- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Το δικαίωμα στην ανία και η μεταφυσική της ραστώνης | Mode Pause: Οδηγός επιβίωσης για βαριεστημένους
Στη λογοτεχνία υπάρχει αυτή η καλή διάκριση: literary fiction και genre fiction. Ή αλλιώς «λογοτεχνική πεζογραφία» και «εμπορική πεζογραφία» (αυτή που παλαιότερα λέγαμε Παραλογοτεχνία). Ή αλλιώς, Σοβαρή Λογοτεχνία και ξανά Εμπορική Πεζογραφία, καθώς δεν λέμε συχνά «λογοτεχνία είδους» στα ελληνικά. Αν και, τα τελευταία χρόνια —καθώς η γλώσσα μας δέχεται με μεγαλύτερη άνεση άμεσα μεταφρασμένους όρους— δεν το αποφεύγουμε.
Αυτός ο διαχωρισμός παρουσιάζεται συχνά, και ορθώς, σαν σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το μυθιστόρημα. Ή, αν όχι σαν σύγκρουση, σαν τις γυρισμένες τους πλάτες. Από τη μία (literary fiction / λογοτεχνική πεζογραφία / Σοβαρή Λογοτεχνία) βρίσκονται η γλώσσα, η εσωτερικότητα, η ψυχολογική παρατήρηση και η μορφική αναζήτηση. Από την άλλη, στην εμπορική πεζογραφία (ή μυθοπλασία, όπως προτιμούν κάποιοι), τον πρώτο λόγο έχει η πλοκή, αλλά και η αγωνία, οι ανατροπές, τα (δυνατά) συναισθήματα, και η ανάγκη του αναγνώστη να μάθει τι θα συμβεί στη συνέχεια. Η literary fiction ενδιαφέρεται συνήθως περισσότερο για τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται μια ιστορία παρά για την ίδια την ιστορία· οι χαρακτήρες, η συνείδησή τους, οι σχέσεις τους και οι μικρές μετατοπίσεις της καθημερινής ζωής αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τα εξωτερικά γεγονότα. Η genre fiction —το αστυνομικό, το θρίλερ, η περιπέτεια, η επιστημονική φαντασία, ο τρόμος, το αισθηματικό μυθιστόρημα, το γουέστερν κλπ. κλπ.: υπάρχουν κάμποσες δεκάδες είδη, υποείδη και υβρίδια, και διαρκώς εμφανίζονται και περισσότερα— βασίζεται περισσότερο σε αναγνωρίσιμες συμβάσεις αφενός, και σε έναν ισχυρό αφηγηματικό μηχανισμό αφετέρου.
Η διάκριση αυτή έχει μεν κάποια χρησιμότητα, αλλά εύκολα μετατρέπεται σε αξιολογική ιεράρχηση. Η γλωσσική δυσκολία, η αργή αφήγηση και η περιορισμένη δράση συνδέονται από πολλούς απριόρι με μια κάποια λογοτεχνική σοβαρότητα, ενώ η αναγνωστική —ας μας επιτραπεί— κόπωση συνιστά ηθική υποχρέωση του αναγνώστη, το λογοτεχνικό του χρέος, το πραγματικό αντίτιμο για τη συμμετοχή του στη ζώσα ύπαρξη του βιβλίου: δηλαδή είναι καλά πράγματα. Η πλοκή, η αναγνωστική απόλαυση και τα συναφή (κρίνεται γενικά απαραίτητο να δοθεί στη λέξη «απόλαυση» υποτιμητική χροιά) αντιμετωπίζονται σαν χαρακτηριστικά ενός βιβλίου βεβαίως κατώτερου, εμπορικού, ενός βιβλίου που υπηρετεί μία σειρά από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Τα ίδια ισχύουν και για τους αναγνώστες αυτών των βιβλίων. Οι μεν είναι απαιτητικοί και στοχαστικοί, οι δε ανεπαρκείς και ρηχοί. Οι μεν ομνύουν στον Απόλλωνα και τις Μούσες, οι δε τσικνίζουν βία σε κάναν Διόνυσο, σαν άλλοι Σειληνοί: μορφές δαιμονικές με ζωώδη χαρακτηριστικά, συνήθως με αυτιά, ουρά και οπλές αλόγου ή γαϊδάρου — ή και τράγου, αν προτιμούν τα Άρλεκιν και τα σατυρικά Romantasy ή τα διαβολικά Dark Romance.
Ανάμεσα στις δύο κατηγορίες βρίσκεται η λεγόμενη upmarket fiction. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως από εκδότες και λογοτεχνικούς ατζέντηδες —συνήθως όχι από τους βιβλιοπώλες, και σίγουρα όχι από το κοινό— για βιβλία που συνδυάζουν λογοτεχνική φιλοδοξία με εμπορική αναγνωσιμότητα. Πρόκειται για μυθιστορήματα με προσεγμένη πρόζα, σύνθετους χαρακτήρες και, ας πούμε, σοβαρά θέματα, που όμως διαθέτουν συγχρόνως σαφή πλοκή και ισχυρή αφηγηματική έλξη. Ή, με άλλα λόγια, η upmarket fiction επιχειρεί να συμφιλιώσει, ή καλύτερα να αρραβωνιάσει, όσα η παραδοσιακή διάκριση κρατά σε χωριστές κρεβατοκάμαρες. Δείχνει ότι η εσωτερικότητα μπορεί να συνυπάρξει με την αγωνία, ότι η καλή γλώσσα δεν χρειάζεται να επιβραδύνει την ιστορία, και ότι ένα βιβλίο μπορεί να είναι προσβάσιμο χωρίς να γίνεται απλοϊκό.
Ο όρος βέβαια παραμένει ασαφής και, ας το ξαναπούμε, κυρίως εξυπηρετεί τις ανάγκες της αγοράς. Περιγράφει λιγότερο ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος και περισσότερο μια, ας το ξαναπούμε κι αυτό, φιλοδοξία: να αποκτήσει το βιβλίο ευρύ κοινό χωρίς να εγκαταλείψει την αξίωση λογοτεχνικής ποιότητας. Μάλιστα, τα περισσότερα από τα πιο ενδιαφέροντα σύγχρονα μυθιστορήματα κινούνται ακριβώς σε αυτή την περιοχή. Δανείζονται από τη genre fiction την πλοκή (ας θυμηθούμε: ένα από τα αρχαιότερα και δυσκολότερα εργαλεία της αφήγησης), την ένταση και την καθαρή δομή, ενώ κρατούν από τη literary fiction τη γλωσσική ακρίβεια, την αμφισημία και το ψυχολογικό βάθος. Άλλωστε, όλοι οι συγγραφείς τους έχουν βγάλει μεγάλα πανεπιστήμια δημιουργικής γραφής, δεν είναι σαν κι εμάς.
Από την άλλη, δεν είναι καθόλου λίγα τα βιβλία τής literary fiction που κάνουν μεγάλο σουξέ και πουλάνε: κοντά στα μισά μπεστ-σέλερ ανήκουν ακριβώς σ’ αυτή την κατηγορία. Είναι λογικό, γιατί είτε είναι πράγματι καλά βιβλία που απευθύνονται σε ένα προετοιμασμένο κοινό, είτε —μην κρυβόμαστε πίσω από τον σελιδοδείκτη μας— είναι τα χαϊδεμένα παιδιά της αγοράς που απευθύνονται σε ένα ευεπίφορο στην κολακεία κοινό. (Της αγοράς, ήτοι τής… καθεστηκυίας τάξεως, που λέγαμε έναν καιρό). Ας μην ξεχνάμε, μιας και το ’φερε η κουβέντα, και την ταξική και πολιτισμική διάσταση της διάκρισης. Η literary fiction, χέρι-χέρι με τις λέσχες φίλων, ομοϊδεατών και ομοτράπεζων, συνδέεται με το κύρος, τα βραβεία και τη θεσμική κριτική, με τις συνεντεύξεις, τις προσκλήσεις για διηγήματα σε αφιερώματα και συλλογικούς τόμους, για γνώμες, σχόλια και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς —απροπό, και με τις φιλοξενίες συγγραφέων σε νησιά, πύργους κ.τ.π., για να πάνε να ηρεμήσουν και να εμπνευστούν—, ενώ η genre fiction με τη μαζική κατανάλωση, την τρισκατάρατη ευκολία, την μπας-κλας ψυχαγωγία… και τις ομάδες στο Facebook.
Όλες οι κατηγορίες έχουν κάπου ένα 10% καλά και πολύ καλά βιβλία. Για τα ηρωικά υπόλοιπα, τους πεζικάριους, τις αναβαθμίδες των καλών και αρίστων, ας μένει ο λόγος.
ΥΓ. Αν αναρωτιέται κανείς τι σχέση έχουν τα παραπάνω σε μία σειρά σημειωμάτων με κεντρικό τους θέμα την πλήξη, την ανία, τη βαριεστημάρα, τα χασμουρητά… ε, σπολλάτη, κακώς αναρωτιέται.
* * *
Το αυγουστιάτικο Ημερολόγιο της Πλήξης κυκλοφορεί όλο τον μήνα, κάθε μέρα, στις 7 το πρωί. Ελπίζουμε να μη σας φαίνεται πολύ πληκτικό. Σας ευχαριστούμε.