμειναν εξίσου σκληρά. Το να μετατρέπεις μια εμπειρία που σε σημάδεψε σε μυθοπλασία και αντικείμενο διδασκαλίας σημαίνει μάλλον, ότι κατάφερες να μην εξοντωθείς από τα σύνορα που συνάντησες στη ζωή σου.
― Το βιβλίο συνδυάζει την τραγικότητα της μετανάστευσης με το αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Πώς λειτουργεί το χιούμορ απέναντι στο τραύμα;
Μεγάλωσα σε μια χώρα που δεν έχασε το χιούμορ της ούτε κάτω από ένα από τα πιο παρανοϊκά καθεστώτα του 20ού αιώνα. Ο αυτοσαρκασμός καλλιεργείται ιδιαίτερα ανάμεσα στους καταπιεσμένους, σε όσους βιώνουν την ιστορία ως μια σειρά παράλογων γεγονότων. Είναι ένα μελαγχολικό, ανατρεπτικό χιούμορ, που συναντάς σε ανθρώπους που παρατηρούν τον κόσμο όχι από το κέντρο, αλλά από το περιθώριο. Στο βιβλίο, το χιούμορ εκθέτει την απανθρωπιά της εξουσίας και τον παραλογισμό της μισαλλοδοξίας και της γραφειοκρατίας. Θα το παρομοίαζα με ένα καράβι που μεταφέρει τραγικό φορτίο. Αν παρατηρήσεις τη ζωή από κάποια απόσταση, βλέπεις ότι προσφέρεται ταυτόχρονα με τις δύο όψεις της: την κωμική και την τραγική.
― Μείνατε στην Ελλάδα 23 χρόνια. Τι σας κράτησε και πώς βλέπετε σήμερα τη σχέση σας με τη χώρα;
Άνθρωποι, τοπία, οικείες συνήθειες. Κάποια στιγμή πίστεψα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει δεύτερη πατρίδα μου. Αυτό αποδείχθηκε μεγάλη αστοχία. Νιώθω τυχερός που τη γνώρισα ως μετανάστης, αλλά και λυπάμαι ταυτόχρονα, γιατί χάνεις πολλά όταν γνωρίζεις μια χώρα ως μετανάστης και ικέτης.
Δέθηκα ιδιαίτερα με την ελληνική γλώσσα. Αν δεν είχα ζήσει στην Ελλάδα, δεν θα είχα αποκτήσει ποτέ τόσο ουσιαστική σχέση μαζί της. Δεν έχω δει τουρίστες να έχουν γράψει σε μια ξένη γλώσσα βιβλία που έμειναν στην ιστορία της λογοτεχνίας. Έχω δει μετανάστες και πρόσφυγες να το κάνουν, από τον Τζόζεφ Κόνραντ μέχρι τον Χαλίλ Γκιμπράν και τον Τζόζεφ Μπρόντσκι.
Έκανα καλά που έμεινα στην Ελλάδα. Εκεί έγινα δημοσιογράφος και συγγραφέας, σε χρόνια που συγκαταλέγονται στα πιο ξέγνοιαστα της σύγχρονης ιστορίας της. Αν όμως έπρεπε σήμερα να ξαναέρθω ως Αλβανός μετανάστης, δεν θα το έκανα. Επιστρέφω όμως πάντα με χαρά για να συναντήσω φίλους, αναγνώστες και ανθρώπους που μελετούν το έργο μου.
― Στις «Αθηναϊκές ιστορίες» της ATHENS VOICE καταγράφατε τις ζωές μεταναστών. Έχει αλλάξει η ελληνική κοινωνία απέναντι στο διαφορετικό;
Πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου δεν υπάρχει πραγματικά θέση για το διαφορετικό. Έτσι δημιουργήθηκε ως έθνος-κράτος, με έντονη έχθρα προς το θρησκευτικά, γλωσσικά και εθνοτικά «άλλο». Ξόδεψε πολλή ενέργεια για να κρύψει, να αφομοιώσει ή να απωθήσει στη λήθη τους εσωτερικούς «άλλους». Και νομίζω ότι αυτή η νοοτροπία εξακολουθεί να επηρεάζει τους θεσμούς, από τα υπουργεία μέχρι τα σχολεία. Το διαφορετικό είναι περισσότερο ανεκτό στην ιδιωτική σφαίρα, επειδή πολλοί Έλληνες γνωρίζουν από τις οικογενειακές τους ιστορίες ότι έχουν ζήσει και αναμειχθεί επί αιώνες με τους «άλλους». Στη δημόσια σφαίρα γίνεσαι αποδεκτός κυρίως μέσα από την πλήρη αφομοίωση. Η Ελλάδα έχει εξαιρετικές ικανότητες αφομοίωσης, αλλά έχει επιδείξει και μεγάλη βία απέναντι στους διαφορετικούς.
Οι κοινωνίες αλλάζουν, αλλά πολύ αργά και όχι ευθύγραμμα. Δεν μου αρέσουν οι διακηρύξεις για την ομορφιά της διαφορετικότητας, γιατί συνήθως προέρχονται από ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει ως διαφορετικοί. Εγώ έχω ζήσει έτσι μια ολόκληρη ζωή. Θα πω το εξής: μια κοινωνία που φοβάται συστημικά το διαφορετικό μέσα της μπορεί να ζήσει και καλά. Είναι όμως μια κοινωνία που θα παραμείνει για πάντα μέτρια, δεν θα εξελιχθεί ποτέ σε κάτι αξιοσημείωτο.
― Παρά τη μακρά παρουσία και τη συγγραφική σας δραστηριότητα στην Ελλάδα, δεν αποκτήσατε την ελληνική υπηκοότητα. Γιατί;
Εικάζω ότι κάποιοι άνθρωποι που μπορούσαν να ελέγχουν τους μηχανισμούς του κράτους με εξέλαβαν ως διαφορετικό και επομένως επικίνδυνο. Στην Ελλάδα, άλλωστε, δεν επιτρέπεται συνήθως να προοδεύεις χωρίς μέσον. Πώς αλλιώς θα αντιμετώπιζαν έναν μετανάστη που ήρθε απ’ τα βουνά και, δέκα χρόνια αργότερα, έγραφε σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας και εξέδιδε βιβλία με αναγνωστικό κοινό; Γι’ αυτούς ήμουν, κατά κάποιον τρόπο, μια εκτροπή, ένα σκάνδαλο. Δεν μπορούσαν να κάνουν όσα θα έκαναν σε μια δικτατορία. Μπορούσαν όμως να αφήσουν αναπάντητη την αίτηση πολιτογράφησής μου, θεωρώντας ότι έτσι θα με ταπείνωναν.
― Από την Ελλάδα στις ΗΠΑ, όπου διευθύνετε τις Αλβανικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο DePaul. Πώς άλλαξε η ζωή και η ταυτότητά σας;
Για να ξεκινήσεις ξανά από το μηδέν, χρειάζεσαι πολλή δουλειά και τύχη. Οι ΗΠΑ ήταν μάλλον η μόνη χώρα όπου μπορούσα να ξαναχτίσω τη ζωή μου. Είμαι Αμερικανός και Αλβανός πολίτης: αυτή είναι η ταυτότητά μου. Πολιτισμικά παραμένω δεμένος με την Ευρώπη, ειδικά με τη Νότια Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Η διεύθυνση της πρώτης Έδρας Αλβανικών Σπουδών στην ιστορία της αμερικανικής ακαδημίας μού δίνει μεγάλη προσωπική και διανοητική χαρά. Κάθε μετάβαση απαιτεί ανασυγκρότηση όχι μόνο της ταυτότητας, αλλά και της εσωτερικής σου γεωγραφίας, των εννοιών με τις οποίες κατανοείς τον κόσμο.
Αυτή την περίοδο γράφω ένα βιβλίο στα αγγλικά, όχι μόνο επειδή ζω και διδάσκω εδώ, αλλά και για να ολοκληρώσω το ταξίδι. Στην Ελλάδα έγραψα στα ελληνικά για να ολοκληρώσω το ταξίδι από την Αλβανία στην Αθήνα. Τώρα γράφω στα αγγλικά για να ολοκληρώσω το ταξίδι από την Ελλάδα στην Αμερική.
― Στο «Με λένε Ευρώπη» υπερασπίζεστε το όραμα μιας ενωμένης Ευρώπης. Παραμένει εφικτό σε μια εποχή πολέμων και λαϊκισμού;
Το μεγαλύτερο πολιτισμικό πλεονέκτημα της Ευρώπης είναι η μνήμη της: οι τραγωδίες και οι καταστροφές που έζησε, πολλές από τις οποίες επέβαλε η ίδια στον εαυτό της. Μια τραγική αντίληψη της ιστορίας σημαίνει ότι δεν θεωρείς τίποτα δεδομένο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ό,τι καλύτερο κατάφεραν να δημιουργήσουν οι Ευρωπαίοι τον 20ό αιώνα, παρά τις αδυναμίες της. Τώρα όμως πρέπει να αλλάξει, γιατί έρχονται μεγάλες φουρτούνες. Ήδη υπάρχει πόλεμος και θάνατος στα σύνορα της Ευρώπης, στην Ουκρανία, λόγω της Ρωσίας του Πούτιν. Αυτός ο πόλεμος, σε μεγάλο βαθμό, θα καθορίσει το μέλλον της Ευρώπης και της Ε.Ε.
Θέλω να πιστεύω ότι θα έχουμε μάθει κάτι από την ιστορία μας και θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις διατηρώντας τη δημοκρατία και τον τρόπο ζωής μας. Εύχομαι να δω σύντομα την Αλβανία μέλος της Ε.Ε. και την Αμερική και την Ευρώπη στην ίδια πλευρά της ιστορίας και των δημοκρατικών αξιών.
― Πώς μπορεί να ξεπεραστεί η «αυτοπεριθωριοποίηση» των εθνικών ιστοριών των Βαλκανίων;
Τον 19ο και ιδιαίτερα τον 20ό αιώνα, τα Βαλκάνια έγιναν μια θλιβερή περιοχή. Η μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα έθνη-κράτη έγινε διά πυρός και σιδήρου. Πόλεμοι, ανταλλαγές πληθυσμών, εμφύλιες συρράξεις, εθνοκαθάρσεις και οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία άφησαν βαθιά σημάδια.Ταυτόχρονα, τα Βαλκάνια είναι ένα σταυροδρόμι άρρηκτα δεμένο με την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ιστορία. Έχουμε πολλές ιστορίες να διηγηθούμε και να ερευνήσουμε. Το πρόβλημα είναι ότι ο βαλκανικός εθνικισμός μάς εγκλωβίζει συχνά στη δική μας αυλή, οδηγώντας μας σε έναν μίζερο επαρχιωτισμό, παρά τις κοσμοπολίτικες καταβολές μας. Οι ανοιχτόμυαλοι συγγραφείς και ιστορικοί, αν συνεργάζονταν περισσότερο, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην υπέρβασή του.
― Τι αποκαλύπτουν οι πρόσφατες κινητοποιήσεις στην Αλβανία για την πολιτική κουλτούρα της χώρας;
Η Αλβανία βγήκε το 1990 από την κόλαση, κυριολεκτικά. Έκανε μεγάλα βήματα μπροστά, αλλά με χαώδη τρόπο, συχνά ποδοπατώντας ανθρώπους και, προπαντός, χωρίς δικαιοσύνη. Όσοι ασκούν την εξουσία θεωρούν τη χώρα κτήμα τους, όπως συμβαίνει συνήθως στα Βαλκάνια, ενώ τα κόμματα αντιμετωπίζονται σαν προσωπική ή οικογενειακή ιδιοκτησία. Πρόκειται για μια αποπνικτική πολιτική κουλτούρα που ανταμείβει συχνά τα πιο αδίστακτα και αρπακτικά στοιχεία.
Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση αντιδρά το πιο μορφωμένο και αστικοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας, μαζί με μεγάλο μέρος της διασποράς. Ζητούν αλλαγή πολιτικής κουλτούρας και κράτος δικαίου. Μια χώρα χωρίς δικαιοσύνη, όσο κι αν προοδεύει οικονομικά, ζει σε ένα είδος βαρβαρότητας και κινδυνεύει να επιστρέψει στο σκοτάδι. Οι πολίτες διεκδικούν το δικαίωμα στη στέγαση, στην παιδεία, στην υγεία, στο να ανήκουν και να υπολογίζονται ως πολίτες στη χώρα όπου γεννήθηκαν.
Η Αλβανία έχει χάσει σχεδόν τον μισό πληθυσμό της στη μετανάστευση. Σήμερα, πολλοί αναρωτιούνται γιατί πρέπει να εγκαταλείπουν μια όμορφη και πλούσια χώρα και να ζουν ως μετανάστες σε έναν συχνά εχθρικό κόσμο, όταν μπορούν να τη χτίσουν και να ζήσουν εκεί αξιοπρεπώς. Η απάντηση που δίνουν είναι ότι η χώρα παραμένει φτωχή επειδή κυβερνάται από μια πολιτική τάξη αυταρχικών και απατεώνων. Πρόκειται για μια καταλυτική αλλαγή νοοτροπίας και αυτοαντίληψης.