- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε: «Όταν επισκέπτομαι την Ελλάδα, δεν έρχομαι σαν τουρίστας»»
Ο διάσημος Ισπανός συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE με αφορμή το βιβλίο «Το τελευταίο πρόβλημα» που διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό νησί κοντά στην Κέρκυρα
Ο Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε μιλάει για την Ελλάδα, τη λογοτεχνία, τα μυστήρια, τη ζωή του.
Ο γεννημένος στην Καρθαγένη της Ισπανίας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε, βρέθηκε φέτος τον Μάιο στην Αθήνα για το 7ο Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha. Με τα περισσότερα μυθιστορήματά του —πολλά από τα οποία έχουν γνωρίσει παγκόσμια επιτυχία και έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο— όπως «Ο δάσκαλος της ξιφασκίας», «Η λέσχη Δουμάς ή Η σκιά του Ρισελιέ», «Ο λοχαγός Αλατρίστε», «Η καθαρότητα του αίματος», «Ο ήλιος της Μπρέντα», «Καλοί άνθρωποι σε σκοτεινούς καιρούς», «Το Τανγκό της Παλιάς Φρουράς» και «Φάλκο», να έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη, ο συγγραφέας συνομίλησε με άλλους συγγραφείς και ανθρώπους του χώρου σε πάνελ, στο Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου, και συμμετείχε σε ένα «Masterclass», με θέμα τη χρήση της γλώσσας και τη συγγραφή. Το μυθιστόρημά του, «Το τελευταίο πρόβλημα», κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Τιτίνας Σπερελάκη.
Συνάντησα τον συγγραφέα μια μέρα πριν την παρουσίαση στο Πολεμικό Μουσείο, στο ξενοδοχείο The Dolli at Acropolis, όπου φιλοξενούνταν —έναν χώρο όπου θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται κάποιο από τα αστυνομικά μυθιστορήματά του, γεμάτος καθώς είναι από συλλεκτικά αντικείμενα και έργα τέχνης, βρισκόμενος επί της οδού Μητροπόλεως, στο ιστορικό κέντρο της πόλης.
Ο Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε μίλησε στην Athens Voice για το νέο του βιβλίο, αλλά και την ιδιαίτερη σχέση του με την Ελλάδα και τη Μεσόγειο
- Το προτελευταίο σας μυθιστόρημα, «Το τελευταίο πρόβλημα» (2023), είναι το πιο πρόσφατο που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Παρότι πολλά από τα παλαιότερα μυθιστορήματά σας έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, αυτό έχει και έναν παραπάνω λόγο, καθώς διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό νησί —το Μακρονήσι— κοντά στην Κέρκυρα. Πώς εμπνευστήκατε την τοποθεσία; Έχετε επισκεφθεί ποτέ την Κέρκυρα;
Έχω επισκεφθεί πολλές φορές την Ελλάδα και έχω ταξιδέψει πολλές φορές στην Κέρκυρα. Έχεις δίκιο όμως, το «Τελευταίο πρόβλημα» είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα που διαδραματίζεται εδώ. Τα τρία τελευταία μου βιβλία, για την ακρίβεια, λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα. Μεγαλώνοντας, η συνείδηση της Μεσογείου μέσα μου γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Όταν γράφεις, κατά τη διάρκεια ενός ή ενάμιση χρόνου, είσαι «εγκλωβισμένος» σε αυτό το μέρος, και η Μεσόγειος είναι ένα μέρος που επιλέγω να το «ζω» μέσα από τη λογοτεχνία.
Η Ελλάδα είναι μία από τις χαρακτηριστικότερες χώρες της Μεσογείου. Υπάρχει, επίσης, ένας προσωπικός λόγος: Γεννήθηκα στην Καρθαγένη της Ισπανίας. Στο σχολείο κάναμε Λατινικά και Αρχαία Ελληνικά, οπότε η αρχαία αυτή παράδοση αποτέλεσε κεντρικό άξονα των παιδικών μου χρόνων και έχει μεγάλη συναισθηματική αξία για εμένα. Στο βιβλίο αυτό βλέπουμε την Κέρκυρα, αλλά στα επόμενα θα δούμε και άλλα ελληνικά νησιά. Όταν επισκέπτομαι την Ελλάδα, δεν έρχομαι σαν τουρίστας: Έρχομαι να δω τα αδέρφια μου και τα ξαδέρφια μου —τους συγγενείς μου.
- Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, που παρουσιάζεται μαζί με άλλους τίτλους μυστηρίου στο 7ο Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha (5 έως 29 Μαΐου 2026), θυμίζει τους «Δέκα μικρούς νέγρους» (1939) της Αγκάθα Κρίστι. Επίσης, ο πρωταγωνιστής, Όρμοντ Μπάζιλ, είναι ένας πρώην ηθοποιός που (σαν τον Μπάζιλ Ράθμποουν) έχει ταυτιστεί στις συνειδήσεις των θεατών με τον ρόλο του Σέρλοκ Χολμς. Πρόκειται για απλές αναφορές, ή σκοπός σας ήταν να δημιουργήσετε ένα «κολλάζ» από τα αγαπημένα σας βιβλία και τις αγαπημένες σας ταινίες αστυνομικής μυθοπλασίας;
Δεν μοιάζει μόνο με τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς ή τους «Δέκα μικρούς νέγρους» της Αγκάθα Κρίστι. Μοιάζει με πάρα πολλά βιβλία. Ουσιαστικά, είναι ένα βιβλίο φτιαγμένο από άλλα βιβλία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι προέρχεται από όλη την ιστορία της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Έχει δύο επίπεδα ανάγνωσης: Από τη μία, είναι ένα συμβατικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Από την άλλη, είναι ένα βιβλίο για αναγνώστες αστυνομικής λογοτεχνίας. Χρησιμοποιεί και παίζει με όλες αυτές τις γνώσεις που διαθέτει ένας «ψηλιασμένος» αναγνώστης, βάζοντάς του παγίδες και ξαφνιάζοντάς τον, ανατρέποντας τους κανόνες του είδους. Δεν είναι μία διαμάχη μεταξύ του ντετέκτιβ και του δολοφόνου, αλλά μια αναμέτρηση μεταξύ του αναγνώστη και του συγγραφέα.
Πήρα ως δεδομένο ότι ο αναγνώστης γνωρίζει, και ότι έχει διαβάσει αρκετή αστυνομική λογοτεχνία. Απευθυνόμενος, λοιπόν, σε έναν αναγνώστη που νομίζει πως ξέρει τους μηχανισμούς του λογοτεχνικού αυτού είδους, θέλησα να τον/την ξεγελάσω βασιζόμενος σε αυτές ακριβώς τις «γνώσεις» του. Όταν ξέρουμε ότι Α + Β = Γ στην αστυνομική λογοτεχνία, σκοπός μου σε αυτό το βιβλίο ήταν να διαταράξω αυτές τις σχέσεις, με μία μετα-μοντερνιστική διάθεση. Εκτός από τους μηχανισμούς του αστυνομικού μυθιστορήματος, που ο αναγνώστης οφείλει να γνωρίζει για να «ξεκλειδώσει» αυτό το βιβλίο, μερικές στοιχειώδεις γνώσεις από κινηματογράφο επίσης βοηθάνε. Εγώ μεγάλωσα διαβάζοντας Κόναν Ντόιλ, αλλά οι ταινίες με τον Μπάζιλ Ράθμποουν με γοήτευσαν. Το πρόσωπο του Ράθμποουν ήταν για εμένα —όπως και για πολλούς άλλους, φαντάζομαι— το πρόσωπο του Σέρλοκ Χολμς. Οπότε, πρόκειται για ένα παιχνίδι τόσο λογοτεχνικό, όσο και κινηματογραφικό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι ένα παιχνίδι.
Η εκδότρια στην Ισπανία, Πιλάρ Ρέγιες, είναι μια πολύ έξυπνη γυναίκα, η οποία είναι ειδήμονας στην αστυνομική λογοτεχνία. Της έδωσα το «Τελευταίο πρόβλημα», χωρίς το τελευταίο κεφάλαιο, και της είπα: «Πες μου, αφότου το διαβάσεις, ποιος είναι ο δολοφόνος». «Είσαι κάθαρμα», μου είπε όταν τελικά το διάβασε. «Δεν κατάφερα να βρω ποιος είναι ο δολοφόνος!»
- Τόσο σε αυτό, όσο και σε άλλα μυθιστορήματά σας, αποτίνετε φόρο τιμής στην αγγλική και την αμερικανική ποπ κουλτούρα. Πώς γνωρίσατε τις κουλτούρες αυτές και ποιος είναι ο λόγος που σας επηρέασαν τόσο, όσον αφορά την θεματολογία των έργων σας;
Εκείνο που εσύ προσδιορίζεις ως βρετανική ή αμερικανική κουλτούρα —γιατί έχεις μάθει να ερμηνεύεις τον κόσμο με αυτόν τον τρόπο— στην πραγματικότητα είναι ευρωπαϊκή, και μάλιστα μεσογειακή κουλτούρα. Εγώ έχω ταξιδέψει πολύ, τόσο ως πολεμικός ανταποκριτής, όσο και σαν απλός ταξιδιώτης. Συνεπώς, έχω επηρεαστεί πολύ από όλα αυτά που έχω ζήσει έξω από τη χώρα μου. Ο πυρήνας μου, ωστόσο, παραμένει πάντοτε η Ευρώπη και η Μεσόγειος.
Μιλούσα, κάποτε, στη Φρανκφούρτη με τον Κεν Φόλετ (πριν κοντά τριάντα χρόνια) για τη λογοτεχνία, και του είχα πει: «Απέναντι στο 'ορφανό' βιβλίο που γράφεις εσύ, εμείς γράφουμε μεσογειακή λογοτεχνία!» Συγγραφείς όπως ο Νταν Μπράουν και άλλοι, αντέγραψαν αυτά τα στοιχεία. Εμείς έχουμε 3.000 χρόνια κληρονομιάς, όχι μόνο στο αίμα μας, αλλά και στο μυαλό μας. Τα βιβλία μου στηρίζονται σε αυτές τις γνώσεις. Δεν έχουν αναφορές μόνο στον σύγχρονο κόσμο, αλλά και στη δική μας ιστορία και μυθολογία, που αποτελεί τη βάση από όπου ξεκινάω πάντα να γράφω.
- Ποιοι είναι μερικοί συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας στους οποίους έχετε ιδιαίτερη αδυναμία; Σας αρέσει ο Κόναν Ντόιλ και η Αγκάθα Κρίστι; Υπάρχουν κάποια από τα μυθιστορήματά τους στα οποία θα επιστρέφατε σήμερα;
Εκτός από τον Κόναν Ντόιλ και την Αγκάθα Κρίστι, στους οποίους αναπόφευκτα επιστρέφει κάνεις, επιστρέφω στον [Ντάσιελ] Χάμετ, τον [Ρέιμοντ] Τσάντλερ, τον Τζόζεφ Κόνραντ και τον Έλμορ Λέοναρντ. Ο Λέοναρντ γράφει τους καλύτερους διαλόγους, παρότι η αστυνομική λογοτεχνία με την οποία ασχολήθηκε εκείνος δεν είναι το στοιχείο μου. Πολλές φορές, κάτι συμβαίνει και εμείς οι συγγραφείς «κολλάμε» κατά τη διάρκεια του γραψίματος. Όταν μου συμβαίνει αυτό, ανατρέχω στη βιβλιοθήκη μου και ζητάω από τους μαιτρ να με βοηθήσουν.
Όταν, λοιπόν, αντιμετωπίζω κάποιο πρόβλημα με διαλόγους, γυρίζω πίσω στα μυθιστορήματα του Λέοναρντ για να αντλήσω έμπνευση. Μπορεί κανείς να είναι ο πιο αλαζόνας στην καθημερινή του ζωή, όμως όταν γράφεις πρέπει να είσαι ταπεινός. Πρέπει να ανατρέχεις, πού και πού, σε αυτούς τους μεγάλους συγγραφείς και να βλέπεις πώς θα αντιμετώπιζαν εκείνοι ένα μεγάλο δίλημμα που σου παρουσιάστηκε και εσένα. Έτσι βρίσκεις τις λύσεις που χρειάζεσαι και ταυτόχρονα γίνεσαι καλύτερος συγγραφέας.
- Πόσο έχει επηρεάσει η εμπειρία σας στον χώρο της δημοσιογραφίας και του ρεπορτάζ τον τρόπο με τον οποίο γράφετε τα μυθιστορήματά σας; Σας αρέσει να μπερδεύονται τα όρια αυτών των δύο;
Ο πρώτος πόλεμος που κάλυψα δημοσιογραφικά, ήταν ένας ελληνικός πόλεμος. Ήμουν πολεμικός ανταποκριτής στην Κύπρο το 1974. Άνοιξα μια μέρα το παράθυρο και είδα τους Τούρκους αλεξιπτωτιστές να πέφτουν. Το ραδιόφωνο καλούσε τους Έλληνες να πολεμήσουν. Ήταν η αιώνια διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας —μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Όταν έχεις διαβάσει πολύ, μπορείς να δώσεις ερμηνείες σε πράγματα που βιώνεις.
Αν με έχει επηρεάσει η δημοσιογραφία, θα έλεγα πως με έχει επηρεάσει μάλλον αρνητικά. Ως συγγραφέας, στόχος μου είναι να απαλλαγώ από τη δημοσιογραφική μου ιδιότητα. Όπως, αν δεις λογοτεχνία σε ένα δημοσιογραφικό κείμενο, πρόκειται για ένα κακό δημοσιογραφικό κείμενο, έτσι και όταν δεις δημοσιογραφική γραφή σε ένα λογοτεχνικό έργο, τότε πρόκειται για ένα κακό λογοτεχνικό έργο.
- Στο «Τελευταίο πρόβλημα», υπάρχει ένας δευτερεύων χαρακτήρας, ο Πάκο Φοξά, που γράφει φθηνά αστυνομικά μυθιστορήματα με μοναδικό σκοπό, όπως παραδέχεται, να καλύπτει τις οικονομικές του ανάγκες. Από μία άποψη, εξισορροπεί τον ρομαντισμό του Μπάζιλ, με έναν τρόπο που θυμίζει τη συμβατική σκέψη του Δρ. Γουάτσον, σε αντίθεση με την ευφυΐα του Σέρλοκ Χολμς. Πώς νιώθετε για τον Φοξά και ποιος είναι ο ρόλος που εκπληρώνει;
Ένα μυθιστόρημα είναι ένα «τεχνητό οικοδόμημα», όπου ο συγγραφέας καλείται να δώσει λύσεις, μέσω της πλοκής, της γλώσσας και των χαρακτήρων. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως είναι ο Φοξά στο συγκεκριμένο βιβλίο, βοηθάνε στο να προχωρήσει η πλοκή. Είναι, στην ουσία, «εργαλεία», όπως είναι και ο Δρ. Γουάτσον στις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς, που υποβοηθούν την πλοκή της ιστορίας. Από τους πολλούς πιθανούς τέτοιους χαρακτήρες, ένας «Γουάτσον» που γράφει φθηνά αστυνομικά μυθιστορήματα, από εκείνα που μπορείς να αγοράσεις στα περίπτερα, ήταν ο καταλληλότερος.
Αυτό είναι κάτι το οποίο έμαθα βλέποντας ταινίες του Τζον Φορντ: Πολλές φορές, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες μπορούν να είναι πιο σημαντικοί από τους πρωταγωνιστές. Οι λοχίες, στις ταινίες του Φορντ, ενσαρκώνουν την «ψυχή» της ταινίας. Αυτό το μάθημα το πήρα από μικρός, και το εφαρμόζω μέχρι και σήμερα στα βιβλία μου. Δυνατοί δευτερεύοντες χαρακτήρες κάνουν τους πρωταγωνιστές να λάμπουν. Επίσης, στα βιβλία μου, σημαντικό ρόλο έχουν και οι επικίνδυνες, δυναμικές γυναίκες.