Ο δημιουργός μιλά για το νέο του άλμπουμ και τη σημασία της γυναικείας φωνής στη μουσική του
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Άλκης Παναγιωτίδης: Ο «Αμερικάνος» του ελληνικού σινεμά
Άλκης Παναγιωτίδης: Μια ζωή ανάμεσα σε σινεμά, μουσική και μύθους
Αν και, όπως μου λέει, δεν έρχεται πια τόσο συχνά εδώ, καθώς έχει αλλάξει γειτονιά και το μέρος αυτό του θυμίζει τους φίλους του που έχουν φύγει απ’ τη ζωή, δεν θα μπορούσα να βρεθώ με τον Άλκη Παναγιωτίδη σε καταλληλότερο μέρος από το παλιό του στέκι, το Φίλιον. Μαζί με τον άλλο θαμώνα του καφέ, τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Τζούμα, ο Άλκης Παναγιωτίδης έχει συνεισφέρει σημαντικά στο να γίνει το Φίλιον τόπος συνάντησης για την καλλιτεχνική και πνευματική ελίτ της Αθήνας.
Ολοκληρώνοντας 10 χρόνια σπουδών πάνω στην υποκριτική στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, περνώντας στο ενδιάμεσο και από τη Ρώμη, όπου συμμετείχε με μικρούς ρόλους σε τοπικές παραγωγές, ο Παναγιωτίδης επέστρεψε στην Αθήνα το 1979 και ξεκίνησε αμέσως καριέρα στον κινηματογράφο. Η ταινία «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα...» (1979), του Νίκου Νικολαΐδη, τον έκανε διάσημο μέσα σε μια νύχτα και τον συνέδεσε με τη γενιά της αμφισβήτησης, που χαρακτήρισε μια ολόκληρη εποχή.
Σήμερα, περισσότερο γνωστός για τις καλτ ταινίες του –«Γλυκιά συμμορία» (1983), «Γυναίκες δηλητήριο» (1993), «Προστάτης οικογένειας» (1998) και φυσικά τα «Φτηνά τσιγάρα» (2000)–, ο Παναγιωτίδης ασχολείται τόσο με το σινεμά, το θέατρο και την τηλεόραση, όσο και με τη μουσική, παίζοντας ντραμς σε τζαζ σχήματα. Πρόσφατα συμμετείχε στην πολωνική ταινία «Λαχτάρα», πλάι στον Μπράνκο Τζούριτς (πρωταγωνιστή του βραβευμένου με Όσκαρ «No Man’s Land»), που θα δούμε σύντομα στους κινηματογράφους. Μίλησε στην ATHENS VOICE για την πολυσχιδή καριέρα του και τις εμπειρίες ζωής που τον γαλούχησαν.
Άλκης Παναγιωτίδης: Από τις ιστορίες του παρελθόντος στις ερωτήσεις του σήμερα
— Αν και ζήσατε στις ΗΠΑ μόλις 6 χρόνια (1973 - 1979), στο μυαλό του κοινού έχετε μείνει ως «ο Αμερικάνος». Πώς ήταν η εμπειρία σας αρχικά στο Παρίσι και αργότερα στη Νέα Υόρκη; Νιώθετε πως τα χρόνια αυτά σας καθόρισαν;
Με αποκαλούσε έτσι και ο Γιώργος Σκαλενάκης, ο σκηνοθέτης. Μου έλεγαν μαθητές της Σχολής Σταυράκου ότι τον ρωτούσαν: «Κύριε Σκαλενάκη, όταν λέει “στοπ η κάμερα” και “ξαναπάμε”, κάνουμε το ίδιο ή κάτι άλλο;» κι εκείνος απαντούσε: «Το ίδιο, εκτός από τον Παναγιωτίδη, που είναι Αμερικάνος και σε κάθε λήψη κάνει άλλα».
Πήγα πρώτα στο Παρίσι και ύστερα στη Νέα Υόρκη αποκλειστικά για σπουδές. Το κίνητρο ήταν η απλοϊκή σκέψη ότι δεν γινόταν να μην ξέρω τα ίδια πράγματα με τους ηθοποιούς που θαύμαζα. Έφυγα, λοιπόν, με 120 δολάρια στην τσέπη –που ήταν αρκετά για φάνε δύο άτομα σε ένα μέτριο προς καλό εστιατόριο– με την προοπτική να βρω έναν παλιό μου συμμαθητή. Δεν ήθελα να μπλέξω με τη νύχτα, ήθελα να μπω στη μυθολογία της Αμερικής: Να πλένω πιάτα, να κάνω τον παρκαδόρο, να σερβίρω κτλ. Τα έκανα για λίγο αυτά, αλλά κουράστηκα. Ήταν τυραννία. Τελικά βρήκα μια καταπληκτική δουλειά παίζοντας μουσική part-time για πολύ καλά λεφτά, αλλά πριν απ’ αυτό μπήκα σε διάφορες περιπέτειες.
Μάλιστα, κάποτε είχα και μια φοβερή εμπειρία σε μιασύναξη της Μαφίας. Είχα γνωρίσει έναν μουσικό, τον Ραμόν, έναν πολύ συμπαθή άνθρωπο, που έψαχνε για ντράμερ και δούλευε τότε σ’ ένα ιταλικό μαγαζί στην Αστόρια, το οποίο βρισκόταν στην καρδιά του ελληνικού γκέτο και το είχε ένας πολύ εύσωμος άνθρωπος, Ιταλός, με το αστείο όνομα Πασίφικο. Αρχίσαμε, λοιπόν, να παίζουμε και την τρίτη μέρα σκάνε δύο τύποι (Έλληνες) και κάνουν το μαγαζί λαμπόγυαλο. Το κλείνει και, μόλις το φτιάχνει, ρωτάμε αν θέλει να ξανάρθουμε. Μας λέει να ξαναπάμε και παίζουμε άλλες δύο μέρες. Την τρίτη μέρα, ξαναέρχονται οι δύο τύποι και τα κάνουν πάλι όλα γυαλιά καρφιά.
Μια μέρα πάμε, και μπαίνοντας στο μαγαζί βλέπουμε στο κέντρο να έχουν σχηματίσει ένα μεγάλο «Π» με τραπέζια. Αρχίζει σιγά σιγά κι έρχεται κόσμος. Ο Ραμόν μού έκανε νόημα και μου είπε ψιθυριστά: «Παίζε και μην κοιτάς». Εγώ, βέβαια, πιτσιρικάς, δεν μπορούσα να μην κοιτάζω. Είχε έρθει κι ένας φωτογράφος, Έλληνας, που ζούσε χρόνια στην Αμερική, αλλά ούτε αγγλικά δεν ήξερε καλά καλά, κι άρχισε να τραβάει φωτογραφίες. Σηκώνεται αγριεμένος ένας μόλις τον βλέπει, του πετάει κάτω τη μηχανή και την πατάει. Αρχίζει να φωνάζει ο φωτογράφος κι εκείνος βγάζει από την τσέπη του ένα τεράστιο πάκο με λεφτά κι αρχίζει να του δίνει κατοστάρικα. «Πες μου πού να σταματήσω», του λέει. Ο φωτογράφος, φυσικά, τα πήρε κι έφυγε χωρίς κουβέντα.
Θυμάμαι κι έναν άλλον, που ενώ μίλαγε ο αρχιμαφιόζος, τον πήρε ο ύπνος. Του δίνει τότε ο διπλανός του μια τρομερή φάπα και τον ξυπνάει. «Δεν ντρέπεσαι, να μιλάει το αφεντικό κι εσύ να κοιμάσαι;» του λέει. Με τα πολλά, τελείωσε η σύναξη και ήρθε ο Πασίφικο, να μας ανακοινώσει ότι το μαγαζί κλείνει. Αργότερα μάθαμε πως αυτοί που είχε μαζέψει εκεί ήταν οι «αρχηγοί» της περιοχής, που είχαν δώσει και τα φράγκα για να ανοίξει το μαγαζί. Τέτοιου είδους εμπειρίες σού μένουν αξέχαστες και σου αλλάζουν τη ζωή.
Από την Αμερική στην Αθήνα: Η αρχή μιας διαδρομής
— Μετά την Αμερική, επιστρέψατε στην Ελλάδα, με τη Μεταπολίτευση. Πώς ήταν τα πράγματα τότε; Ήταν η ακούσια σύγκριση μεταξύ των εμπειριών σας στο εξωτερικό και της κατάστασης στην Ελλάδα αυτή που καλλιέργησε το πνεύμα της αμφισβήτησης, του οποίου γίνατε ένας από τους κύριους εκφραστές;
Είχα αποφασίσει να μείνω στην Αμερική. Ήθελα να στείλω δύο εισιτήρια στους γονείς μου, να έρθουν κι αυτοί, γιατί εγώ τους είχα πει με τρόπο ότι δεν το ’βλεπα να γυρίζω. Δυστυχώς, όμως, δεν ήρθαν. Και λίγες μέρες αργότερα με πήρε ο πατέρας μου και μου είπε ότι ο μικρός μου αδερφός είχε ένα πρόβλημα και θα ήταν καλύτερο να ερχόμουν εγώ αν μπορούσα. Μου είχε πει να μην ανησυχώ και ότι όλα ήταν υπό έλεγχο. Ήρθα, λοιπόν, αλλά τα πράγματα δεν ήταν καθόλου υπό έλεγχο και ο αδερφός μου είχε ημερομηνία λήξης.
Στην Αθήνα όμως, την ελληνική ιντελιγκέντσια τη γνώριζα ήδη από τα χρόνια της δικτατορίας, όταν ήταν όλοι στο Παρίσι. Οπότε, με το που έρχομαι, αρχίζω αμέσως και δουλεύω. Τελικά, κάποια στιγμή ο αδερφός μου φεύγει απ’ τη ζωή και τίθεται το θέμα της επιστροφής μου. Κάνω, λοιπόν, μια συζήτηση με τον πατέρα μου, που ήταν σύμβουλός μου και πολύ πιο ψύχραιμος από τη μητέρα μου –που απειλούσε ότι θα έπεφτε απ’ το μπαλκόνι αν έφευγα– και καταλαβαίνω ότι εδώ έχω πια αρχίσει να χτίζω ένα όνομα, κι αυτό μου αρέσει. Αν γύριζα στην Αμερική, θα έπρεπε να ξεκινήσω πάλι από την αρχή. Εγώ, ενώ στη ζωή μου γενικά είμαι απείθαρχος, σ’ αυτά τα πράγματα είμαι πάρα πολύ πειθαρχημένος. Το έλεγε κι ο Τζούμας: «Ο Άλκης είναι σφύριζέ του να χορεύει, αλλά, αν του πεις να κάνει κάτι, θα το κάνει όσο καλύτερα μπορεί». Έτσι, αποφάσισα τελικά να μείνω στην Αθήνα. Εδώ υπήρχε καλό κλίμα και διάθεση να κάνουμε κάτι καινούριο. Είχε σχηματιστεί βέβαια και μια ομάδα εναντίον του Αγγελόπουλου, με την οποία εγώ δεν συμφωνούσα, αλλά κανείς δεν μ’ άκουγε όταν έλεγα να μη δημιουργούν φράξιες. Η αίσθηση της ανανέωσης πάντως ήταν κυρίαρχη.
— Αν και είχατε παίξει μικρούς ρόλους σε ταινίες όπως το «1922» του Νίκου Κούνδουρου (1978), και το «Δύο φεγγάρια τον Αύγουστο» του Κώστα Φέρρη (1978), η ταινία που εκτόξευσε την καριέρα σας ήταν το «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα...» του Νίκου Νικολαΐδη. Τι θυμάστε από την πρεμιέρα της;
Με τα «Κουρέλια» έγινα πολύ γνωστός μέσα σε μια νύχτα. Έζησα μια απίστευτη εμπειρία. Αν θυμάμαι καλά, η πρεμιέρα ήταν μια Τετάρτη. Μου τηλεφώνησε ο Νικολαΐδης και μου είπε να έρθω στις 2 το μεσημέρι στο Ντορέ, γιατί θα μας έστελναν την κόπια να τη δούμε. Εγώ, φαντάσου, δεν είχα δει ακόμα την ταινία. Ο Νίκος μάς είχε προειδοποιήσει ότι στην προβολή αυτή θα ήταν και κάποιοι δημοσιογράφοι οι οποίοι δεν θα προλάβαιναν να έρθουν στην πρεμιέρα. Πάμε λοιπόν και βλέπουμε κόσμο. Είδαμε την ταινία κι έπαθα πλάκα. Βγαίνοντας από την αίθουσα γινόταν χαμός. Πρώτος με πλησίασε ένας ηθοποιός, ο Νίκος Τζόγιας, πάρα πολύ γνωστός εκείνα τα χρόνια, κι άρχισε να μου μιλάει εγκάρδια και με ρώτησε από πού ερχόμουν. Του είπα ότι ζούσα στην Αμερική κι ενθουσιάστηκε. Μετά, είδα μια γυναίκα να τρέχει προς το μέρος μου. Ήταν η Νίκη Τριανταφυλλίδη. Με αγκάλιασε και μου είπε το αμίμητο: «Σ’ έβλεπα να σκοτώνεις κι έλεγα: “Ας σκοτώσει κι άλλο!”» (γέλια).
Τα «Κουρέλια» και το ξεκίνημα μιας ιδιαίτερης καριέρας
— Η καλτ επιτυχία των «Κουρελιών» συνεχίστηκε, 4 χρόνια μετά, με τη «Γλυκιά συμμορία». Οι παρέες και στις δύο ταινίες έχουν μια συνοχή που μοιάζει πολύ αληθινή. Πέραν των καθαρά κινηματογραφικών στοιχείων, είχε η παρέα σας με τον Κωνσταντίνο Τζούμα, τον Χρήστο Βαλαβανίδη και τον Νίκο Νικολαΐδη ομοιότητες με αυτό που βλέπουμε στην ταινία;
Ο Τζούμας ήταν έτσι. Στα «Κουρέλια» οι ρόλοι μας ήταν αυτό που ήμασταν στην πραγματικότητα. Ο Πουλικάκος, που θα έπαιζε τον Δημήτρη, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν στη φυλακή, είχε όντως κάνει φυλακή, ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της πρώην γυναίκας του. Τελικά, όμως, δεν θέλησε να παίξει. Είπα στον Νίκο ότι θα του έβρισκα εγώ κάποιον και βρήκα τον Δημήτρη Πολύτιμο, που ήταν μουσικός και τον ήξερα απ’ το Παρίσι, από κοινή παρέα με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Με το καστ δεθήκαμε. Ο Τζούμας ήξερε από μουσική, ο Βαλαβανίδης το προσπαθούσε. Ο Νίκος, βέβαια, ήταν πολύ φιλόμουσος.
Όσο για τη «Γλυκιά συμμορία», έχω να σου κάνω μια αποκάλυψη: Το αρχικό καστ, αν και εξαιρετικό, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτό που εμφανίζεται τελικά στην ταινία. Θα έπαιζε ο Καφετζόπουλος, ο Ρέτσος, εγώ, η «καταραμένη ποιήτρια» (Κατερίνα Γώγου) και η Όλια Λαζαρίδου. Κάναμε μερικές πρόβες και γούσταρα πάρα πολύ. Με τον Αντώνη, άλλωστε, είμαστε αδέρφια. Τσακωθήκανε, όμως, για το τίνος το όνομα θα εμφανίζεται πρώτο. Εγώ, έχοντας έρθει από την Αμερική, ήμουν εντελώς απελευθερωμένος απ’ αυτά. Καλύτερα να μην έμπαινε το όνομά μου πουθενά και το κοινό να έψαχνε να βρει ποιος είναι αυτός ο ηθοποιός που παίζει στην ταινία.
— Η μουσική είναι η δεύτερη μεγάλη σας αγάπη. Όταν παίζετε, προτιμάτε τις τζαζ συνθέσεις. Στην κοινή συνείδηση, όμως, έχετε περάσει ως αθεράπευτος ροκενρολάς. Εσείς πώς θα ορίζατε τον εαυτό σας;
Πάνω απ’ όλα λατρεύω την τζαζ. Έχω κάνει focus σ’ αυτό το είδος από πιτσιρικάς. Μου αρέσει συγκεκριμένα η cool jazz, Miles Davis κ.λπ. Μου αρέσει, βέβαια, και το ροκ εν ρολ πολύ, όπως και η κλασική μουσική – ήξερα όλες τις όπερες απέξω. Ήταν μάλιστα να γραφτεί κι ένα θεατρικό που θα πραγματευόταν την ιστορία μιας ορχήστρας, κομμένο και ραμμένο για μένα, το οποίο τελικά δεν έγινε.
Κάποτε βρέθηκα με τον Γιώργο Κοντραφούρη, σ’ ένα είδος μνημόσυνου που κάναμε για τον Δημήτρη Πολύτιμο, κάπου στη Λιοσίων. Εκεί λοιπόν μου είπε: «Τα έμαθες ότι θα παίξουμε μαζί;» Εγώ δεν πίστευα στ’ αφτιά μου. Ο Κοντραφούρης είναι εξαιρετικός μουσικός, και πού δεν έχει παίξει... «Είσαι καλά;» του είπα. «Εγώ δεν εξασκούμαι. Δεν μπορώ να βγάλω τα σχήματα που έχω στο κεφάλι μου». «Η μουσική είναι συναίσθημα», μου απαντά, «κι εσύ το ’χεις». Εγώ με τα σόλο δεν ασχολήθηκα ποτέ. Μου αρέσει, δηλαδή, κάποιες φορές να έχει την ελευθερία ο ντράμερ να κάνει και τα δικά του, αλλά όχι να αυτοσχεδιάζει όλη την ώρα. Ο Κοντραφούρης, λοιπόν, μου έδωσε μια φορά αέρα να κάνω σόλο κι εγώ έβαλα τα γέλια. Τελικά, όμως, βγήκε πολύ ωραίο. Οπότε γύρισε και μου είπε: «Είμαστε έτοιμοι. Ένα μπάσο θέλουμε και φύγαμε για τρίο». Αυτό μου έδωσε μεγάλη χαρά και αυτοπεποίθηση.
— Έχετε ασχοληθεί με το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ποιο μέσο σάς εκφράζει περισσότερο;
Το θέατρο φυσικά. Είναι μεγάλη πρόκληση, γιατί είναι ζωντανό και επικίνδυνο – δεν επιτρέπει λάθη. Έχω πει σε συνεντεύξεις μου ότι ο ηθοποιός του θεάτρου είναι σαν σχοινοβάτης χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Αυτός ο κίνδυνος δίνει στο θέατρο μια ιδιαίτερη γοητεία.
Είχα μεγάλη υποστήριξη από το σπίτι μου στο να γίνω ηθοποιός. Ο πατέρας μου, Αθανάσιος Παναγιωτίδης, άνηκε στη μεγάλη σχολή των Ελλήνων Κωνσταντινουπολιτών ψαλτών. Ήταν, μάλιστα, Άρχων Πρωτοψάλτης, γιατί είχε τελειώσει τη Θεολογική Σχολή. Ήταν, λοιπόν, μεγάλος σύμμαχός μου. Όταν του είπα ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός, δάκρυσε από τη χαρά του. Πολλοί νέοι ηθοποιοί μού λένε ότι το κρύβουν από τους γονείς τους. Εγώ, αντίθετα, είχα πλήρη υποστήριξη και από τους δύο.
— Είστε ένας από τους λίγους ηθοποιούς του σύγχρονου ελληνικού σινεμά που έχουν γίνει τόσο αναγνωρίσιμοι από δευτερεύοντες ρόλους ή ακόμα και guest εμφανίσεις. Φαντάζομαι, πολλοί σας αναγνωρίζουν ακόμα από τον ρόλο σας δίπλα στον Κώστα Τσάκωνα στα «Φτηνά τσιγάρα», ενώ προσωπικά μου άρεσε ιδιαίτερα η ερμηνεία σας ως διοικητή της αστυνομίας στον «Προστάτη οικογένειας» του Περάκη. Αυτό έχει συμβεί τυχαία ή το επιδιώξατε;
Δεν υπάρχουν μικροί και μεγάλοι ρόλοι, αλλά μικροί και μεγάλοι ηθοποιοί. Εξάλλου, οι ρόλοι σ' αυτές τις ταινίες, ειδικά στον «Προστάτη οικογένειας» δεν είναι καθόλου μικροί. Ο Σωκράτης Λειβαδινός είναι κεντρικός χαρακτήρας, από την πρώτη σκηνή, όπου βλέπουμε την απόπειρα αυτοκτονίας του, αλλά και στη συνέχεια, όπου μαθαίνουμε όλη την ιστορία του – πώς ξεκίνησε ως εσατζής για να γίνει στην πορεία διεφθαρμένος διοικητής της αστυνομίας.
Αγαπώ πολύ τον Νίκο Περάκη. Κάναμε μαζί τέσσερις ταινίες, αρχίζοντας με το «BIOS + πολιτεία» (1987) και τον «Προστάτη» –στις οποίες συμμετείχε ο πολύ καλός μου φίλος Γιώργος Κοτανίδης– και συνεχίζοντας με τη «Θηλυκή εταιρεία» και τη «Φούσκα» (2002), κι εκεί με τον Κοτανίδη και τον επίσης φίλο μου Δημήτρη Καμπερίδη. Επίσης, έπαιξα τον ρόλο του Ρεμούλα στα «Βαποράκια» του Παύλου Τάσιου (1983), πλάι στον Τζούμα, που παίζει την Ούρσουλα, μια τραβεστί που διακινεί ναρκωτικά μαζί με τον Ρεμούλα. Στην πολωνική ταινία στην οποία έπαιξα πρόσφατα, υποτίθεται πως έχω μικρό ρόλο. Όμως, στην πραγματικότητα δεν ισχύει αυτό, γιατί ο χαρακτήρας που υποδύομαι είναι δεμένος με την ιστορία. Αποκλείεται να δει κάποιος την ταινία και να μην τον θυμάται.
Τα ελληνικά στάνταρ ποτέ δεν με αφορούσαν. Εγώ ήθελα να παίζω, γιατί παίζοντας γίνεσαι καλύτερος. Πρόσεχα, βέβαια, πάντοτε οι ταινίες που επέλεγα να είναι ποιοτικές και δεν ξεπουλήθηκα ποτέ για το χρήμα. Κανόνισα έτσι τη ζωή μου, ώστε να μη χρειαστεί ποτέ να κάνω μια τέτοιου είδους υποχώρηση.
— Το σινεμά αλλά και η τηλεόραση ως έναν βαθμό έχουν αντικατασταθεί σήμερα από το YouTube και το Netflix. Πώς αντιμετωπίζετε αυτή την αλλαγή;
Είναι ανησυχητική. Ιδιαίτερα τώρα με το AI, μπορεί σε λίγο να μην παίζουμε καν. Για μένα είναι εφιαλτικό το να παίζουν ολογράμματα στις ταινίες αντί για πραγματικούς ηθοποιούς.
— Με τι ασχολείστε αυτή την περίοδο;
Πέρυσι είχα δύο συμμετοχές, η μία καλύτερη από την άλλη. Έπαιξα ένα μούτρο με υψηλό IQ, τον πατέρα της Σμαράγδας Καρύδη, στον δεύτερο κύκλο του «IQ 160», που βασίζεται σε μια γαλλική σειρά, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία εκεί. Η ελληνική βερσιόν όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι καλύτερη. Έχει πιο ξεκάθαρα αστυνομικό χαρακτήρα, ενώ στη γαλλική αυτό είναι λιγάκι αφηρημένο.
Η δεύτερη συμμετοχή ήταν στη «Λαχτάρα», μια πολωνική ταινία με θέμα τα παιδιά αριστερών που βρέθηκαν αυτοεξόριστοι στο εξωτερικό. Ένα από αυτά λοιπόν, έχοντας οικονομικό πρόβλημα, αποφασίζει να έρθει στην Ελλάδα και να διεκδικήσει την περιουσία της οικογένειάς του, που όμως, λόγω των πολιτικών της φρονημάτων, της την είχαν πάρει. Ο πατέρας του παιδιού είναι ένας μποέμ τύπος, τον οποίο παίζει ο Μπράνκο Τζούριτς, γνωστός για την οσκαρική ερμηνεία του στο «No Man's Land». Φοβερή εμπειρία! Ερωτευτήκαμε. Μου πρότεινε μάλιστα να πάω μαζί του στην Ιταλία για να κάνουμε ταινίες. Αυτός, μετά το «No Man’s Land», είχε πάει στο Λος Άντζελες. Το Χόλιγουντ αμέσως σε καλεί αν έχεις παίξει σε ταινία που έχει πάρει Όσκαρ, εκτός αν δεν μιλάς γρι αγγλικά. Το να παίξω μαζί του μου φανέρωσε το πραγματικό μεγαλείο του επαγγέλματός μας.
Όσον αφορά τη μουσική, παίζω σαν guest σε δύο γκρουπ. Το ένα είναι οι Blues Revenge και το άλλο οι Andreas Gomozias Trio.
Δειτε περισσοτερα
Και κάνει update στην ATHENS VOICE για τη ζωή της στην Πόλη των Αγγέλων
Η Δανογροιλανδοελληνίδα τραγουδίστρια μιλάει με τον Black Athena για το πρώτο της ελληνόφωνο single «Medusa», την κουλτούρα των Ινουίτ, τη μουσική και τη ζωή της
Ένας ροκενρολάς της υποκριτικής
Το δυναμικά ανερχόμενο αθηναϊκό dj duo μιλάει στην ATHENS VOICE
Η Κάιλι Τζένερ έχει ξαναφορέσει το ίδο φόρεμα;