- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Maurizio Dessalvi: «O βρόχος και το δηλητήριο» - Ένα αληθινό, ιστορικό έγκλημα πάθους και ακόρεστης φιλοδοξίας που δικαιολογεί τον δραματικό τίτλο του βιβλίου
Το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο βρόχος και το δηλητήριο: Άνοδος και πτώση μιας γυναίκας στα χρόνια του Τρομερού Συμβάντος» του Maurizio Dessalvi, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάμινος, αποτελεί μια λογοτεχνική ανατομία μιας από τις πιο σκοτεινές, μεταβατικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Το βιβλίο ζωντανεύει την Αθήνα του 15ου αιώνα, μεταφέροντας τον αναγνώστη στον απόηχο του «Τρομερού Συμβάντος», της τραγωδίας της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453. Μέσα από τη μετάφραση και τα επεξηγηματικά σχόλια του Νίκου Γ. Μοσχονά, η έκδοση λειτουργεί ως μια μυθοπλαστική χαρτογράφηση της φραγκοκρατούμενης Αθήνας, με επίκεντρο και οχυρό το κάστρο της Ακρόπολης.
Στην καρδιά της πλοκής βρίσκεται ένα αληθινό, ιστορικό έγκλημα πάθους και ακόρεστης φιλοδοξίας που δικαιολογεί τον δραματικό τίτλο του βιβλίου. Πρωταγωνίστρια είναι η Κιάρα Ατσαγιόλι, η δυναμική χήρα του δούκα της Αθήνας Νέριου Β΄, η οποία διοικεί το δουκάτο ως επίτροπος του ανήλικου γιου της, Φραγκίσκου. Η μοίρα της αλλάζει δραματικά όταν ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον Βενετό έμπορο και ριψοκίνδυνο τυχοδιώκτη Βαρθολομαίο Κονταρίνι. Προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για τον γάμο τους και να ικανοποιηθεί η δίψα του Κονταρίνι για εξουσία, εκείνος καταφεύγει στο δηλητήριο για να εξοντώσει τη νόμιμη σύζυγό του στη Βενετία. Ωστόσο, αυτός ο σκανδαλώδης γάμος μετατρέπεται γρήγορα σε θανάσιμο βρόχο. Η προκλητική άνοδος του ζευγαριού προκαλεί την οργή της οικογένειας Ατσαγιόλι και την άμεση, δυναμική παρέμβαση του Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή. Μέσα σε ένα σκηνικό γεωπολιτικής παγίδας, η Κιάρα χάνει την επιτροπεία, ο γιος της σέρνεται όμηρος στην οθωμανική αυλή και η ίδια οδηγείται σε τραγική και βίαιη πτώση.
Παράλληλα με το προσωπικό δράμα και την ψυχολογική ανατομία των ηρώων, οι οποίοι από ρυθμιστές της εξουσίας μετατρέπονται σε ανίσχυρα πιόνια της μοίρας, ο Dessalvi αποτυπώνει την καθολική αγωνία του ελληνικού και ευρωπαϊκού κόσμου. Το βιβλίο μεταδίδει ανάγλυφα τον τρόμο και την παράλυση που επικράτησε στα εναπομείναντα κρατίδια της πρώην βυζαντινής αυτοκρατορίας μπροστά στην ισοπεδωτική επέλαση των Οθωμανών. Μέσα από τις σελίδες του αναδεικνύονται οι πολιτικές ίντριγκες, οι υπαρξιακοί φόβοι των τοπικών αρχόντων και η βαθιά αβεβαιότητα για το μέλλον του Ελληνισμού, καθώς όλοι συνειδητοποιούσαν με απόγνωση ότι η χριστιανική Δύση δεν επρόκειτο να στείλει καμία ουσιαστική βοήθεια.
Η αφηγηματική δομή του έργου είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, καθώς βασίζεται στην τεχνική της επιστολικής μυθοπλασίας. Η ροή της ιστορίας πλαισιώνεται από μια σειρά πλασματικών αλλά και αυθεντικών ιστορικών επιστολών που ανταλλάσσονται μεταξύ των πρωταγωνιστών και κορυφαίων προσωπικοτήτων της Αναγέννησης και του Βυζαντίου. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στον αναγνώστη να εισδύσει στις ενδόμυχες σκέψεις, τους φόβους και τις επιδιώξεις των προσώπων της εποχής, προσδίδοντας στο κείμενο μοναδική ζωντάνια και θεατρικότητα, ιδανική για τη λεπτομερή εικονογράφηση της περιόδου.
Ο συγγραφέας του βιβλίου, Maurizio Dessalvi, συνδυάζει ένα εντυπωσιακό ακαδημαϊκό και διπλωματικό υπόβαθρο που συνδέεται με αγάπη για την Ελλάδα και τον πολιτισμό της. Έχοντας σπουδάσει στο Université Libre de Bruxelles και στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, δίδαξε για πολλά χρόνια γαλλική γλώσσα στη μέση εκπαίδευση, καθώς και ιταλική γλώσσα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: στο Πανεπιστήμιο για Ξένους της Σιένας, στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σομαλίας, στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας και στο Πανεπιστήμιο της Κόστα Ρίκα. Η μετέπειτα θητεία του ως Μορφωτικός Ακόλουθος στα Ιταλικά Μορφωτικά Ινστιτούτα της Αθήνας, των Βρυξελλών και της Χάιφα, σε συνδυασμό με τις επιστημονικές του μελέτες για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, του επέτρεψαν να συνθέσει ένα έργο όπου η ιστορική ακρίβεια συναντά την υψηλή λογοτεχνική ευαισθησία.
Απόσπασμα από το βιβλίο:
«Συγχωρείστε με, Φραγκίσκο, δεν ήθελα να σας λυπήσω. Θέλω μονάχα να πω ότι σήμερα λείπει η ηρωική πλευρά των αγώνων που υπήρχε άλλοτε. Αρχικά, κονταροχτυπήματα και αγώνες ήταν προνόμιο της αριστοκρατίας· έπειτα, σιγά σιγά, ανοίχτηκαν και στους αστούς, στον λαουτζίκο και στους στρατιώτες. Λίγο λίγο οι κανόνες άλλαξαν και μπήκαν κανονισμοί ασφάλειας που τους μεταμόρφωσαν σε θεάματα, ενώ πρώτα περισσότερο από διαγωνισμούς επρόκειτο για πραγματικές συγκρούσεις από τις οποίες έβγαινε κανείς σε κακά χάλια και, συχνά, έχανε τη ζωή του. Σήμερα μάχονται με όπλα λιγότερο επικίνδυνα, για παράδειγμα ακόντια και σπαθιά στομωμένα και δίχως κόψη, και με προφυλακτήρα στη λαβή που προστατεύει πλέον το χέρι εκείνου που την κρατεί. Το ατύχημα του πατέρα σας στάθηκε ένα τραγικό ατύχημα, αλλά μου διηγήθηκαν πως εκείνος πολέμησε σαν λιοντάρι».
«Βαρθολομαίο, θυμάστε κάτι από αυτό που σας ειπώθηκε; Θα μου άρεσε να ξανακούσω την αφήγηση: θέλω να ξαναζωντανέψω την ανάμνηση του πατέρα μου».
«Το αγώνισμα έγινε στην πεδιάδα όπου αρχίζει ο δρόμος για το Πόρτο Λεόνε. Ήταν μια υπέροχη ημέρα του Γενάρη. Συγκρούονταν διάφορες πόλεις, που καθεμιά από αυτές τις εκπροσωπούσε μια ομάδα ανδρών. Είχαν αθλοθετηθεί ένα χρυσοΰφαντο κι ένα αργυροΰφαντο πολύτιμο ύφασμα. Είχαν μόλις χτυπηθεί οι εκπρόσωποι της Ναυπλίας και της Κορίνθου. Τώρα ήταν η σειρά του Μυστρά και της Αθήνας. Ο δούκας Νέριος ο πατέρας σας ίππευε ένα λαμπρό άσπρο επιβήτορα. Ιππότης και άλογο έφερναν τα εμβλήματα με το γαλάζιο όρθιο λιοντάρι σε λευκό βάθος της οικογένειας Ατσαγιόλι. Ο ιππότης του Μυστρά και το μαύρο άλογό του σήκωναν τα πορφυρά εμβλήματα και τον δικέφαλο αετό των Παλαιολόγων, κληρονόμων του αυτοκρατορικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Τριγύρω μονάδες ιπποτών διαφόρων προελεύσεων παρευρίσκονταν στη συνάντηση με τα ποικιλόχρωμα εμβλήματά τους, αστραφτεροι στα χρώματα των λαβάρων τους, των καλυμμάτων των αλoγων και των μανδυών με τα πλούσια σχέδια και τις πολύπλοκες αλληγορίες, που τα σύμβολά τους ήταν πραγματικά κωδικοποιημένα μηνύματα, που τώρα θα ήταν πολύ δύσκολο να καταφέρουμε να ερμηνεύσουμε. Ο πατέρας σας και ο ιππότης του Μυστρά αντιμετώπισαν, λοιπόν, ο ένας τον άλλον με ακόντια μακριά που χρησίμευαν να ρίξουν τον αντίπαλο από το άλογο. Έτυχε ο δούκας να καταφέρει να ρίξει τον ιππότη του Μυστρά, αλλά το ακόντιο εκείνου δυστυχώς προκάλεσε στον πατέρα σας ένα βαθύ σκίσιμο στον αριστερό μηρό. Αν και με δυσκολία, παρόλο τον οξύ πόνο και το αίμα που έτρεχε ποτάμι, εκείνος κατάφερε πάντως να κρατηθεί στη σέλα κι έτσι να νικήσει τον αγώνα».
«Γνωρίζω το υπόλοιπο της ιστορίας που μου στέρησε τον πατέρα. Το χρυσοΰφαντο πολύτιμο ύφασμα κερδήθηκε από την Αθήνα και το αργυροΰφαντο από τον Μυστρά. Όταν σταμάτησε η αιμορραγία, ο πατέρας μου επέμεινε να ανέβει ξανά στο άλογό του και να επιστρέψει με τις δυνάμεις του στην Ακρόπολη και στο δουκικό παλάτι όπου πέθανε έπειτα από πολύωρο ψυχομαχητό. Η μητέρα μου κι εγώ διατηρούμε ακόμη το αιματοβαμμένο κάλυμμα του αλόγου του» πρόσθεσε απαρηγόρητος ο Φραγκίσκος, έχοντας γίνει ξαφνικά μελαγχολικός.
«Ο πατέρας σας, Φραγκίσκο, ήταν ένας θαρραλέος άνδρας που δεν φοβόταν τον κίνδυνο να πεθάνει και σ' εκείνον τον τελευταίο αγώνα δεν γνώρισε την ντροπή της ήττας. Με τον θάνατό του όλες οι δεσποτείες της Ελλάδας έστειλαν αντιπροσωπείες σε ένδειξη της εκτίμησής τους. Κοιμηθείτε τώρα, αύριο θα είναι μια άλλη δύσκολη μέρα και πρέπει να είμαστε ξεκούραστοι για να αντιμετωπίσουμε το ταξίδι».
Αφήνοντας το κάστρο του Αλμυρού, οι ιππότες πέρασαν από τα ερείπια κάποιων παλαιών χριστιανικών βασιλικών της νεκρής πόλης των Θηβών της Θεσσαλίας και έφτασαν στην πόλη της Λάρισας όπου φιλοξενήθηκαν σε ένα μοναστήρι.
Οι ιερωμένοι δέχτηκαν τους ταξιδιώτες σαν προσκυνητές και τους περιέβαλαν με φιλοφρονήσεις και φροντίδες. Την επομένη την αυγή οι μοναχοί τους πρόσφεραν κάποια προμήθεια σε τροφές για το ταξίδι που ακόμη τους περίμενε και τους αποχαιρέτησαν με μια ευλογία.
Ο Βαρθολομαίος, ο Φραγκίσκος και οι συνοδοί τους πέρασαν τα στενά των Τεμπών, ανάμεσα στον Όλυμπο και στην Όσσα, όπου ρέει γαλήνιος ο ποταμός Πηνειός. Μακριά, πιο μπροστά στην ακτή, ξεχώριζε ο επιβλητικός όγκος του κάστρου του Πλαταμώνα, όπου βρήκαν καταφύγιο για τη νύχτα κι έμειναν και την άλλη μέρα για να μπορέσουν οι άνθρωποι και τα άλογα να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους που είχαν τεθεί σε σκληρή δοκιμασία από εκείνο το μακρύ ταξίδι.
Την αυγή της τρίτης μέρας, έχοντας μακρύνει από το φρούριο του Πλαταμώνα, διέτρεξαν την πεδιάδα στους πρόποδες του Ολύμπου, που ήταν πλούσιοι σε πηγές και νερά, όπου είδαν με θαυμασμό να αναδύονται από τη γη οι κορυφές από κολόνες στολισμένες με πλούσια κιονόκρανα που ανήκαν σε αρχαίους ναούς που είχε καταπιεί η λησμονιά.
Στην όμορφη Θεσσαλονίκη έγιναν δεκτοί με ξεχωριστή φροντίδα στην κατοικία ενός προύχοντα, φίλου της οικογένειας της Κιάρας, όπου μπόρεσαν να ξεκουραστούν προτού ξαναπιάσουν το ταξίδι. Η πόλη ήταν από τις πιο ευχάριστες για τη ζηλευτή θέση της πάνω στη θάλασσα και την ομορφιά των κτηρίων της μέσα και έξω από τα τείχη.