- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
«Αθέατος Βίος» και «Το κακό που δεν υπάρχει»: δύο μυθιστορήματα για όσα κρύβουμε από τον κόσμο – και από τον εαυτό μας
Ο Νικολό Αμανίτι εξετάζει τη δύναμη της δημόσιας εικόνας και τις συνέπειες της έκθεσης, ενώ η Τζούλια Καμινίτο στρέφει το βλέμμα στις αόρατες πληγές που διαμορφώνουν έναν άνθρωπο πολύ πριν αποκτήσει τη δική του φωνή
Τα βιβλία «Αθέατος Βίος» του Νικολό Αμανίτι και «Το κακό που δεν υπάρχει» της Τζούλια Καμινίτο κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Utopia
Υπάρχουν βιβλία που αφηγούνται μια ιστορία και βιβλία που, χωρίς να το επιδιώκουν φανερά, σε οδηγούν να κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά τον εαυτό σου. Οι δύο νέες κυκλοφορίες των Εκδόσεων Utopia, ο «Αθέατος Βίος» του Νικολό Αμανίτι και το «Το κακό που δεν υπάρχει» της Τζούλια Καμινίτο, ανήκουν σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για δύο σύγχρονα ιταλικά μυθιστορήματα που, μέσα από εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις, εξερευνούν την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην εικόνα που δείχνουμε στους άλλους και στις αλήθειες που κρατάμε καλά κρυμμένες.
Ο Νικολό Αμανίτι, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας, επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει την ψυχολογική ένταση με την οξυδερκή παρατήρηση της εποχής μας. Στον «Αθέατο Βίο» πρωταγωνιστεί η Μαρία Κριστίνα Πάλμα, μια γυναίκα που μοιάζει να έχει κατακτήσει όλα όσα ορίζουν την επιτυχία: αναγνώριση, πλούτο, ομορφιά και κοινωνική αποδοχή. Μέχρι τη στιγμή που ένα βίντεο από το παρελθόν της φτάνει στο κινητό της και απειλεί να ανατρέψει όσα πίστευε ότι είχε αφήσει οριστικά πίσω της. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Αμανίτι δεν ενδιαφέρεται μόνο για την εξέλιξη της πλοκής. Εστιάζει κυρίως στην αγωνία ενός ανθρώπου που βλέπει την προσεκτικά χτισμένη ταυτότητά του να καταρρέει και καλείται να αναμετρηθεί με τις ενοχές, τους φόβους και τις σιωπές του. Με κινηματογραφική γραφή και έντονο ψυχολογικό βάθος, δημιουργεί ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με αμείωτη ένταση, ενώ ταυτόχρονα θέτει ερωτήματα για τη μνήμη, τη δημόσια έκθεση και την ανάγκη να ελέγχουμε την εικόνα μας σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν μένει πραγματικά κρυφό.
Από την άλλη πλευρά, η Τζούλια Καμινίτο ακολουθεί μια πιο εσωτερική, σχεδόν υπνωτιστική διαδρομή. Στο «Το κακό που δεν υπάρχει» ο Λόρις μεγαλώνει με μια αδιόρατη αίσθηση απειλής, σαν να υπάρχει κάτι σκοτεινό που τον συνοδεύει αθόρυβα από την παιδική του ηλικία μέχρι την ενηλικίωση. Οι αναμνήσεις από τα καλοκαίρια στο περιβόλι του παππού του, η σχέση του με τη φύση και τα περιστέρια, οι οικογενειακοί δεσμοί και η μοναξιά συνθέτουν ένα λογοτεχνικό τοπίο όπου η πραγματικότητα και ο εσωτερικός κόσμος του ήρωα συναντιούνται διαρκώς. Η Καμινίτο γράφει με ευαισθησία αλλά χωρίς συναισθηματικές ευκολίες, αφήνοντας τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν το «κακό» είναι τελικά κάτι που βρίσκεται έξω από εμάς ή αν γεννιέται μέσα μας, από τους φόβους, τις απώλειες και τις ανομολόγητες επιθυμίες.
Παρότι τα δύο μυθιστορήματα κινούνται σε διαφορετικούς αφηγηματικούς άξονες, συνομιλούν ουσιαστικά μεταξύ τους. Ο Αμανίτι εξετάζει τη δύναμη της δημόσιας εικόνας και τις συνέπειες της έκθεσης, ενώ η Καμινίτο στρέφει το βλέμμα στις αόρατες πληγές που διαμορφώνουν έναν άνθρωπο πολύ πριν αποκτήσει τη δική του φωνή. Και οι δύο, όμως, αποφεύγουν τις εύκολες εξηγήσεις. Επιλέγουν να παρατηρήσουν τους ήρωές τους με κατανόηση, να φωτίσουν τις αντιφάσεις τους και να υπενθυμίσουν ότι η ανθρώπινη ταυτότητα δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη.
Σε μια εποχή όπου η λογοτεχνία αναζητά νέους τρόπους να μιλήσει για την ευαλωτότητα, την ενοχή και την ανάγκη για αυτογνωσία, οι δύο αυτές εκδόσεις της Utopia ξεχωρίζουν γιατί δεν προσφέρουν βεβαιότητες. Προσφέρουν, αντίθετα, ιστορίες που αφήνουν χώρο στον αναγνώστη να αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του, αποδεικνύοντας ότι τα πιο ενδιαφέροντα μυθιστορήματα είναι συχνά εκείνα που συνεχίζουν να μας απασχολούν πολύ μετά την τελευταία τους σελίδα.