Αναζητώντας την Χρύσα Παραδείση
Τι κάνει τη μαγειρική του ‘60 αξεπέραστη; Η συγγραφέας Μαρία Τσοσκούνογλου «ξεφυλλίζει» τη μαγειρική της μαμάς μας
Τα τελευταία χρόνια, λόγω δουλειάς, περνάω μεγάλα διαστήματα μακριά από την Αθήνα. Ζω στο Λονδίνο. Πριν καιρό, σε μια εκδήλωση της παροικίας μας, χρειάστηκε να βοηθήσω κι εγώ στην προετοιμασία και να φτιάξουμε φαγητά και γλυκίσματα από την ελληνική κουζίνα. Ήταν τότε που συνειδητοποίησα ότι παρόλες τις επιλογές που είχα –Διαδίκτυο, εφημερίδες, περιοδικά, τηλεόραση αλλά και Skype για… απευθείας σύνδεση με τη μαμά– στο τέλος πάντα σχεδόν έπρεπε να προστρέξω στις συνταγές της Χρύσας Παραδείση. Η σιγουριά μου ήταν η δική της συμβουλή, η δική της συνταγή.
Η γιορτή μας έγινε, είχε μεγάλη επιτυχία, αλλά εγώ βάλθηκα να αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κάνει τα βιβλία μαγειρικής της Χρύσας Παραδείση να αντέχουν στο χρόνο. Η αναζήτησή μου κράτησε σχεδόν τρία χρόνια και είχε δύο άξονες:
Πρώτα να ψάξω να βρω το πρόσωπο, τη Χρύσα, ποια ήταν, πώς ήταν η οικογένειά της, το σπίτι της, η ζωή που έζησε, η μορφή της ή ακόμη η σκοτεινή πλευρά της, αν υπήρχε. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα, που αν και απλή νοικοκυρά κατάφερε από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά να μεσουρανήσει για τριάντα σχεδόν χρόνια και να γίνει η πιο διάσημη μαγείρισσα και συγγραφέας βιβλίων μαγειρικής της εποχής της αλλά και να αντέξει στο χρόνο σαν μία από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες στο χώρο της ελληνικής γαστρονομίας. Έτσι, στα διαστήματα που ερχόμουν πίσω, έψαχνα να βρω υλικό στις βιβλιοθήκες αλλά και στα μέρη που έζησε μιλώντας με τους δικούς της ανθρώπους, τους συγγενείς τους δικούς της αλλά και αυτούς από τη μεριά του άντρα της, του Αλέξανδρου Παραδείση. Εκείνοι μου έδωσαν τις φωτογραφίες της και μου μίλησαν για τη Χρύσα της κάθε μέρας, έτσι όπως την έζησαν από τότε που μικρό κορίτσι 14 χρονών έφτασε από τη Σμύρνη στην Αθήνα με το κύμα των προσφύγων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, το γάμο της, τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα, την αποφασιστικότητα και την εργατικότητα που τη χαρακτήριζε αλλά και για τη νοικοκυροσύνη της και τη ζεστή φροντίδα με την οποία περιέβαλλε αυτούς που αγαπούσε.
Και μετά, να βρω τους λόγους που μου άρεσαν τόσο πολύ οι συνταγές της αλλά και να σκεφτώ για τα βιβλία μαγειρικής σαν ένα ιδιαίτερο εργαλείο προσέγγισης ιστορικών, οικονομικών, ανθρωπολογικών αλλά και λογοτεχνικών δεδομένων, μια αξιόπιστη πηγή από όπου αντλούμε στοιχεία για μια συγκεκριμένη κοινωνία, για το τι μαγειρεύουν ή τι φαντασιώνονται ότι μαγειρεύουν οι άνθρωποι σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.

Μαρία Τσοσκούνογλου, «Αναζητώντας τη Χρύσα Παραδείση. Η κουζίνα στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960», πρόλογος Ελένη Ψυχούλη, εκδ. Περίπλους
Είδα ότι τα γραπτά της, που κυκλοφόρησαν και δημοσιεύτηκαν σε βιβλία αλλά και σε εφημερίδες και περιοδικά –κυρίως στη «ΓΥΝΑΙΚΑ»–, είναι πολύτιμα όχι μόνο γιατί μας μαθαίνουν πώς θα μας πετύχει η σάλτσα μπεσαμέλ και πώς το καλοψημένο ψητό στο κυριακάτικο τραπέζι θα μας βγάλει ασπροπρόσωπους απέναντι στο δύσπιστο βλέμμα των πεθερικών μας, αλλά και γιατί ρίχνουν φως σε μια εποχή-μεταίχμιο που ο παλιός κόσμος της αγροτικής Ελλάδας έδυε και ένας νέος κόσμος, αυτός των μεγάλων αστικών κέντρων, αναδυόταν, όπου στα ράφια των παντοπωλείων άρχισαν να κάνουν μαζικά την εμφάνισή τους συσκευασμένα τρόφιμα, κονσέρβες και κατεψυγμένα, η τεχνολογική πρόοδος εισέβαλε ραγδαία στην καθημερινή ζωή με ηλεκτρικά ψυγεία, κουζίνες, μίξερ και άλλες οικιακές μικροσυσκευές, ενώ το ίδιο το οικογενειακό σκηνικό ανατρεπόταν με την έμμισθη απασχόληση των γυναικών εκτός σπιτιού αλλάζοντας μια για πάντα τις σχέσεις των δύο φύλων αλλά και αυτές των γονιών με τα παιδιά τους.
Αν θεωρήσουμε ότι ένα βιβλίο μαγειρικής είναι ένας γενικός κατάλογος/λίστα που ταξινομεί επιμέρους λίστες ή καταλόγους (λίστα με τα ψώνια, λίστα με τα υλικά, λίστα με την προετοιμασία και εκτέλεση της συνταγής ή ακόμα και λίστες με μενού-εδεσματολόγια αλλά και λίστες με οδηγίες καλής συμπεριφοράς ή/και στοιχείων οικιακής οικονομίας, διατροφολογίας και διαιτητικής), η Χρύσα Παραδείση κατάφερε μέσα από τα γραπτά της να δίνει όλες τις παραπάνω πληροφορίες με έναν τρόπο εύχρηστο και κατανοητό. Όμως τα βιβλία της, εκτός από το χρηστικό τους χαρακτήρα, είναι πολύτιμα και για έναν επιπλέον λόγο: είναι ζωντανοί οργανισμοί που πάλλονται από τους κραδασμούς που συγκλόνισαν τις δομές μιας κοινωνίας σε κατάσταση μετασχηματισμού και δονούνται από τους τριγμούς της γεωγραφικής και κοινωνικής κινητικότητας που χαρακτήρισε τη δυναμική της ελληνικής κοινωνίας του ’50 και του ’60. Γι’ αυτό και σήμερα αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο που μας βοηθάει να ρίξουμε φως όχι μόνο στην κουζίνα της εποχής, αλλά σε όλη εκείνη τη συναρπαστική για την Ελλάδα, δεκαετία του 1960».
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ο συγγραφέας μιλάει στην Athens Voice για αθηναϊκές ιστορίες με ρεαλισμό και φαντασία
Τι συμβαίνει όταν μια σαρανταπεντάρα επιτυχημένη συγγραφέας αποφασίζει να κάνει μια ανατροπή στη ζωή της και να αναζητήσει μια νέα μορφή ελευθερίας;
Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στον κόσμο των πάγων, των ανθρώπων της Γροιλανδίας και ενός τοπίου που αλλάζει για πάντα
Ο συγγραφέας και ιστορικός μιλάει για τον Φρίντριχ Νίτσε, τον Ζαρατούστρα και την κληρονομιά του ονόματός του
Η δικαιοσύνη δεν είναι υπόθεση συναισθήματος, είναι αρχιτεκτονική.
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας
Μια πολιτισμική-ιστορική «εγκυκλοπαίδεια» φοβιών και εμμονών
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Κέδρος
Ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε για παιδιά αλλά κατέκτησε τα παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο
Παύει ένα έργο να «ανήκει» στον συγγραφέα μόλις τελειώσει η συγγραφή του;
Τα βιβλία τους «Απεταξάμην» και «Παλμαρέ» αντίστοιχα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Μίνωας
Οι λέσχες ανάγνωσης γίνονται η πιο όμορφη αφορμή για νέες γνωριμίες, συζητήσεις και έμπνευση στην πόλη
Διαβάσαμε το βιβλίο «Flesh» του Ντέιβιντ Σολόι που κέρδισε το βραβείο Booker 2025
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος
Ποικίλες αναγνωστικές προτάσεις για τις αρχές του 2026
Δύο βιβλία που ξεχώρισα το 2025: «Μαύρο Χαϊκού» της Γιάννας Μπούκοβα (εκδόσεις Ίκαρος) και «Δεν θ’ αργήσω» της Βασιλικής Πέτσα (εκδόσεις Πόλις)
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.