Βιβλιο

Συγγραφέας γεννιέσαι ή γίνεσαι; 3 πεζογράφοι απαντούν

Ο Παναγιώτης Γούτας, η Λένα Χ. Δημητριάδου και ο Ντίνος Γιώτης μιλούν για τη συγγραφική τους εμπειρία και τα νέα τους βιβλία.

A.V. Guest
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα βιβλία «Η Μελωδία των Αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα, «Κλειώ» της Λένας Χ. Δημητριάδου («Κλειώ») και «Αθήνα 2.0 του Ντίνου Γιώτη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν

→ Συνέντευξη στον Γιάννη Παπαδόπουλο 

Τι είναι εκείνο που σας ωθεί να γράφετε;

Παναγιώτης Γούτας: Κατά βάση δεν γνωρίζουμε γιατί γράφουμε. Αν το γνωρίζαμε ακριβώς ίσως και να μη γράφαμε καθόλου. Έχω δημοσιεύσει σχετικό κείμενο επ’ αυτών σε ηλεκτρονική εφημερίδα για το βιβλίο και τον πολιτισμό. Δεν γνωρίζουμε τις μυστικές διεργασίες που γίνονται μέσα μας και πιάνουμε το μολύβι. Η απάντησή μου λοιπόν είναι ότι δεν ξέρω ακριβώς τι με ωθεί στο να γράφω, όμως ξέρω καλά πως, όταν γράφω, κάτι απαλύνεται, γαληνεύει και ισορροπεί μέσα μου.

Λένα Χ. Δημητριάδου: Πρόκειται για μια εσωτερική ανάγκη να αποτυπώσω στο χαρτί μικρές ή μεγάλες στιγμές που περικλείουν γεγονότα και συναισθήματα. Μια συγκεκριμένη συζήτηση, ένα σκηνικό που διαδραματίζεται έξω από το παράθυρό μου, ένα βίωμα ή ένα εξωτερικό γεγονός, ένα πρόσωπο, μια ανάμνηση μπορεί να με ωθήσει να γράψω. Σίγουρα με έχει βοηθήσει και η συμμετοχή μου σε συγγραφικές ομάδες. Η γραφή είναι μια εξαιρετική πνευματική άσκηση, αλλά παράλληλα και μια πολύτιμη συντροφιά. Μιλάμε πολύ σήμερα για τη μοναξιά, τη μοναξιά της πολυκατοικίας, τη μοναξιά μέσα στην οικογένεια. Ιδιαίτερα στην περίοδο του αναγκαστικού εγκλεισμού, η γραφή ήταν για μένα το μέσο για να εκφράσω και να απελευθερώσω έτσι τον εσωτερικό μου κόσμο.

Ντίνος Γιώτης: Με τις λέξεις και τη γραφή γενικότερα νιώθω μια οικειότητα. Είναι το μέσον για να μπορώ να εκφραστώ και να εκφράσω εκείνο που δεν θα μπορούσα να κάνω με άλλον τρόπο. Οπότε θα έλεγα ότι γράφω επειδή μπορώ. Με την έννοια, όπως δεν μπορώ, για παράδειγμα, να σχεδιάσω μια γέφυρα ή να βάλω τρεις νότες στη σειρά.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσάς είναι να καταφέρετε να εκφράσετε τη σκέψη σας πάνω στο χαρτί;

Π.Γ.: Γράφω αρκετά εύκολα, δηλαδή η σκέψη, η ιδέα, όταν γίνει ήδη αρκετά επίμονη, ρέει αβίαστα στο χαρτί. Ο κορμός ή ο σκελετός ενός διηγήματος ή μίας νουβέλας μπορεί να χτιστεί γρήγορα. Εκείνο που μου παίρνει χρόνο είναι οι συνεχείς αναθεωρήσεις των όσων έχω γράψει, οι διορθώσεις, οι προσθήκες και οι περικοπές. Αυτά μπορεί να διαρκέσουν χρόνια.

Λ.Δ.: Μου είναι πολύ πιο εύκολο να εκφράσω τις σκέψεις μου με αφορμή κάποιο σενάριο που μου έχει δοθεί και είναι ξένο με τον εαυτό μου, μια φανταστική ιστορία για έναν Άγγλο ευγενή για παράδειγμα. Είναι κάτι που χτίζεται ως τεχνική. Πιο δύσκολο πιστεύω πως είναι να γράψεις κάτι που είναι ή αρχίζει να γίνεται κομμάτι του εαυτού σου. Όσο πιο κοντά σου είναι αυτό που γράφεις τόσο πιο δύσκολο είναι να βρεις τις λέξεις. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η ομορφιά της γραφής.

Ν.Γ.: Κάθε αρχή και δύσκολη…

Ποιες είναι οι επιρροές σας;

Π. Γ.: Τα πρώτα μου διαβάσματα αφορούσαν λογοτέχνες της τάσης της «Διαγωνίου» και μπήτνικ πεζογράφους και ποιητές. Έχω επιρροές από ρεαλιστές Αμερικανούς συγγραφείς αλλά και λογοτέχνες της Κεντρικής Ευρώπης. Στην εφηβεία μου με συγκίνησαν αφάνταστα τα βιβλία του Αντώνη Σαμαράκη· η γραφή μου, πιστεύω, διατηρεί ακόμη κάτι από τη ζεστή, ανθρώπινη κοινωνική ματιά του. Με εντυπωσίασαν ως νέο συγγραφέα ο Μπόρχες, ο Μαρκές, ο Κάφκα, ο Χριστιανόπουλος. Πολύ αργότερα συγγραφικό μου πρότυπο αποτέλεσε ο Φίλιπ Ροθ. Για να φτάσεις κάπου όμως ως συγγραφέας πρέπει κάποια στιγμή να παρακάμψεις τις πρώιμες ή τις ώριμες επιρροές σου, να παρακάμψεις τους μέντορες και τους πνευματικούς δασκάλους σου, να χτίσεις προσωπικό ύφος και να συνεχίσεις τον δικό σου δρόμο δίχως δεκανίκια και επιρροές.

Λ.Δ.: Ως άνθρωπος που είχε αφοσιωθεί στον τομέα της μαθηματικής επιστήμης, δεν είχα πολλές ευκαιρίες να γνωρίσω την κλασσική λογοτεχνία με τον τρόπο που την γνώρισα σε μεγαλύτερη ηλικία.

Ο κινηματογράφος αποτέλεσε μια από τις πρώτες επιρροές μου. Εκεί έμαθα πώς είναι να χάνεσαι μέσα σε μια ιστορία. Ήταν ταινίες με πολύ έξυπνο σενάριο, που έδειχναν πραγματικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, πως ίσως να μην είναι όλα τόσο ξεκάθαρα, βαθυστόχαστα ή τραγικά, ίσως απλά να είναι λίγο μπερδεμένα. Ήταν ένας διασκεδαστικός τρόπος να παρουσιάσεις τη ζωή που ζούμε όλοι μας, την πραγματικότητα γύρω μας. Αυτή τη μυθοπλασία αποτέλεσε την αφορμή για να αρχίσω να διαβάζω.

Η μουσική επίσης με επηρέασε βαθιά. Τα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσα, που τραγουδούσε η μητέρα και οι γιαγιάδες μου, ήταν ένα στοιχείο που έδενε τις γενιές. Αλλά ταυτόχρονα οι στίχοι των τραγουδιών έλεγαν ιστορίες, που αποκτούσαν καινούργια σημασία στην κάθε γενιά. Η μαγεία της μουσικής παράδοσης και ο πόνος όταν αυτή χάνεται σιγά-σιγά, όπως χάθηκε σε μεγάλο βαθμό η προφορική παράδοση των συγγενών μου της Μικράς Ασίας, έγιναν η αφορμή ώστε να αρχίσω να γράφω μικρές ιστορίες για την κουλτούρα των προηγούμενων γενιών.

Ν.Γ.: Θα σας πω για τις πρωταρχικές επιρροές μου, τότε που το παιδικό μυαλό ρουφούσε κάθε τι που ερχόταν από τον έξω κόσμο. ‘Ήταν, λοιπόν, τα παραμύθια και τα δημοτικά τραγούδια που μου έλεγαν και οι δύο γιαγιάδες μου, για να ακολουθήσουν τα έντυπα παραμύθια και τα Κλασσικά Εικονογραφημένα που μου γνώρισαν μεγάλα λογοτεχνικά έργα. Λίγο αργότερα ήρθε η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Δουμάς.

Ποια θεματολογία κρατεί τον κυρίαρχο ρόλο στα έργα σας;

Π.Γ.: Τα θέματα που με απασχολούν στα βιβλία μου είναι αρκετά. Η φοιτητική ζωή και η νεότητα, η ενηλικίωση σε συνδυασμό με τις αλλαγές του αστικού περιβάλλοντος, η παλιά Θεσσαλονίκη σε αντιδιαστολή με τη σύγχρονη πόλη, η τζαζ μουσική, η πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, οι εμπειρίες μου ως εκπαιδευτικού, οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια, η ανθρώπινη απώλεια, ο έρωτας, το ποδόσφαιρο. Στο πρόσφατο μυθιστόρημά μου με απασχολεί πρωτίστως πώς εξελίσσεται η φιλική σχέση τριών γυναικών, που γνωρίζονται από τα φοιτητικά τους χρόνια σε βάθος χρόνου, φτάνοντας δηλαδή μέχρι την ηλικία των εξήντα πέντε περίπου χρόνων, έχοντας όλες τους, πλέον, τριαντάχρονες κόρες. Κι αυτό σε συνάφεια πάντα με τα προσωπικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν αλλά και με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που έχουν εντωμεταξύ συντελεστεί στο αστικό τοπίο όπου διαβιούν.

Λ.Δ.: Ο μικρόκοσμος της καθημερινότητας που μέσα από την εμπειρία του καθενός μπορεί να μετατραπεί σε κάτι επικό και λυρικό. Σημαντικός για μένα είναι ο ήρωας της διπλανής πόρτας, καλός ή κακός. Μέσα από τις ιστορίες μου προσπαθώ να αναδείξω θέματα λιγότερο ή περισσότερο διαχρονικά, όπως οι σχέσεις και δυναμικές μεταξύ ανθρώπων και ιδιαίτερα μεταξύ αντρών και γυναικών και το ρόλο τους μέσα και έξω από την οικογένεια. Μου αρέσει να τυλίγω τις ιστορίες με στοιχεία φανταστικά για να αναδείξω τη μελωδικότητα και την εικονογραφία αυτών των μικρών παρενθέσεων μιας ζωής.

Ν.Γ.: Κρίνοντας από τα, μέχρι στιγμής, επτά βιβλία μου, καμία συγκεκριμένα. Ωστόσο μπορώ να διακρίνω κάτω από την αφηγηματική επιφάνεια όλων των βιβλίων μου, τον άνθρωπο ως ύπαρξη.

Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο σας.

Π.Γ.: Στο Η Μελωδία των Αγαλμάτων οι ήρωες και οι ηρωίδες μου έχουν ένα σταθερό στέκι, το καφέ-μπαρ «Ερμής ανάδρομος», κάπου στο κέντρο της πόλης. Το στέκι είναι μισοπραγματικό, μισοεπινοημένο. Εκεί, κάποιες ημέρες της εβδομάδας, μας αποκαλύπτουν υπό μορφή συζήτησης τα προσωπικά τους. Αναβιώνω μέσα από την ύπαρξη τού μπαρ τη διασκέδαση, τις συνήθειες, τη μουσική, το περιβάλλον, τους χαρακτήρες της δεκαετίας του ’80 και του ’90. Οι ήρωές μου, ενώ στην αρχή κινούνται παράλληλα, εμπλέκονται σε σχέσεις ζωής μεταξύ τους. Ξεκίνησα να το γράφω το 2006, δηλαδή πριν από 20 ολόκληρα χρόνια, προστέθηκαν κάποια κεφάλαια το 2013 και ολοκληρώθηκε το 2025 με την προσθήκη του δεύτερου μέρους, που γειώνει όλη την ιστορία στο σήμερα. Είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, με αρκετά ποιητικά στοιχεία και μεταμοντέρνα δομή στη γραφή του.

Λ.Δ.: Η Κλειώ γεννήθηκε αρχικά από την επιθυμία να έρθει στο προσκήνιο η ζωή των εκπαιδευτικών που διορίζονται σε απομακρυσμένες περιοχές, η αντιμετώπισή τους από την μικρή κοινωνία, τους συναδέλφους και κυρίως από τους μαθητές τους.

Μέσα όμως από την ζωή της ηρωίδας αναδεικνύεται κυρίως η σημασία της αλλαγής, που δημιουργείται από την ανάγκη για αυθεντικότητα. Η Κλειώ λέει ουσιαστικά αυτό που ίσως πολλοί έχουν πει σε κάποια στιγμή της ζωής τους: «Θέλω να τα αλλάξω όλα». Τολμάει να δραπετεύσει από την ασφάλεια μιας προνομιούχας ζωής και την αλλάζει ριζικά, για να διδάξει μαθηματικά σε ένα επαρχιακό σχολείο του ’85. Χωρίς καμία προηγούμενη διδακτική εμπειρία, δοκιμάζει και δοκιμάζεται στο ανοίκειο περιβάλλον της μικρής κοινωνίας και του σχολείου. Μέσα από μια διαρκή πάλη με συναισθήματα και προβληματισμούς, και θυσιάζοντας το «εγώ» της, θα προσπαθήσει να κερδίσει την εκτίμηση των παιδιών, και μαζί τους να εξερευνήσει τα μυστικά μονοπάτια της μάθησης.

Κατά μια έννοια είναι ένα βιβλίο που δείχνει ότι η γνώση μπορεί άθελά της να πάει προς δύο διευθύνσεις, όχι αναγκαστικά προς μία. Ο πομπός μπορεί να είναι συγχρόνως και δέκτης, αρκεί να αποφασίσει να απαλλαχθεί από τα «θέλω» και τους εγωισμούς του. Από αυτή την άποψη, η εμπειρία κάποιου ξεπερνάει τον επαγγελματικό του τίτλο και ανάλογα με το πως θα αποφασίσει να ζήσει, ένας χρόνος σε ένα μικρό τόπο μπορεί να είναι απλά μια ακόμη δουλειά ή αντίθετα μια εμπειρία που αλλάζει όλη τη ζωή του.

Ν.Γ.: Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: Ο Daw, ένας νεαρός που του αρέσει να γράφει ρίμες, έχει έναν στόχο: να βρει λεφτά και να μείνει κάπου μόνος του, μακριά από το τοξικό οικογενειακό του περιβάλλον. Ξεκινά δουλειά ως ντελιβεράς, αλλά τα πράγματα θα πάρουν μια παράξενη και επικίνδυνη τροπή, όταν θα αποφασίσει να ασχοληθεί με παράνομες δραστηριότητες.

Συγγραφέας γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Π.Γ.: Δεν νομίζω πως γεννιέται κάποιος συγγραφέας. Χρειάζεται βέβαια ένα μίνιμουμ ταλέντου, όπως και να έχει. Από κει και πέρα θέλει δουλειά. Πολλή δουλειά. Διορθώσεις, αναιρέσεις, συγγραφική ωρίμανση, βιώματα και εμπειρίες. Και φαντασία, ως ένα σημείο. Ίσως η αναλογία να είναι 10 τοις εκατό ταλέντο (και πολύ βάζω) και 90 τοις εκατό δουλειά. Μέσα στη λέξη «δουλειά» συμπεριλαμβάνω φυσικά και τα διαβάσματα, την ανάγνωση βιβλίων άλλων συγγραφέων (ιδίως κλασικών και αναγνωρισμένων), γιατί αν δεν έχεις διαβάσει πολύ δεν μπορείς να γράψεις.

Λ.Δ.: Προφανέστατα, προσωπικά, δεν έχω γεννηθεί συγγραφέας, επομένως θα έλεγα πως έγινα. Βέβαια η ευκολία στο χειρισμό της γλώσσας σε συνδυασμό με ένα κατάλληλο περιβάλλον, είναι σίγουρα στοιχεία θετικά. Ωστόσο η θέληση του ανθρώπου είναι πολύ πιο δυνατή από το ταλέντο. Πώς χαρακτηρίζεται κάποιος ως συγγραφέας; Μπορεί να έχει γράψει ένα μικρό διήγημα, μια μικρή ιστορία, ένα μικρό ποίημα, ή αντίθετα πολλά βιβλία. Από την στιγμή που αποφασίζει κάποιος να πει μια ιστορία είναι εν δυνάμει συγγραφέας. Το «δύνασθαι» ενυπάρχει ίσως στον καθένα, από κει και πέρα είναι ζήτημα θέλησης, πείσματος και δουλειάς.

Ν.Γ.: Γεννιέσαι, αλλά δεν γίνεσαι οπωσδήποτε.

Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον τομέα της λογοτεχνίας τι θα ήταν αυτό;

Π.Γ.: Η λογοτεχνία, όπως και η ίδια η ζωή με την οποία είναι ταυτισμένη, προχωράει και αλλάζει (όσο και όταν αλλάζει) ερήμην των φιλοδοξιών, πεποιθήσεων ή δράσεων ενός μόνο ατόμου ή ενός συγγραφέα. Ο συγγραφέας όχι τη ζωή, όχι τη λογοτεχνία, ούτε τον εαυτό του τον ίδιο δεν μπορεί να αλλάξει με τα βιβλία του. Με το γράψιμο απλώς απαλύνεται κάπως η ροή του χρόνου, του υποκειμενικού χρόνου που βιώνει εκείνος που γράφει – τίποτα λιγότερο ή περισσότερο. Επίσης η λογοτεχνία είναι ένας τομέας που δεν υπόκειται σε θεσμικές αλλαγές, όπως η διοίκηση, η οικονομία κτλ., με τη ψήφιση κάποιων νόμων για να καλυτερέψει – και τι θα πει να καλυτερέψει; Η λογοτεχνία αλλάζει με τον δικό της τρόπο και τον δικό της χρόνο δίχως μεμονωμένες και δραστικές παρεμβάσεις από κανέναν.

Λ.Δ.: Θα ήταν καλό να υπήρχε περισσότερη ενθάρρυνση για νέους σε ηλικία συγγραφείς, και σίγουρα θα ευχόμουν να είχαν τη δυνατότητα να βιοπορίζονται μέσα από τη συγγραφή. Βέβαια κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, γιατί η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα με μια ιδιαίτερη γλώσσα, και το αναγνωστικό κοινό είναι περιορισμένο. Ωστόσο είναι ενθαρρυντικό ότι παρ’ όλες τις δυσκολίες, υπάρχει μεγάλο συγγραφικό ενδιαφέρον.

Ν.Γ.: Αν αναφέρεστε στο περιεχόμενο και την κατεύθυνση, αυτό δεν εξαρτάται από τις προθέσεις, καθώς η λογοτεχνία, όπως και κάθε τέχνη, προκύπτει ως συνδυασμός της αναγκαιότητας και της μέθεξης κάθε δημιουργού. Αν αναφέρεστε στον τρόπο διαχείρισης και οργάνωσης του λογοτεχνικού έργου από την ίδια την κοινωνία, με άλλα λόγια στη διαδρομή ενός βιβλίου από τον συγγραφέα μέχρι τον αναγνώστη, τότε η τεχνολογική εξέλιξη ίσως μας επιφυλάσσει εκπλήξεις στο μέλλον. Άρα εκείνο που θα μπορούσα να αλλάξω θα ήταν μόνο σε προσωπικό επίπεδο και αυτό έχει να κάνει, όσον με αφορά, με την αναζήτηση ευρύτερων αφηγηματικών κόσμων.

Έχετε επόμενα συγγραφικά σχέδια;

Π.Γ.: Με απασχολεί η μυθοπλαστική αποτύπωση της τριαντάχρονης εκπαιδευτικής θητείας μου στις σχολικές αίθουσες. Δηλαδή η μεταφορά αυτής της εμπειρίας μου όχι υπό τη μορφή νοσταλγικού ημερολογίου ή αυτοβιογραφίας ή πρωτοπρόσωπης αφήγησης, αλλά ως μυθιστόρημα με αρκετούς πρωταγωνιστές, με πλοκή και απρόοπτες εξελίξεις. Ένα campus novel ή κάτι παρεμφερές. Ελπίζω αυτό να είναι το επόμενο συγγραφικό μου βήμα και να υλοποιηθεί ακριβώς έτσι όπως το έχω στον νου μου.

Λ.Δ.: Σίγουρα έμεινα συντροφιά με την Κλειώ για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, και ήταν ένα γέννημα αγάπης και στοργής. Αλλά παράλληλα μ’ ενδιαφέρει πολύ η μικρή φόρμα, σε συνδυασμό με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και αλληγορίας. Θέλω να μείνω στην ίδια θεματολογία, στις καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες, ιδιαίτερα ιστορίες σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, και να εκφράσω τις δικές μου αλήθειες μέσα από το φακό μιας φανταστικής διήγησης, που ελπίζω στο τέλος να τις κάνει να φανούν ακόμη πιο αληθινές.

Ν.Γ.: Πάντα. Σχεδόν.