Πού τα πίνει η Αθήνα «στα όρθια»;
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
D3LTA: «Η πιο μεγάλη επιμονή είναι να παραμένεις ο εαυτός σου»
Μια συζήτηση με τον D3LTA για τη μουσική, την έμπνευση, τη διπλή πολιτισμική ταυτότητα και την προσωπική του διαδρομή.
Παρότι έχει ισχυρό ακαδημαϊκό και επαγγελματικό υπόβαθρο, με σπουδές μηχανολόγου μηχανικού και Πληροφορικής, όντας μάλιστα και συνιδρυτής της DeepSea Technologies –εταιρείας που αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας πλοίων–, η μουσική ήταν πάντα ο βασικός του άξονας.
Από το πιάνο του πατέρα του και τους βρετανικούς δίσκους της μητέρας του μέχρι τις σκηνές του Λονδίνου, το Release Athens και την υποψηφιότητά του για συμμετοχή στη Eurovision, ο D3LTA ξετυλίγει μια διαδρομή που βασίζεται στην ειλικρίνεια, την επιμονή και την ανάγκη για ελευθερία έκφρασης. Μεγαλωμένος στη Γλυφάδα, ανάμεσα σε ελληνικά καλοκαίρια και αγγλικά ακούσματα, διαμόρφωσε από νωρίς μια ταυτότητα που δεν χωρά σε καλούπια. Στη συνάντησή μας στα γραφεία της Panik Records, δεν μίλησε σαν κάποιον που θέλει απλώς να παρουσιάσει τη νέα του δουλειά, αλλά σαν κάποιον που κουβαλά δύο πατρίδες, πολλές εκδοχές του εαυτού του και μια βαθιά ανάγκη να μετατρέπει ό,τι ζει σε μουσική. Και ίσως τελικά αυτό να είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει: ότι πίσω από την εικόνα υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να ψάχνει την πιο ειλικρινή εκδοχή του εαυτού του.
― Ποιο είναι το τοπίο που κουβαλάς μέσα σου σκεπτόμενος τα παιδικά σου χρόνια;
Η Γλυφάδα. Το σπίτι, η οικογένειά μου, το φως της Αθήνας, οι μυρωδιές, τα καλοκαίρια. Έχω μεγαλώσει εκεί, κι αυτή η αίσθηση της νότιας Αθήνας είναι πολύ βαθιά μέσα μου. Παρότι στο σπίτι ήταν πάντα έντονη η βρετανική επιρροή –επειδή η μητέρα μου είναι Αγγλίδα–, η βάση μου ήταν πολύ ελληνική. Αυτή η διπλή πραγματικότητα με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Από τη μία, είχα μια καθημερινότητα στην Αθήνα, από την άλλη, στο σπίτι υπήρχαν δίσκοι, ακούσματα και τρόποι σκέψης που είχαν έρθει από κάπου αλλού.
― Τι άκουγες μεγαλώνοντας;
Η μητέρα μου αγαπούσε πολύ τη μουσική. Είχε πολλούς δίσκους, κυρίως βρετανική μουσική. Ο πατέρας μου, από την άλλη, παίζει φανταστικό πιάνο και άκουγε τζαζ και κλασική μουσική. Οπότε, στο σπίτι υπήρχε ένας πολύ πλούσιος μουσικός κόσμος, καθόλου μονοδιάστατος. Και αυτό νομίζω ότι με επηρέασε πολύ. Δεν μεγάλωσα με τη λογική ότι η μουσική είναι ένα πράγμα. Μεγάλωσα μαθαίνοντας ότι μπορεί να είναι πολλά διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα. Και βέβαια, ακούγαμε και ελληνικά, πηγαίναμε και σε πανηγύρια, υπήρχε και αυτό το στοιχείο, το πολύ ζωντανό, το ελληνικό, το λαϊκό, το αυθόρμητο.
― Ποια είναι η πρώτη σου ανάμνηση από τη ζωή;
Θυμάμαι πολύ έντονα τη μυρωδιά από τις κρέπες που έφτιαχνε η μητέρα μου. Είναι από αυτές τις αισθητηριακές μνήμες που μένουν για πάντα. Η μυρωδιά ερχόταν μέχρι το δωμάτιό μου και καταλάβαινα ότι κάτι ωραίο ετοιμάζει. Μου έχουν μείνει και κάποιες πολύ απλές παιδικές στιγμές, όπως το σοκ που είχα πάθει όταν έφαγα ποπ κορν και περίμενα ότι θα είναι αλμυρό, ενώ ήταν γλυκό. Θυμάμαι να σκέφτομαι: «Τι είναι αυτό;». Μου έκανε φοβερή εντύπωση αυτή η σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που περιμένεις και σ’ αυτό που τελικά συμβαίνει. Νομίζω ότι, με έναν περίεργο τρόπο, αυτό υπάρχει και στη μουσική μου: μου αρέσει η ανατροπή, να υπάρχει κάτι που δεν το περιμένεις.
― Και η πρώτη σου μουσική ανάμνηση;
Σίγουρα το πιάνο του πατέρα μου. Τον θυμάμαι να παίζει ενώ εμείς ήμασταν πολύ μικροί, να βάζει μέχρι και την κούνια δίπλα στο πιάνο. Αυτός ο ήχος μού έχει μείνει, μ’ έναν τρόπο σχεδόν σωματικό. Δεν είναι απλώς μια εικόνα, είναι κάτι που με έχει αγγίξει από πολύ μικρή ηλικία. Ξεκίνησα κι εγώ πιάνο, όπως κι ο αδερφός μου, γιατί ο πατέρας μου πίστευε ότι είναι σημαντικό ένα παιδί να μάθει ένα όργανο. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν από τα παιδιά που κάθονται με τις ώρες και μελετούν κλασικά κομμάτια με χαρά. Το βαριόμουν αυτό. Μου φαινόταν σαν υποχρέωση.
― Άρα η μουσική ήρθε αργότερα ως πραγματικό πάθος;
Ναι, αυτό συνέβη όταν η ροκ μπήκε στη ζωή μου. Εκεί άλλαξαν όλα. Ήμουν στην έκτη Δημοτικού κι έκανα πολλή παρέα με μια κοπέλα που άκουγε ροκ. Μου έδωσε έναν δίσκο των Duran Duran, μετά ήρθε το «American Idiot» των Green Day, και εκεί πραγματικά ένιωσα ότι κάτι ανοίγει μέσα μου. Με τράβηξε πάρα πολύ αυτή η αίσθηση της επανάστασης, της ελευθερίας, της έντασης. Πήρα την πρώτη μου ηλεκτρική κιθάρα, έναν μικρό ενισχυτή κι άρχισα να παίζω όπως να ’ναι. Ήμουν χάλια, αλλά δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι ένιωθα πως επιτέλους μπορούσα να εκφραστώ.
«Ο D3LTA είναι μια πιο απελευθερωμένη εκδοχή μου. Δεν είναι ψεύτικος χαρακτήρας, δεν είναι κάτι ξένο από μένα»
― Πότε άρχισες να γράφεις;
Πολύ νωρίς. Σχεδόν αμέσως. Έγραφα ασταμάτητα, ένα με δύο τραγούδια τον μήνα. Δεν κρατούσα ποτέ ημερολόγιο, δεν έγραφα σκέψεις σε τετράδια, οπότε τα τραγούδια έγιναν το προσωπικό μου αρχείο. Μέσα τους υπάρχει όλη μου η διαδρομή. Οι φάσεις μου, οι ανασφάλειες, οι έρωτες, οι φόβοι, οι ενθουσιασμοί. Πολλά από τα πρώτα κομμάτια γράφτηκαν για κορίτσια που μου άρεσαν, για ιστορίες από την κατασκήνωση, για πράγματα που ένιωθα και δεν ήξερα πώς αλλιώς να τα εκφράσω. Ακόμη και σήμερα, όταν ακούω κάποια από τα παλιά μου κομμάτια, αντιλαμβάνομαι σε τι φάση ήμουν όταν τα έγραψα.
― Ήσουν από μικρός εξωστρεφής;
Όχι, καθόλου. Στις μπάντες του σχολείου δεν τραγουδούσα εγώ, γιατί ντρεπόμουν. Έγραφα τα τραγούδια και τα έδινα στον τραγουδιστή. Μου φαινόταν πολύ πιο ασφαλής ο ρόλος του κιθαρίστα. Το τραγούδι είναι πολύ άμεσο. Σε εκθέτει. Κάποια στιγμή όμως, στο πανεπιστήμιο, ο τραγουδιστής μας δεν μπορούσε να έρθει σε live που είχαμε κλείσει και χρειάστηκε να βγω εγώ μπροστά. Το έκανα μία φορά και εκεί ήταν που κάτι άλλαξε. Κατάλαβα ότι αυτός ο φόβος ήταν ταυτόχρονα και η πιο αληθινή σύνδεση με το κοινό.
― Πόσο δύσκολο ήταν να πάρεις στα σοβαρά την ιδέα ότι θα γίνεις μουσικός;
Πολύ. Και όχι επειδή δεν το ήθελα, αλλά επειδή είναι μια απόφαση που κοστίζει. Δεν ήξερα κανέναν στον χώρο. Δεν είχα κάποιον να με καθοδηγήσει. Στην πρώτη δισκογραφική πήγα μόνος μου, με ένα demo σε USB. Κι από την άλλη, υπήρχε και η αίσθηση ότι όλοι περίμεναν από μένα μια πιο «λογική» πορεία. Δεν το λέω με κακία. Το καταλαβαίνω. Οι γονείς στην Ελλάδα συνήθως έχουν πολλή αγωνία για τα παιδιά τους. Θέλουν να σε προστατεύσουν, να σου δείξουν έναν δρόμο που θεωρούν ασφαλέστερο. Αλλά για μένα η πιο δύσκολη στιγμή ήταν ακριβώς αυτή: να πω ότι εγώ είμαι αυτό και θέλω να ακολουθήσω αυτό που πραγματικά με εκφράζει.
― Νιώθεις ότι η Αθήνα σού επέβαλε κάποια όρια;
Ναι, αλλά αυτό δεν λειτούργησε μόνο αρνητικά. Η Αθήνα είναι μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις. Από τη μία, είναι σκληρή, σε κοιτάζει, σε κρίνει, σε βάζει εύκολα σε κουτάκια. Από την άλλη, είναι μια πόλη γεμάτη ζωή, ένταση, καλοσύνη, ενέργεια, αυθορμητισμό. Εγώ την αγαπώ πάρα πολύ. Δεν έφυγα έχοντας τη λογική «δεν αντέχω εδώ, δεν ξαναγυρίζω». Πάντα ήξερα ότι θέλω να επιστρέφω. Αλλά, ναι, στην Αθήνα ένιωθα πιο έντονα το βλέμμα του άλλου. Αν έβγαινα φορώντας κάτι πιο τολμηρό, ένα ζεβρέ παλτό ας πούμε, είχα την αίσθηση ότι τραβούσα τα βλέμματα. Κι αυτό, αν δεν είσαι απολύτως σίγουρος για τον εαυτό σου, μπορεί να σε κάνει να «μαζευτείς».
― Σε αντίθεση με την Αγγλία;
Ναι. Στο Ανατολικό Λονδίνο, ειδικά, η διαφορετικότητα είναι το φυσιολογικό. Ο καθένας εκεί εκφράζεται μέσω του ντυσίματος, του στιλ, των μαλλιών του, κάτι που λειτουργεί απελευθερωτικά. Σαν να μη χρειάζεται να απολογηθείς για τίποτα. Αυτό ήταν λυτρωτικό για μένα. Μου έδωσε χώρο να καταλάβω καλύτερα ποιος είμαι, αλλά και να δοκιμάσω πράγματα χωρίς φόβο.
― Πώς ήταν η ζωή σου στο Λονδίνο;
Πολύ ζωντανή και πολύ διδακτική. Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν τα live σε παμπ και μικρά venues. Στην Ελλάδα συχνά μάς ζητούσαν διασκευές. Στην Αγγλία, αντίθετα, υπήρχε πολύ μεγαλύτερη απαίτηση για πρωτότυπο υλικό. Έπρεπε να έχεις δικά σου κομμάτια, να στηρίζεσαι σ’ αυτά, να μάθεις να στέκεσαι με τη δική σου ταυτότητα. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ. Και,πέρα από τη μουσική, το Λονδίνο είναι μια πόλη που σε φέρνει σε επαφή με άπειρες κουλτούρες. Έχεις φίλους από παντού. Ακούς διαφορετικές ιστορίες, γνωρίζεις διαφορετικούς τρόπους σκέψης, άλλες ζωές.
― Ένιωσες ποτέ μόνος εκεί;
Ναι. Ειδικά όταν επέστρεψα όχι ως φοιτητής, αλλά αποφασισμένος να κυνηγήσω πιο σοβαρά τη μουσική. Υπήρξε ένα μονοπάτι που ένιωθα ότι το περπατούσα εντελώς μόνος μου. Κι αυτό είναι δύσκολο. Βλέπεις τους φίλους σου στην Αθήνα, φωτογραφίες, γενέθλια, εξόδους, και νιώθεις ότι έχεις χάσει ένα κομμάτι της ζωής τους. Από την άλλη, αυτή η μοναξιά μού έκανε καλό. Σε βάζει σε μια διαδικασία να επεξεργαστείς βαθύτερα ποιος είσαι και τι νιώθεις. Όταν είσαι συνέχεια μέσα στον θόρυβο, πολλές φορές δεν ακούς τον εαυτό σου.
― Τι σου έλειψε πιο πολύ από την Ελλάδα όταν έφυγες;
Η γλώσσα, κι αυτό ήταν κάτι που δεν περίμενα. Όταν εγκαταστάθηκα στην Αγγλία, άρχισε ξαφνικά να μου λείπει πολύ η ελληνική γλώσσα. Έφτασα στο σημείο να διαβάζω βιβλία στα ελληνικά, ενώ, όσο ζούσα στην Ελλάδα, διάβαζα κυρίως στα αγγλικά. Μου έλειψε επίσης η αμεσότητα του Έλληνα, η ζεστασιά, το χιούμορ, το φως, η θάλασσα, η ιδέα ότι μπορείς να βγεις βράδυ και να νιώσεις ότι η πόλη είναι ακόμη ζωντανή.
― Υπάρχει κάποιο κομμάτι της Αθήνας που αγαπάς περισσότερο;
Η παραλιακή. Η διαδρομή προς το Σούνιο είναι από τις αγαπημένες μου. Έχει κάτι το λυτρωτικό, κάτι κινηματογραφικό. Βάζω μουσική και νιώθω ότι αλλάζει ο ρυθμός μέσα μου. Μου αρέσει επίσης πολύ το νυχτερινό μπάνιο με φίλους. Αυτές οι πολύ απλές, ελληνικές καλοκαιρινές στιγμές είναι για μένα από τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή. Δεν χρειάζονται πολλά. Μια παρέα, νερό, καλοκαίρι, η αίσθηση της ελευθερίας.
― Και, ως άνθρωπος, τι θεωρείς ότι έχεις κρατήσει πιο έντονα από αυτή τη διπλή ζωή ανάμεσα σε Ελλάδα και Αγγλία;
Την αίσθηση ότι δεν υπάρχει μόνο μία αλήθεια, μόνο ένας τρόπος να είσαι. Νιώθω ότι έχω μάθει να βλέπω πιο εύκολα πολλές πλευρές των ανθρώπων. Έχω αρκετή ενσυναίσθηση κι αυτό με βοηθά και στις σχέσεις μου και στη μουσική. Όταν γράφω, προσπαθώ να μπω πολύ βαθιά σ’ ένα συναίσθημα. Να το αποτυπώσω όσο πιο αληθινά μπορώ. Και νομίζω ότι αυτή η ανάγκη έχει προκύψει και από το γεγονός ότι έζησα ανάμεσα σε δύο κουλτούρες.
― Οι έρωτες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη μουσική σου. Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και με τη ζωή σου;
Ναι, σίγουρα. Με ενδιαφέρει πολύ το συναίσθημα, η σύνδεση, η ένταση μιας σχέσης. Έχω ερωτευτεί βαθιά και πολλές φορές αυτά που ζω γίνονται σχεδόν αυτούσια τραγούδια. Το «Blummermouth», για παράδειγμα, γράφτηκε σε μια περίοδο που ήξερα πως μια σχέση τελειώνει πριν ακόμη το παραδεχτούμε. Αυτό έχει κάτι πολύ σκληρό, αλλά και πολύ αληθινό. Το να νιώθεις ότι χάνεις κάποιον ενώ είναι ακόμη δίπλα σου. Από την άλλη, υπάρχει και το «Happy Out of Love», που μιλά για εκείνη τη φάση μετά τον χωρισμό, όταν νιώθεις ξαφνικά πιο ελαφρύς, σαν να αναπνέεις ξανά.
― Άρα για σένα η προσωπική ζωή δεν είναι κάτι ξεχωριστό από τη δουλειά.
Όχι, δεν γίνεται να είναι. Για μένα, αν δεν ζεις, δεν έχεις και τι να γράψεις. Η ζωή δεν μπορεί να είναι μόνο στούντιο και live. Χρειάζεται να ερωτευτείς, να απογοητευτείς, να βγεις, να κάνεις λάθη, να οδηγήσεις μόνος, να δεις φίλους, να χάσεις ανθρώπους, να επιστρέψεις, να αλλάξεις. Από εκεί έρχονται τα τραγούδια. Από τις αληθινές εμπειρίες.
― Τι σημαίνει τελικά το D3LTA σε σχέση με τον Rob;
Ο D3LTA είναι μια πιο απελευθερωμένη εκδοχή μου. Δεν είναι ψεύτικος χαρακτήρας, δεν είναι κάτι ξένο από μένα. Είναι μάλλον ο χώρος στον οποίο μπορώ να υπάρξω χωρίς τους φόβους και τις αναστολές που ίσως κουβαλούσε ο Rob όταν ήταν μικρότερος. Μια persona μερικές φορές σού επιτρέπει να τολμήσεις να φανταστείς πιο μεγάλα πράγματα για τον εαυτό σου.
― Υπήρξαν στιγμές που ένιωσες ότι όλα αυτά σε δικαίωσαν;
Το Release Athens ήταν μια τέτοια στιγμή. Το να βρίσκεσαι στην Πλατεία Νερού, μπροστά σε τόσο κόσμο, σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή, ήταν συγκλονιστικό. Ειδικά όταν αντιληφθήκαμε ότι ο κόσμος ήξερε ήδη τα τραγούδια μας. Ήταν από τις στιγμές που λες: «ΟΚ, κάτι συμβαίνει εδώ». Και μετά, φυσικά, όλα τα openings και οι περιοδείες στο εξωτερικό μάς έδωσαν άλλη ώθηση. Αλλά για μένα πάντα το σημαντικότερο είναι να νιώθω πως ό,τι γίνεται γίνεται με αλήθεια.
― Τι να περιμένουμε από τον νέο δίσκο;
Ο δίσκος λέγεται «Mad About It» και o τίτλος του με εκφράζει πολύ, γιατί έχει μέσα του ένταση, πάθος, μια μικρή δόση τρέλας. Έχει δέκα κομμάτια, διαφορετικές διαθέσεις, μπαλάντες, πιο δυναμικές στιγμές, πράγματα που ακουμπούν και το συναίσθημα και την ενέργεια. Θέλαμε και το εξώφυλλο να έχει αντιφάσεις, κάτι λίγο σουρεαλιστικό, όπως ακριβώς συμβαίνει και μέσα μας πολλές φορές. Παράλληλα, συνεχίζω να γράφω ασταμάτητα και να ετοιμάζω live. Αυτό δεν σταματάει ποτέ.
― Πώς βίωσες την εμπειρία του «Sing For Greece» για τη Eurovision;
Με γνώρισε ο κόσμος. Μέσα από τα βιντεάκια που δημιουργήσαμε, δόθηκε η ευκαιρία στο κοινό να με μάθει καλύτερα. Όλα έγιναν πολύ φυσικά και εισέπραξα πολλά θετικά σχόλια. Το γεγονός ότι ο κόσμος με ψήφισε –παρόλο που ίσως δεν είχαμε το ίδιο κοινό με άλλους καλλιτέχνες– και έδειξε τόση αγάπη, με εξέπληξε. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα ότι θα είχα τόσο ευρεία απήχηση στο ελληνικό κοινό. Τελικά, αποδείχθηκε ότι αγκάλιασαν το «διαφορετικό».
― Πώς ήταν η επαφή σου με τα υπόλοιπα παιδιά;
Την Αλεξάνδρα Σιετή την ήξερα ήδη, οπότε στα γυρίσματα λέγαμε τα δικά μας. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι όλα τα παιδιά ήταν πολύ θετικά και το κλίμα μεταξύ μας ήταν εξαιρετικό. Το Σάββατο πήγαμε όλοι μαζί για έκπληξη στη Marsheaux και μετά βγήκαμε έξω, ενώ την Κυριακή μού είπαν ότι θα έρθουν και στο live μου. Επίσης, ο Στυλιανός είναι φοβερό παιδί. Γενικά, είναι όλοι τους υπέροχοι χαρακτήρες. Ο καθένας μας έκανε κάτι εντελώς διαφορετικό, τόσο μουσικά όσο και στο κομμάτι της σκηνικής παρουσίας. Ο Ακύλας, η Ευαγγελία, εγώ... ήμασταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ μας, που δεν υπήρχε ίχνος ανταγωνισμού. Ο κόσμος είχε τον δικό του αγαπημένο στη διαδικασία, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Όλοι πήραμε πολλά από αυτή την εμπειρία, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, είτε στα social media είτε στη σκηνή.
― Αν έπρεπε να συνοψίσεις σε μία φράση τη διαδρομή σου μέχρι σήμερα, ποια θα ήταν αυτή;
Η πιο μεγάλη επιμονή είναι να προσπαθείς να είσαι ο εαυτός σου. Όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη. Στις επιλογές σου, στα ρίσκα σου, στην εικόνα σου, στη μουσική σου, στις σχέσεις σου. Αυτό είναι το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο λυτρωτικό.
***
Με μεγάλη χαρά ο Voice 102.5, στο πλαίσιο της στρατηγικής εξωστρέφειας και της διαρκούς σύνδεσής του με τη σύγχρονη μουσική σκηνή, στις 21 Ιουνίου, Παγκόσμια Ημέρα της Μουσικής, θα φιλοξενήσει τον D3LTA στον Σταθμό του Ηλεκτρικού στο Θησείο στις 8:30 μ.μ.
Δειτε περισσοτερα
Λίγο πριν την κυκλοφορία του νέου του άλμπουμ «Mad About It», ο Ρομπέρτο Κούστας μιλά για τις δύο πατρίδες και τα πολλά ερεθίσματά του
Ο Blixa Bargeld μιλάει στην ATHENS VOICE για το νέο άλμπουμ «Rampen», τον αυτοσχεδιασμό, τη διαρκή μεταμόρφωση της μπάντας και την επικείμενη εμφάνισή τους στο Ηρώδειο
Ετοιμάζει νέο άλμπουμ, που θα ακουστεί πολύ, επιστρέφει για ένα διαφορετικό live στο Release Athens 2026 και μιλάει για όσα τον σημάδεψαν και όσα ο χρόνος έφερε
Ο γνωστός σεφ και ο τετράχρονος γιος του φτιάχνουν κέικ και κλέβουν καρδιές
Ένα φιλόδοξο εγχείρημα που διδάσκει στην πράξη διαχείριση απορριμμάτων, ανακύκλωση και κυκλική οικονομία στα νησιά