Βιβλιο

Kyle Decker, «Θα σπείρουμε τον όλεθρο»

Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Έρμα

Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση

Kyle Decker, «Θα σπείρουμε τον όλεθρο» (μετάφραση Όλγα Καρυώτη, 376 σελίδες, Εκδόσεις Έρμα).

Πριν πιάσεις στα χέρια σου το «Θα σπείρουμε τον όλεθρο» του Κάιλ Ντέκερ που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Έρμα, δεν είχες ιδέα πως αυτό που χρειαζόσουν, αυτό που έλειπε από τη ζωή σου, ήταν ένα καθαρόαιμο αστυνομικό μυθιστόρημα τοποθετημένο στην πανκ σκηνή του Λος Άντζελες στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δεν θα σου είχε καν περάσει από το μυαλό κάτι τέτοιο. Αλλά στη ζωή, και στην πεζογραφία είδους —που τη μιμείται, βγάζοντάς της συχνά τη γλώσσα—, υπάρχουν πράγματα που δεν τα χωρεί η φιλοσοφία μας.

Πρωταγωνιστής εδώ είναι ο Άλεξ Ντάματζ —επικό όνομα—, με την μπλε μοϊκάνα του και ένα ξηλωμένο πέτσινο με παραμάνες, βαψίματα και μπαλώματα: ένας πιτσιρικάς (είναι μόλις 22 χρονών) ιδιωτικός ντετέκτιβ χωρίς άδεια —τι άδεια τώρα…— που ζει από προσωπικές χάρες, από τη φήμη του, και από κάποιες υπηρεσίες που προσφέρει μέσα στην underground κοινότητα της πόλης. Νεαρός, πανκ, αλήτης — όλα αυτά και άλλα τέτοια, ναι: αλλά μέσα στις φλέβες του κυλά όλη η μυθολογία τού νουάρ. Στην πραγματικότητα, είναι δύο άνθρωποι: αυτό που φαίνεται, κι αυτό που βράζει μέσα του. Ο Ντάματζ είναι ο Φίλιπ Μάρλοου που όλοι θέλαμε κάποια στιγμή στη ζωή μας να ήμασταν. Ή, που το θέλουμε ακόμη. Και δεν είναι μόνο: περνάει και όσα περνούν όλοι οι λογοτεχνικοί Μάρλοου: παθιάζεται με την έρευνά του, ξετρυπώνει ανθρώπους και καταστάσεις που κανείς άλλος ποτέ δεν θα μυριζόταν, τρώει και δίνει ξύλο, βλέπει πτώματα να σωριάζονται γύρω του, τρέχει να ξεφύγει, πέφτει κατάκοπος, τον κυνηγάει και τον πιάνει ο Νόμος, ερωτεύεται και κάνει σεξ, και κινδυνεύει να τελειώσει ο ίδιος πριν τελειώσει η υπόθεση. Είναι αρχετυπικός όσο δεν πάει. Γι’ αυτό μάς αρέσει. Και είπαμε: είναι και αναπάντεχος. Γι’ αυτό και ξεχωρίζει.

Και βέβαια έχουμε μια υπόθεση εδώ. Μια κανονική υπόθεση: έναν φόνο, και την έρευνα που ακολουθεί για τη διαλεύκανσή του. Το βιβλίο μας λοιπόν ξεκινά όταν ο Τζέρι Ρας, ο δεκαεννιάχρονος τραγουδιστής ενός πανκ συγκροτήματος της συμφοράς, βρίσκεται νεκρός από υπερβολική δόση μετά από μια εμφάνιση σε ένα καταγώγιο της μόδας. Αν και όλα δείχνουν πως τα ’θελε και τα ’παθε, το κορίτσι του πείθει τον Άλεξ ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο Άλεξ δεν λέει ποτέ όχι σε μια δουλειά που μπορεί να τον κρατήσει στα πόδια του για λίγες μέρες ακόμα, και ξεκινά την έρευνα. Ή μάλλον, ξεκινά μια φρενήρη έρευνα, που θυμίζει τρομερά game (τα games έχουν σαν πρότυπο το αστυνομικό, που κρατά από το ιπποτικό μυθιστόρημα, που κρατά από τα επικά ταξίδια των λογής αρχετυπικών ηρώων, που κρατούν από τα παραμύθια γύρω από τη φωριά), καθώς ανεβαίνει όλο επίπεδα, κερδίζοντας κάθε φορά και κάτι, και χάνοντας κάτι. Θα έρθει αντιμέτωπος με διεφθαρμένους αστυνομικούς, με εμπόρους ναρκωτικών, με νεοναζί σκίνχεντ, με σκοτεινούς πολιτικούς, με λογής φάρες — you name it.

Ας το πούμε: ο Κάιλ Ντέκερ, που είναι και ο ίδιος μουσικός, και πανκ, και φροντιστής σε πανκ συναυλίες, και διάφορα άλλα τέτοια, έχει επενδύσει στη συστηματική έρευνα για το βιβλίο του, κι αυτό φαίνεται. Μελέτησε απομνημονεύματα, είδε όλα τα ντοκιμαντέρ της εποχής, ξεφύλλισε όλα τα αρχαία φανζίν των 80s, και έχτισε γύρω από την πλοκή του έναν κόσμο γεμάτο πραγματικά μαγαζιά, πραγματικές συναυλίες, πραγματικές καταστάσεις, και 100% πραγματικά πρόσωπα της σκηνής. Έτσι, ανάμεσα σε άλλους, θα δούμε τον θρυλικό Έντι Νας και τον ακόμη θρυλικότερο Τζον Χολμς — ρεμάλια, απατεώνες, μαφιόζους και εγκληματίες που δεν είναι εδώ για ένα γρήγορο πέρασμα, αλλά για να πάρουν μέρος για τα καλά στην πλοκή. Ακόμη περισσότερο: ο Ντέκερ έφτιαξε μέχρι και έναν δίσκο με τα τραγούδια που αποδίδονται στο (φανταστικό) συγκρότημα Bad Chemicals, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα. Όλα είναι αληθινά εδώ, και όλα επιτρέπονται.

Μόνο καλά λόγια έχουμε να πούμε για το βιβλίο. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι ευθύβολη και σπιρτόζικη, ο ρυθμός γρήγορος και νευρικός, το ενδιαφέρον μας για την υπόθεση παραμένει αμείωτο, η αφήγηση δεν σταματά ποτέ να σε διασκεδάζει (θυμίζουμε ότι γι’ αυτό διαβάζουμε αστυνομικά, όχι για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, καλύτεροι χριστιανοί, καλύτεροι πολίτες, πιο βίγκαν κ.ο.κ.), το μαύρο χιούμορ, ο κυνισμός και οι —κλασικές στο νουάρ— voice over ατάκες δίνουν και παίρνουν, οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, η προσοχή στη λεπτομέρεια, τα (υπαρκτά) στέκια, η ενσωμάτωση αυθεντικών μουσικών αναφορών, τα κατακάθια της κοινωνίας που μπλαβιάζει το μούτρο τους για να φάνε κι άλλο και για ν’ αντέξουν κι άλλο — όλα μα όλα δίνουν στο μυθιστόρημα μια αίσθηση καλά βιωμένης εμπειρίας. Σχεδόν μυρίζει το στόμα τους. Ο δε Ντάματζ, μπορεί να είναι μεν ένας χαρακτήρας που φοράει τη σκληρή προσωπίδα του κλασικού σκληροτράχηλου ντετέκτιβ (a.k.a. πιο μάτσο πεθαίνεις), αλλά σταδιακά την αποδομεί, την αλλάζει, την εξελίσσει. Κοιτάζει προς τα πίσω, αλλά προχωράει μπροστά. Είναι ένας #metoo Μάρλοου, και καλά κάνει.

Άλλα δύο στοιχεία:

  • Αν μάς έδιναν 100 ευρώ για κάθε φορά που η μετάφραση μας έκανε να σηκωθούμε διανοητικά και να πανηγυρίσουμε, θα μαζεύαμε αρκετά λεφτά για να αποσυρθούμε —επιτέλους— στην Κόστα Ρίκα και να γίνουμε κι εμείς ντετέκτιβ.
  • Το βιβλίο που λέει όταν πρωτοπαρουσιάζει την κεντρική του ηρωίδα, «Το πρόσωπό της μου θύμιζε την Ντέμπι Χάρι», γίνεται αυτομάτως αγαπημένο μας βιβλίο.

Κλείνοντας: ζητήσαμε δυο λόγια από τη μεταφράστρια του μυθιστορήματος, και δεν μας το αρνήθηκε. Την ευχαριστούμε θερμά για τον χρόνο και την προθυμία της. Νά τι μας είπε:

«Βλέποντας έναν τίτλο βγαλμένο από στίχο των Lexicon Devils, πανκ εξώφυλλο και τη λέξη “ντετέκτιβ” στην περιγραφή, ήταν αρκετά για να νιώσω το σκίρτημα της ανακάλυψης ενός βιβλίου που έπρεπε να είχε γραφτεί και επιτέλους γράφτηκε. Αφού το διάβασα, συνειδητοποίησα ότι, όχι απλώς γράφτηκε, αλλά ήταν εξαιρετικό. Με πάθος, έρευνα και αριστοτεχνική δουλειά, ο Κάιλ Ντέκερ πήρε το αρχέτυπο του Φίλιπ Μάρλοου για να το μεταφέρει στα 1981. Ο βαρύς κουστουμάτος τύπος με τη φεντόρα γίνεται ένας 22χρονος πάνκης με μπλε μοϊκάνα και φθαρμένο δερμάτινο. Επιδεικνύει την ίδια αντοχή στο ξύλο και τον ίδιο πνευματώδη σαρκασμό που τσακίζει κόκαλα. Μα τρέφει πολύ πιο ξεκάθαρες πολιτικές ανησυχίες, βλέπει τις γυναίκες ισότιμες και ψάχνεται να σπρώξει την ηθική του σκέψη όλο και παραπέρα. Κυνικός και αυτός; Ναι. Μηδενιστής; Λίγο. Κατά βάθος είναι ταγμένος να μην τα παρατήσει ποτέ, γιατί βαθιά μέσα του πιστεύει στην ουτοπία, στο δίκαιο, στην αλήθεια. Νομίζω ότι ο Άλεξ Ντάματζ ήρθε για να μείνει στο στερέωμα των ξεχωριστών ηρώων του νουάρ».

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

Ο Άλεξ Ντάματζ είναι ένας νεαρός πάνκης με μπλε μοϊκάνα και κουρελιασμένο δερμάτινο μπουφάν, που βγάζει τα προς το ζην παριστάνοντας τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και αναλαμβάνοντας μικροδουλειές για φίλους και ομοϊδεάτες. Όταν ο χαρισματικός Τζέρι Ρας, τραγουδιστής του δημοφιλούς πανκ συγκροτήματος Bad Chemicals, βρίσκεται νεκρός στα καμαρίνια μετά από μια εκρηκτική συναυλία, η αστυνομία σπεύδει να αποδώσει τον θάνατό του σε υπερβολική δόση ναρκωτικών και να κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Μια μυστηριώδης γυναίκα, όμως, δεν πείθεται από την επίσημη εκδοχή και ζητά από τον Άλεξ να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ. Η έρευνα για τα ίχνη του νεκρού μουσικού θα οδηγήσει τον Άλεξ σε μια επικίνδυνη διαδρομή στα σκοτεινά στέκια της πόλης. Ποιος ήταν πραγματικά ο Τζέρι Ρας και γιατί ο θάνατός του φαίνεται να απασχολεί ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση μαζί του; Καθώς τα ερωτήματα πληθαίνουν, η υπόθεση παίρνει απροσδόκητη τροπή και ο Άλεξ παρασύρεται στη δίνη ενός συστήματος βίας και εξουσίας, όπου νεοναζί σκίνχεντ, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, σκληροί μαφιόζοι και αδίστακτοι πολιτικοί αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Με καταιγιστικό ρυθμό, ευρηματική γραφή, άφθονο μαύρο χιούμορ και συνεχείς ανατροπές, το «Θα σπείρουμε τον όλεθρο» συνδυάζει στοιχεία του κλασικού νουάρ με το ανατρεπτικό πνεύμα του πανκ. Μέσα από τη μουσική, τις ιδέες, τους μύθους και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής, ο Κάιλ Ντέκερ συνθέτει ένα καθηλωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα που αντλεί την έμπνευσή του από την ιστορία και τα πρόσωπα της πανκ μουσικής σκηνής και της αμερικανικής αντικουλτούρας των αρχών της δεκαετίας του 1980.

  • Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Κάιλ Ντέκερ είναι συγγραφέας, μουσικός και εκπαιδευτικός. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Ντρέικ της Αϊόβα και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις. Από το 2013 έως το 2018 έζησε στην Ντέγκου της Νότιας Κορέας, όπου εργάστηκε ως καθηγητής Αγγλικών, διοργανωτής συναυλιών και τραγουδιστής σε πανκ συγκρότημα. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα και άρθρα σε ανεξάρτητα φανζίν και περιοδικά του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου. Σήμερα ζει στο Σικάγο και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ παράλληλα είναι τραγουδιστής του πανκ συγκροτήματος The Head Caution. Το «Θα σπείρουμε τον όλεθρο», το πρώτο του μυθιστόρημα, ήταν υποψήφιο για το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος του περιοδικού Chicago Reader για το 2023.

Ο συγγραφέας Kyle Decker

Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Παρασκευή, παρουσιάζοντας τα 5+10 θέματα SOS της εβδομάδας που ξεκινά και του Σαββατοκύριακου που έρχεται αντιστοίχως: διεθνή, τεχνολογία, Τεχνητή Νοημοσύνη, πολιτισμός, και ό,τι άλλο αξίζει να μπει στο ραντάρ μας. Κάθε Τρίτη πρωί, μας ακούτε στο πόντκαστ για το βιβλίο και την τηλεόραση που κάνουμε με τη Σαπφώ Καρδιακού. Κάθε Σάββατο, βυθιστείτε στο πλούσιο και χορταστικό αλμανάκ μας στη Thess Voice. Τις Κυριακές, μιλάμε για το Βιβλίο της Εβδομάδας: σας προτρέπουμε να μη διαβάσετε μόνο την παρουσίαση, να διαβάσετε και το βιβλίο! Μη διστάσετε να μας στείλετε μέιλ, αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ.