- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Τζένη Τζένη: ένα μπουλβάρ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Είδαμε την παράσταση «Τζένη Τζένη» σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Την αρχή έκανε ο Λουί Βερνέιγ (1893–1952), ο οποίος γεννήθηκε στο Παρίσι και εργάστηκε ως θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος. Το έργο του εντάσσεται στο γαλλικό μπουλβάρ, ένα θεατρικό είδος που διαμορφώθηκε γύρω από τις μεγάλες αστικές λεωφόρους και τη ζωή που αναπτύχθηκε κατά μήκος τους. Οι λεωφόροι αυτές προέκυψαν σε μεγάλο βαθμό από την αστική αναδιάρθρωση του 19ου αιώνα, όταν παλαιά οχυρωματικά έργα κατεδαφίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από ευρείες οδικές αρτηρίες που συνδύαζαν κυκλοφορία, περίπατο και κοινωνική ζωή. Ο όρος boulevard προέρχεται από το ολλανδικό bolwerk, που σήμαινε οχύρωμα ή προμαχώνα, και πέρασε στη γαλλική γλώσσα για να δηλώσει αρχικά τους χώρους πάνω ή γύρω από τα παλιά τείχη, πριν αποκτήσει τη νεότερη σημασία των δεντροφυτεμένων λεωφόρων με εμπορική και ψυχαγωγική δραστηριότητα. Όπως είναι γνωστό, το μπουλβάρ απευθυνόταν κυρίως σε αστικό κοινό και βασιζόταν σε δραματουργία με γρήγορη εξέλιξη, καθαρή δομή και ένα κωμικό αποτέλεσμα μέσω παρεξηγήσεων, κρυφών σχέσεων και εναλλαγής κοινωνικών ρόλων. Στα έργα (63 τον αριθμό) του Λουί Βερνέιγ (Daniel (1920), Monsieur Lamberthier (1921), Dora Nelson (1922), Je t’attendais (1925), Ma sœur et moi (1929) και Mon Crime! (1934)) εμφανίζεται σταθερά η σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνική εικόνα και την προσωπική ζωή· η πλοκή βασίζεται σε παρεξηγήσεις που προκύπτουν από ψευδείς εντυπώσεις, κρυφές σχέσεις και μια δραματουργία του οργανώνεται γύρω από μηχανισμούς απόκρυψης και αποκάλυψης πληροφοριών, με αποτέλεσμα η εξέλιξη να παράγεται από συνεχείς μετατοπίσεις ταυτότητας και ρόλων. Ένα από τα έργα του, το Affairs οf State (1950), που ανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ (ο Βερνέιγ το είχε γράψει στα αγγλικά), παρουσιάστηκε στο ελληνικό θέατρο με τον τίτλο «Κρατικές Υποθέσεις» από τον θίασο της Τζένη Καρέζη και του Λάμπρου Κωνσταντάρα, σε διασκευή των Μίμη Τραϊφόρου και Κώστα Πρετεντέρη, πριν αποτελέσει τη βάση για την ταινία «Τζένη Τζένη» (1966). Στη διαδικασία αυτής της διασκευής στο Δημοτικό Θεατρο Πειραιά δεν έχουμε απλή μετάφραση ενός κειμένου αλλά μεταφορά ενός δραματουργικού μηχανισμού, όπου το γαλλικό σύστημα του μπουλβάρ μεταφέρεται σε διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο η έννοια της εξουσίας συνδέεται με τοπικές πολιτικές πρακτικές και μορφές κοινωνικής οργάνωσης σε ένα κυκλαδίτικο νησί.
Το έργο αποτελεί σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης σε ό,τι αφορά τα συναισθηματικά μας πρότυπα. Η συγκίνηση αναδύεται από τις κωμικές καταστάσεις που διαδραματίζονται μέσα από τον μηχανισμό απόκρυψης και την ύφανση μυστικών που παραμένουν μετέωρα. Είναι χαρακτηριστικό το τραγούδι του Κώστα Καπνίση που ερμηνεύει η Νόρα Βαλσάμη με τη φωνή της Καίτης Χωματά: «Το μεγάλο μυστικό μου / φύλαξέ το λίγο ακόμα, λυπημένη μου καρδιά…». Στη θεατρική παράσταση του Νίκου Καραθάνου που παίζεται στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά το τραγούδι ερμηνεύει ο Άγγελος Παπαδημητρίου και οριοθετεί, λειτουργεί ως προοικονομία της σκηνής του χασάπικου της ηρωίδας που ερμηνεύει η Γαλήνη Χατζηπασχάλη. Το τραγούδι προηγείται και δημιουργεί ένα συναισθηματικό υπόβαθρο που μεταφέρεται αμέσως στη σκηνή του χορού, όπου το χασάπικο λειτουργεί ως αντίστιξη: από την εσωτερική, λυρική έκφραση περνάμε σε μια πιο εξωστρεφή, κοινωνική και σκηνικά «δημόσια» στιγμή.
Σε εκείνο το σημείο η αμηχανία που αρχικώς βαραίνει το σύγχρονο θεατρικό έργο ελαφραίνει. Ο έντονος νοσταλγικός χαρακτήρας που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης με τις φωτογραφικές αναφορές στους ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τους από χρόνια αποδημήσαντες, αλλά ζωντανούς στις συνειδήσεις μας, μετατοπίζεται σε χορευτική και τραγουδιστική διάθεση. Ανεξαρτήτως της προθέσεως του δημιουργού της παραστάσεως που κρατά και τον κεντρικό ρόλο του πατέρα της Τζένης, το έργο αλλάζει τη διάθεση των θεατών.
Τρεις κυρίες έφυγαν από την αίθουσα πριν την εν λόγω σκηνή. Κρίμα. Πιθανώς δεν άντεξαν τη μεταμοντέρνα ματιά ενός έργου που έχει αποτυπωθεί μέσα μας με αναλλοίωτο τρόπο. Λέγοντας «μεταμοντέρνο» εννοούμε, με δύο λόγια, οτιδήποτε ξεφεύγει από την καθιερωμένη φόρμα μιας αλήθειας που έχει βρει τη μορφή της μέσα στον χρόνο. Πράγματι, τα πρόσωπα έρεπαν προς τη γελοιογραφία. Αυτή την αμηχανία επιδείνωναν οι μάσκες με το πρόσωπο του Παπαγιαννόπουλου, του Σταυρίδη ή του Αυλωνίτη που έφεραν κατά διαστήματα οι ηθοποιοί, ενώ υπήρχαν και άμεσες αναφορές σε φωτογραφίες των παλαιών ηθοποιών με την ένδειξη «Ρέκβιεμ».
Όμως η μουσική και οι ρυθμικοί ήχοι που έδωσαν ένταση στα συναισθήματα των πρωταγωνιστών και κατ’ επέκταση των θεατών όχι μόνο διέσωσαν την παράσταση αλλά της προσέδωσαν τη χαμένη της συγκίνηση: την απάλλαξαν από τη λόγια αναφορά και την οδήγησαν σε μια συγκίνηση πιο καθαρού συναισθήματος όπως αυτό που ενεργοποιεί η μουσική. Και μάλιστα με μουσικά ακούσματα που συνδέονται εξ απαλών ονύχων με τη ζωή μας.
Η τελευταία σκηνή του έργου φέρει τη σφραγίδα μιας τέτοιας συγκινήσεως παρόλο που στερείται εντελώς της φυσικής σκηνής μιας εικόνας που θα προσέφερε ο κινηματογράφος ή η έμμεση αναφορά μιας θεατρικής σκηνής. Ο Χρήστος Λούλης, που ερμηνεύει τον Νίκο Μαντά της ταινίας του Ντίνου Δημόπουλου, είναι σκαρφαλωμένος στην οροφή μιας εκκλησίας που παίζει τον ρόλο του μικρού σκάφους και, με υπόκρουση θριαμβευτικού ρυθμού, το ζευγάρι ενώνεται οριστικά. Τα λόγια του πατέρα «Να ζούσε η μάνα της» δίνουν την απαραίτητη αξία της μητρικής παρουσίας που είναι χαρακτηριστικά απούσα στο έργο -όχι τυχαία. Αυτή η απουσία είναι ο καταλύτης της δράσης και τελικώς ο λόγος του δράματος. Η μητέρα και ο καινούργιος χρόνος που ανοίγει στη ζωή του κόσμου.
Η ευαισθησία του Γάλλου δημιουργού απέναντι στην κοινωνική υποκρισία της μοντέρνας εποχής απέκτησε μέσω της τέχνης του μορφές που έδωσαν έκφραση σε αγκυλώσεις που θα παρέμεναν σταθερά καταπιεστικές και στάσιμες. Όχι μόνο στη δική του κουλτούρα αλλά και σε κουλτούρες με βασικές διαφορές από την δική του, όπως είναι η ελληνική. Ο Νίκος Καραθάνος κατάφερε να ξεπεράσει το βάρος μιας νοσταλγίας που θα περιόριζε τη συγκίνηση στη στασιμότητα του παρελθόντος δίνοντας τον ορίζοντα μιας νέας μορφής και τη συγκίνηση που τη συνοδεύει.