- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Leonardo Sciascia, «Στον καθένα αυτό που του αξίζει»
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Διόπτρα
Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση
Leonardo Sciascia, «Στον καθένα αυτό που του αξίζει» (μετάφραση Δήμητρα Δότση, 152 σελίδες, Εκδόσεις Διόπτρα)
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα της ιταλικής αστυνομικής λογοτεχνίας, με έντονο πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο: με άλλα λόγια, ένα κλασικό βιβλίο. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια μικρή πόλη της Σικελίας, όπου ένα διπλό έγκλημα αντιμετωπίζεται από την τοπική κοινωνία σαν κάτι σχεδόν φυσιολογικό, σαν ένα ακόμα «έγκλημα τιμής». Μόνο ένας άνθρωπος, ένας καθηγητής, θα αμφισβητήσει αυτή την εκδοχή, και θα αρχίσει να ερευνά μόνος την υπόθεση. Και αυτά που σταδιακά θα αποκαλύψει, αυτό το πλέγμα σιωπής, συνενοχής και φόβου, θα είναι συγκλονιστικά. Στον τόπο του, η κοινωνία λειτουργεί με άγραφους κανόνες, και η δικαιοσύνη δεν απονέμεται θεσμικά αλλά «κατά το δοκούν»: ανάλογα με το πόση δύναμη έχεις. Σχέσεις εξουσίας, ομερτά, διαφθορά. μαφία: μια πραγματικότητα που ελάχιστοι είχαν το θάρρος να περιγράψουν εκείνη την εποχή, το όχι και πολύ μακρινό 1966.
Όμως δεν θα πούμε άλλα εμείς — δίνουμε αμέσως τον λόγο στη μεταφράστρια του βιβλίου Δήμητρα Δότση, αφού την ευχαριστήσουμε από την καρδιά μας για την προθυμία και τον χρόνο της. Νά τι μας είπε:
* * *
Το 1966 ο Λεονάρντο Σάσα δημοσιεύει το δεύτερο αστυνομικό του μυθιστόρημα «Στον καθένα αυτό που του αξίζει», ένα αριστούργημα της ιταλικής λογοτεχνίας, και το κάνει με έναν μαγικό τρόπο: χρησιμοποιεί μεν τη δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος (το έγκλημα, τα τεκμήρια, τον αυτοσχέδιο ντετέκτιβ) για να αποδομήσει τη σικελική πραγματικότητα, αλλά στο τέλος ανατρέπει τους κανόνες του είδους. Ο Σάσα αφηγείται τις έρευνες ενός αυτόκλητου ερευνητή, ο οποίος αναζητά την αλήθεια για μια διπλή δολοφονία, ερχόμενος αντιμέτωπος με την ομερτά της μαφίας και την τοπική υποκρισία. Το μυθιστόρημα αυτό, που άφησε εποχή στην ιταλική λογοτεχνία, αποτελεί μια σφοδρή κριτική στην κοινωνική ανοχή.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Λαουράνα, ένας νεαρός καθηγητής λογοτεχνίας που ζει ακόμα με τη μητέρα του, αλλά παρασύρεται πολύ εύκολα «από εκείνο το στρίφωμα της φούστας που ανεβαίνει πάνω από το γόνατο». Ο Λαουράνα δεν είναι ο Σέρλοκ Χολμς. Είναι ένας έντιμος πλην αφελής καθηγητής, ένας Δον Κιχώτης, θα λέγαμε, της διανόησης. Όσο καλλιεργημένος είναι, άλλο τόσο ανυποψίαστος είναι και τυφλός μπροστά στην κακία και τη θηριωδία του πραγματικού κόσμου.
Ο Σάσα καταφέρνει μέσα σε λίγες μόλις σελίδες να σκιαγραφήσει μια ολόκληρη εποχή, και κυρίως τις διάφορες πτυχές της σικελικής πραγματικότητας: την κλασική επαρχιακή νοοτροπία, καθρέφτη της γενικότερης εθνικής νοοτροπίας, τα ιταλικά ήθη, τη μαφία, τη διαφθορά, την εκκλησία, την προδοσία, την ομορφιά και τη γοητεία ως όπλα της εξουσίας, και κυρίως την ομερτά της σικελικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας πονηρής, παραιτημένης, διεφθαρμένης, που κλείνει τα μάτια όχι μόνο μπροστά στο κακό, αλλά και στην αλήθεια.
Ο Σάσα μάς δείχνει ότι η μαφία δεν είναι μόνο μια εγκληματική οργάνωση, αλλά μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα, ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής, ένας συγκεκριμένος τρόπος να μιλάς (και να σωπαίνεις), ένα δίκτυο από βλέμματα και υπονοούμενα. Η ειρωνική και ζωντανή γραφή του, με τους λαμπερούς διαλόγους και την εκλεπτυσμένη ελαφρότητα, είναι αδύνατον να μη σε αιχμαλωτίσει. Η δε ατμόσφαιρα είναι άκρως γοητευτική: τα κουτσομπολιά στη λέσχη, οι κουβέντες στην πλατεία στο σούρουπο, το παρηκμασμένο καφέ τυλιγμένο στη σκόνη της παλιάς του δόξας.
Σε αντίθεση, όμως, με τα κλασικά αστυνομικά όπου η δικαιοσύνη θριαμβεύει, εδώ η αλήθεια μπορεί μεν να ανακαλύπτεται, αλλά παραμένει βουβή. Ο άμοιρος Λαουράνα καταλήγει να είναι ο «βλάκας» της υπόθεσης στα μάτια της κοινωνίας, ακριβώς επειδή προσπάθησε να δώσει μια λογική εξήγηση σε ένα σύστημα που βασίζεται στο παράλογο και τη διαφθορά.
Στον Καμιλέρι, η Σικελία του επιθεωρητή Μονταλμπάνο κατοικείται από διεφθαρμένους πολιτικούς, συνένοχους κληρικούς και αισθησιακές γυναίκες με διφορούμενη γοητεία, όμως στο τέλος, χωρίς να καταλύονται τα θεμέλια του κοινωνικού πλαισίου, προσφέρεται μια μορφή δικαιοσύνης. Στον Σάσα, όχι. Εδώ δεν υπάρχει ήρωας. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Υπάρχει μόνο μια αλήθεια που την περιμένει το πεπρωμένο της σιωπής. Υπάρχει μόνο η απτή πραγματικότητα, επώδυνη και υπαρκτή ακόμα και σήμερα, εξήντα χρόνια μετά.
* * *
Έχει γυριστεί και μία έξοχη ταινία του Έλιο Πέτρι το 1967, με τον Τζιαν Μαρία Βολοντέ και την Ειρήνη Παπά:
- Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:
Ήταν μεγάλος μπελάς, ο μεγαλύτερος που είχε αντιμετωπίσει ο ανθυπασπιστής σε εκείνο το χωριό, στα τρία χρόνια που είχε περάσει εκεί: διπλή ανθρωποκτονία με θύματα δύο έντιμους, σεβαστούς, αγαπητούς ανθρώπους, με αξιόλογη κοινωνική θέση· και με συγγενείς εξίσου αξιοσέβαστους, ο φαρμακοποιός από την πλευρά της γυναίκας του, που ήταν μια Σπανό, δισέγγονη του Σπανό του μνημείου, κι ο γιατρός Ρόσο από τη δική του πλευρά, γιος του καθηγητή Ρόσο, οφθαλμιάτρου, και από την πλευρά της γυναίκας του, το γένος Ροζέλο, ανιψιάς του πρωτοπρεσβύτερου και εξαδέλφης του δικηγόρου Ροζέλο.
Περιττό να πούμε ότι από την πρωτεύουσα του νομού κατέφθασαν εσπευσμένα ο συνταγματάρχης και ο αστυνόμος Α της άμεσης δράσης. Τη διεύθυνση των ερευνών ανέλαβε, όπως γράφτηκε στις εφημερίδες, ο αστυνόμος σε αγαστή συνεργασία, φυσικά, με τους καραμπινιέρους.
Η πρώτη κίνηση, διότι ενός κακού μύρια έπονται, ήταν να συλληφθούν όλοι όσοι είχαν κάποιο ποινικό παρελθόν, με εξαίρεση τους χρεοκοπημένους και τους τοκογλύφους, που στο χωριό δεν ήταν λίγοι. Μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες, ωστόσο, όλοι οι συλληφθέντες επέστρεψαν στις οικογένειές τους. Απόλυτο σκοτάδι, παρότι στις έρευνες συμμετείχαν και οι ντόπιοι πληροφοριοδότες των καραμπινιέρων.
Στο μεταξύ ετοιμάζονταν οι κηδείες με τη μεγαλοπρέπεια που ταίριαζε στην κοινωνική θέση των θυμάτων και των οικογενειών τους, στην απήχηση της υπόθεσης, στο πένθος της πόλης, και η αστυνομία αποφάσισε να τις τιμήσει και να τις απαθανατίσει κινηματογραφώντας τες, πράγμα που έγινε με τέτοια μυστικότητα, ώστε δεν υπήρξε ούτε ένας από όσους συμμετείχαν στη νεκρώσιμη ακολουθία που να μην εμφανίστηκε στην οθόνη με πρόσωπο που έμοιαζε να λέει στον φακό, στον οπερατέρ, στους ανακριτές: «Ξέρω ότι είστε εδώ, αλλά χάνετε τον χρόνο σας· το πρόσωπό μου είναι το πρόσωπο ενός έντιμου ανθρώπου, ενός αθώου, ενός φίλου των θυμάτων».
Ακολουθώντας τους νεκρούς, έτσι όπως τους μετέφεραν στους ώμους τους οι πιο πιστοί και γεροδεμένοι πελάτες τους, αν και ήταν ασήκωτοι σαν μολύβι καθώς είχαν φέρετρα από μασίφ καρυδιά και επιπλέον φινιρισμένα με μπρούντζο, οι φίλοι του φαρμακείου συζητούσαν για την επιστολή κι έψαχναν στο παρελθόν του φαρμακοποιού Μάνο, ρίχνοντας πικρό δάκρυ, όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις, για τον δύστυχο γιατρό Ρόσο, που δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση και είχε πληρώσει με την ίδια του τη ζωή την απερισκεψία του να συνοδεύσει στο κυνήγι τον φαρμακοποιό μετά την απειλητική επιστολή.
Γιατί, με όλο τον σεβασμό προς τον φαρμακοποιό, τώρα πια, μπροστά στη φρικτή πραγμάτωση της απειλής, όφειλαν να παραδεχτούν πως κάποια αιτία θα υπήρχε που όπλισε το χέρι του δολοφόνου: πολύ πιθανόν να ήταν παράλογη ή να οφειλόταν σε κάποια μικρή, παλιότερη αβλεψία (ή ατόπημα) του θύματος.
Εξάλλου, η επιστολή το έλεγε ξεκάθαρα: Θα πεθάνεις γι’ αυτό που έκανες· επομένως κάποια ευθύνη πρέπει να είχε ο φαρμακοποιός, μικρή δίχως αμφιβολία και από παλιά. Από την άλλη όμως, τίποτε δεν γίνεται χωρίς λόγο: δεν φτάνει κανείς στο σημείο να σκοτώσει έναν άνθρωπο (δύο σ’ αυτή την περίπτωση, με τον αθώο γιατρό Ρόσο στη μέση) για κάτι ασήμαντο.
Εν βρασμώ, βέβαια, μπορεί κανείς να σκοτώσει και για μια προσπέραση, για μια κουβέντα, όμως τούτο το έγκλημα είχε προετοιμαστεί εν ψυχρώ, αναζητώντας εκδίκηση για μια προσβολή που δεν ήταν εύκολο να ξεχαστεί, μια από εκείνες τις προσβολές που αντί να τις σβήσει ο χρόνος τις επιτείνει. Ναι, σύμφωνοι, υπάρχουν και οι τρελοί: άνθρωποι που παθαίνουν εμμονή με κάποιον, που φαντάζονται πως αυτός ο κάποιος τους καταδιώκει στα κρυφά, ασταμάτητα.
Μα μπορούμε να πούμε στ’ αλήθεια πως αυτό ήταν έγκλημα ενός τρελού; Χώρια που οι τρελοί θα πρέπει να ήταν δύο, και το να σκεφτεί κανείς δύο τρελούς να συνεννοούνται μεταξύ τους είναι μάλλον δύσκολο. Ότι ήταν δύο οι δολοφόνοι, ήταν: κανείς δεν θα τολμούσε να αντιμετωπίσει μόνος του δύο οπλισμένους ανθρώπους, που εκείνη τη στιγμή κρατούσαν τουφέκι στο χέρι, γεμάτο και έτοιμο· και ήταν γνωστό, άλλωστε, πως επρόκειτο για δύο πολύ γρήγορους και δεινούς σκοπευτές. Αν υπήρχε κάτι παράλογο, αυτό ήταν η επιστολή: γιατί να προειδοποιήσουν; Κι αν ο φαρμακοποιός, έχοντας συναίσθηση της ενοχής του (που σίγουρα θα υπήρχε) ή απλώς τρομαγμένος από την απειλή, αποφάσιζε να αποσυρθεί από το κυνήγι; Δεν θα τιναζόταν στον αέρα το σχέδιο των δολοφόνων;
«Η επιστολή», είπε ο συμβολαιογράφος Πεκορίλα, «είναι χαρακτηριστικό ενός εγκλήματος πάθους: όσο κι αν το διακινδυνεύει, ο εκδικητής θέλει το θύμα του να αρχίσει να πεθαίνει, και την ίδια στιγμή να ξαναζεί την ενοχή του από τη στιγμή κιόλας που λαμβάνει την προειδοποίηση».
«Ναι, αλλά ο φαρμακοποιός δεν είχε αρχίσει καθόλου να πεθαίνει», είπε ο καθηγητής Λαουράνα. «Ίσως να ήταν λίγο ταραγμένος το βράδυ που έλαβε την επιστολή, ύστερα όμως το έριξε στο καλαμπούρι, ήταν ήρεμος».
«Και πού ξέρετε εσείς τι μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος;» ρώτησε ο συμβολαιογράφος.
«Και γιατί να το κρύψει; Αν μάλιστα είχε κάποιες υποψίες για την προέλευση της απειλής, το πιο λογικό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει…»
«…θα ήταν να το ανακοινώσει στους φίλους του και ίσως και στον ανθυπασπιστή», συμπλήρωσε ειρωνικά ο συμβολαιογράφος.
«Και γιατί όχι;»
«Μα, αγαπητέ μου φίλε!» αναφώνησε ο συμβολαιογράφος με έκπληξη και επίπληξη, αλλά με τρυφερό ύφος. «Φανταστείτε, αγαπητέ μου φίλε, ότι ο φαρμακοποιός Μάνο, αιωνία του η μνήμη, σε μια στιγμή αδυναμίας, τρέλας… Άντρες είμαστε, έτσι δεν είναι;» κοίταξε γύρω του αναζητώντας κάποια επιδοκιμασία, πράγμα που δεν του έλειψε. «Στα φαρμακεία πηγαίνουν περισσότερο γυναίκες παρά άντρες, ο φαρμακοποιός θεωρείται σχεδόν γιατρός… Τέλος πάντων· όπως λένε, η ευκαιρία κάνει τον άνθρωπο κλέφτη… Ένα κορίτσι, μια νεαρή… Προσοχή: δεν έχω καμία ένδειξη ότι ο μακαρίτης είχε τέτοιες αδυναμίες. Από την άλλη, ωστόσο, ποιος θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά;»
«Κανείς», είπε ο ντον Λουίτζι Κορβάια.
«Ορίστε, τα βλέπετε;» συνέχισε ο συμβολαιογράφος. «Και θα μπορούσα ακόμα να πω ότι, αν μη τι άλλο, όλο και κάποια στοιχεία υπάρχουν που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υποψία ότι… Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: ο μακαρίτης έκανε έναν γάμο συμφέροντος. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τη φουκαριάρα τη γυναίκα του και θα του φύγει κάθε αμφιβολία: εξαιρετικός άνθρωπος, δεν λέω, γυναίκα με μεγάλες αρετές, αλλά άσχημη, η φουκαριάρα, τόσο άσχημη, που δεν βλέπεται…»
«Εκείνος ήταν από φτωχή οικογένεια», σχολίασε ο ντον Λουίτζι, «και όπως όλοι όσοι έχουν υπάρξει φτωχοί ήταν άπληστος και φιλάργυρος, ιδίως στα νιάτα του… Ύστερα, μετά τον γάμο, κι επειδή το φαρμακείο του πήγαινε καλά, άλλαξε. Φαινομενικά».
«Σωστά: φαινομενικά. Γιατί κατά βάθος ήταν άνθρωπος κλειστός, σκληρός… Και, για να επανέλθουμε στην ουσία της συζήτησης, σκεφτείτε το εξής: ποια ήταν η συμπεριφορά του όταν η κουβέντα ερχόταν στις γυναίκες;»
Η ερώτηση του συμβολαιογράφου απαντήθηκε στη στιγμή από τον ντον Λουίτζι: «Έμενε σιωπηλός, άκουγε και δεν μιλούσε».
«Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας εμείς που έχουμε το κουσούρι να μιλάμε για γυναίκες: αυτή είναι η στάση όσων έχουν λερωμένη τη φωλιά τους. Καμιά φορά –θυμάστε;– έσκαγε ένα χαμόγελο που ήταν σαν να έλεγε “εσείς όλο λόγια είστε, αλλά εγώ περνάω στις πράξεις”. Κι επιπλέον ας μην ξεχνάμε ότι ήταν ωραίος άντρας».
- Νά και το οπισθόφυλλο:
Σε μια μικρή πόλη της Σικελίας, δυο ευυπόληπτοι άντρες, ο φαρμακοποιός Μάνο και ο γιατρός Ρόσο, δολοφονούνται ενώ έχουν βγει για κυνήγι μια καλοκαιρινή μέρα. Καθώς ο Μάνο είχε λάβει πρόσφατα ένα ανώνυμο απειλητικό γράμμα, οι Αρχές βιάζονται να αποδώσουν το έγκλημα σε ερωτική αντιζηλία και να κουκουλώσουν την υπόθεση. Μόνο ο καθηγητής Πάολο Λαουράνα πιστεύει πως κάτι άλλο κρύβεται πίσω από αυτή την ιστορία. Αλλά στην προσπάθειά του να βρει την αλήθεια θα ακουμπήσει ένα πλέγμα δοσοληψίας και διαφθοράς, ενοχλώντας τους ισχυρούς της περιοχής… Ο Leonardo Sciascia, από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Ιταλίας του 20ού αιώνα, εικονογραφεί εξαιρετικά τον μικρόκοσμο μιας επαρχιακής πόλης, με τα πάθη, τα κουτσομπολιά, τα κοινά μυστικά και τα κακώς κείμενα που δεν θίγει κανείς. Και αφήνει να φανεί το σκοτεινό πρόσωπο μιας Σικελίας δέσμιας του εγκλήματος και της ομερτά. Ένα μυθιστόρημα-σταθμός για την ιταλική αστυνομική λογοτεχνία, από τα πρώτα που έθιξαν το θέμα της παντοδύναμης μαφίας και της καταστροφικής επιρροής της στην κοινωνία της Ιταλίας.
- Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:
O Λεονάρντο Σάσα (1921-1989) ήταν Ιταλός μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Ρακαλμούτο της επαρχίας του Ακράγαντα στη Σικελία και σπούδασε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Καλτανισέτα. Εργάστηκε ως δάσκαλος στη γενέτειρά του, ενώ παράλληλα διηύθυνε το περιοδικό Galleria. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές, κριτικά κείμενα και διηγήματα, ενώ το 1961 έγραψε τη νουβέλα «Η μέρα της κουκουβάγιας», που εγκαινίασε ένα είδος πολιτικού αστυνομικού μυθιστορήματος με θέματα εμπνευσμένα από τη δράση της μαφίας. Υπήρξε μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, και στη συνέχεια εξελέγη βουλευτής και ευρωβουλευτής με τους Ριζοσπάστες. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Corriere della Sera και La Stampa. Ο Sciascia απεικόνισε εξαιρετικά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Σικελίας, μίλησε ανοιχτά για τη μαφία και τη διαφθορά, ενώ στο βιβλίο του «Υπόθεση Μόρο» κατήγγειλε την κυβέρνηση για τις ευθύνες της στη δολοφονία του χριστιανοδημοκράτη ηγέτη Άλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, που συντάραξε το 1978 την Ιταλία. Πολλά έργα του, μεταξύ των οποίων και το «Στον καθένα αυτό που του αξίζει», μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο. Πέθανε στο Παλέρμο, σε ηλικία 68 ετών.
Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.