- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ψαραντώνης: Ο λυράρης που κουβαλά μέσα του την Κρήτη
Ψαραντώνης: Η διαδρομή του Αντώνη Ξυλούρη, από τα παιδικά χρόνια στα Ανώγεια μέχρι τη διεθνή αναγνώριση, τον Νικ Κέιβ και τη μουσική που μοιάζει να βγαίνει από τη γη του Ψηλορείτη
Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να κουβαλούν μέσα τους έναν ολόκληρο τόπο. Άνθρωποι που όταν μιλούν, όταν περπατούν, όταν στέκονται σιωπηλοί ή όταν παίζουν μουσική, νιώθεις πως πίσω τους υπάρχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από τους ίδιους. Ο Ψαραντώνης είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι μόνο ένας σπουδαίος λυράρης ούτε απλώς μια εμβληματική μορφή της κρητικής μουσικής. Κατάφερε να κάνει τη λύρα να ακούγεται σαν τη γη της Κρήτης. Σαν αέρας που περνά από τις κορυφές του Ψηλορείτη, σαν ήχος βγαλμένος από πέτρα και σαν κραυγή που μοιάζει να έρχεται από πολύ μακριά.
Η εικόνα του είναι σχεδόν μυθική. Όταν ανεβαίνει στη σκηνή και κρατά τη λύρα, δεν θυμίζει συνηθισμένο μουσικό. Μοιάζει σαν να βγήκε μέσα από κάποιον παλιό κρητικό θρύλο. Σαν να ξεκόλλησε ένα κομμάτι από τον Ψηλορείτη και να κατέβηκε στις πόλεις κουβαλώντας μουσική αιώνων. Πίσω από αυτή τη σχεδόν βιβλική μορφή είναι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε στα Ανώγεια, έβοσκε πρόβατα μικρός, έκλεβε τη λύρα του αδελφού του για να μάθει να παίζει και πίστεψε από νωρίς πως η μουσική δεν είναι τεχνική ούτε επάγγελμα. Είναι παλμός, ψυχή, ανάσα. Είναι τρόπος να ζεις.
Ο Αντώνης Ξυλούρης γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1943 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου. Σε έναν τόπο που δεν ήταν εύκολος. Ένα χωριό περήφανο, σκληρό, βαθιά δεμένο με τη μουσική, την ιστορία και την αντίσταση. Στα Ανώγεια η μουσική ήταν κομμάτι της καθημερινότητας. Οι άνθρωποι τραγουδούσαν στα γλέντια, στους γάμους, στα πανηγύρια, στις χαρές, ακόμα και στις λύπες τους. Οι μαντινάδες περνούσαν από γενιά σε γενιά όπως περνούσαν και οι ιστορίες του τόπου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο μικρός Αντώνης.
Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Νίκος Ξυλούρης, ήταν ήδη από παιδί ξεχωριστός. Όταν ο Νίκος ζήτησε από τον πατέρα τους μια λύρα, ο μικρός Αντώνης άρχισε να την παίρνει κρυφά για να μάθει μόνος του να παίζει. Δεν υπήρχαν τότε δάσκαλοι, ωδεία και νότες. Υπήρχε μόνο το αυτί, η επιθυμία και η παρατήρηση. «Άκουγα τους άλλους και μάθαινα κι εγώ», θα πει αργότερα.
Ο Νίκος έγινε ο πρώτος του δάσκαλος χωρίς να το καταλάβει. Ο μικρός Αντώνης τον κοιτούσε να παίζει, πρόσεχε το δοξάρι, τα δάχτυλα, τον τρόπο που κρατούσε τη λύρα. Και κάπως έτσι άρχισε να γεννιέται ο Ψαραντώνης. Βοσκώντας τα πρόβατα στις πλαγιές του Ψηλορείτη, άρχισε να ακούει τον κόσμο διαφορετικά. Τον αέρα που φυσούσε στις πλαγιές, τα νερά που έτρεχαν, τα κουδούνια των ζώων, τα πουλιά, τη σιωπή. Για εκείνον όλα είχαν μουσική. «Η φύση είναι παλμός», έλεγε. Και αυτή η φράση μοιάζει να εξηγεί ολόκληρη τη ζωή του.
Στα δεκατρία του χρόνια παίζει για πρώτη φορά μπροστά σε πολύ κόσμο σε έναν γάμο. Ήταν η πρώτη φορά που ο κόσμος άκουσε αυτό το ξεχωριστό παίξιμο της λύρας του. Από τότε άρχισε να γυρίζει όλη την Κρήτη, παίζοντας σε πανηγύρια, γιορτές και γλέντια. Δεν άργησε να γίνει γνωστός, καθώς όσοι τον άκουγαν καταλάβαιναν πως μπροστά τους είχαν έναν λυράρη με έναν εντελώς δικό του τρόπο έκφρασης. Όχι στις δισκογραφικές εταιρείες και στις αίθουσες συναυλιών, αλλά στα χωριά, στις πλατείες και στις παρέες που χόρευαν μέχρι το ξημέρωμα. Εκεί όπου η μουσική δεν ήταν παράσταση αλλά ανάγκη.
Οι Κρητικοί καταλαβαίνουν γρήγορα πως αυτός ο λυράρης δεν μοιάζει με τους άλλους. Το παίξιμό του είναι κοφτό, απότομο, σχεδόν πρωτόγονο κάποιες στιγμές. Άλλες φορές πάλι η λύρα του ακούγεται γλυκιά και τρυφερή σαν ψίθυρος. Όταν παίζει σκύβει τόσο χαμηλά που μοιάζει να συνομιλεί με τη γη. Το σώμα του ολόκληρο συμμετέχει στη μουσική και ποτέ δεν το παίζει με τον ίδιο τρόπο. «Κάθε φορά το κεντάω αλλιώς», λέει.
Αυτό ακριβώς έκανε τη μουσική του τόσο ζωντανή. Τίποτα δεν ήταν προβλέψιμο. Κάθε εμφάνιση έμοιαζε διαφορετική. Κάθε φορά η λύρα του ακολουθούσε άλλη διαδρομή. Συχνά κλείνει τα μάτια όταν παίζει γιατί, όπως λέει, ταξίδευε.
Οπουδήποτε είμαι και παίξω θα κλείσω τα μάτια μου να πάω εκεί που μου αρέσει. Σ’ ένα τοπίο να παίζω.
Ο Ψαραντώνης ποτέ δεν είδε τη μουσική σαν επάγγελμα. Για εκείνον η λύρα είναι κάτι σχεδόν ιερό. Μεγάλωσε μέσα στους μύθους της Κρήτης. Δεν τους αντιμετώπιζε σαν όμορφα παραμύθια αλλά σαν κάτι ζωντανό. Σαν μνήμη που εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στον τόπο. Συχνά μιλάει για τον Δία σαν πραγματική παρουσία στον Ψηλορείτη. «Τη μουσική μάς την έστειλαν οι θεοί», λέει. Κάποτε είχε αφηγηθεί μια ιστορία για έναν βοσκό που συνάντησε τον Δία στο βουνό και εκείνος του χάρισε τη λύρα. Για τον Ψαραντώνη, αυτή η ιστορία δεν ήταν απλώς ένας μύθος. Ήταν ένας τρόπος να εξηγήσει ότι η μουσική γεννιέται από κάτι βαθύτερο από την τεχνική.
Οι νότες είναι κουκκίδες. Η μουσική είναι στην καρδιά.
Ακόμα και το παρατσούκλι της οικογένειας έχει τη δική του ξεχωριστή ιστορία. Στα Ανώγεια έλεγαν πως ο παππούς τους ήταν τόσο γρήγορος που «έπιανε τους Τούρκους σαν τα ψάρια». Και όπως έλεγαν με χιούμορ και περηφάνια, «έπιανε τον πρώτο Τούρκο, όχι τον τελευταίο». Έτσι γεννήθηκε το «Ψαρό» στην οικογένεια. Και έτσι δημιουργήθηκαν τα ονόματα Ψαρονίκος, Ψαρογιώργης και Ψαραντώνης.
Το 1964 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών με το τραγούδι «Εσκέφτηκα να σ’ αρνηθώ» από την εταιρεία Columbia. Από εκεί ξεκινά μια μεγάλη δισκογραφική πορεία που θα κρατήσει δεκαετίες. Όμως ο Ψαραντώνης ποτέ δεν λειτούργησε σαν «σταρ». Δεν τον ενδιέφερε η δημόσια εικόνα ούτε η προβολή. Συνέχισε να ζει απλά, να μιλά απλά και να παίζει όπως ένιωθε.
Στην Ελλάδα, από τους πρώτους ανθρώπους που κατάλαβαν πόσο ξεχωριστός ήταν υπήρξε ο Μάνος Χατζιδάκις. Το 1979, στον «Μουσικό Αύγουστο» στα Ανώγεια, θέσπισε ειδικό βραβείο «για μια ισχυρή και ιδιότυπη μουσική προσωπικότητα που παίζει λύρα και ονομάζεται Ψαραντώνης». Τον χαρακτήρισε «Πρώτο Λυράρη της Ελλάδας». Η φράση έμεινε ιστορική γιατί περιέγραφε ακριβώς αυτό που ήταν. Ένας μουσικός που δεν χωρούσε εύκολα σε καμία κατηγορία.
Το 1982 προσκαλείται στο WDR Folkfestival στην Κολωνία και κερδίζει το πρώτο βραβείο από διεθνή επιτροπή. Από εκεί αρχίζει ουσιαστικά και η μεγάλη διεθνής πορεία του.
Από τότε η μουσική του αρχίζει να ταξιδεύει ασταμάτητα. Ζυρίχη, Άμστερνταμ, Νέα Υόρκη, Σίδνεϊ, Μελβούρνη και δεκάδες ακόμη πόλεις γνωρίζουν, μέσα από μεγάλα φεστιβάλ παραδοσιακής, τζαζ και ροκ μουσικής, έναν λυράρη που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον. Το 1985 εκπροσωπεί την Ελλάδα στο φεστιβάλ «Συνάντηση των Πέντε Ηπείρων» συμμετέχοντας ανάμεσα σε μουσικούς από κάθε γωνιά της γης και αποσπόντας εντυπωσιακές κριτικές. Στο εξωτερικό πολλοί τον αποκαλούν «Η κραυγή των θεών». Και αυτός ο χαρακτηρισμός να περιγράφει καλύτερα από όλους τον ήχο της λύρας του.
Το 2005 εμφανίζεται στις εκδηλώσεις για τα 20 χρόνια του World Music Institute στο Μανχάταν, δίπλα σε κορυφαίους μουσικούς του κόσμου. Εκεί κάποιοι τον χαρακτηρίζουν «Τζίμι Χέντριξ της κρητικής λύρας». Όχι γιατί μοιάζει μουσικά με τον Τζίμι Χέντριξ, αλλά γιατί παίζει με την ίδια ελευθερία και ένταση. Εντυπωσιακό είναι πως ποτέ δεν προσπάθησε να κάνει τη μουσική του «διεθνή». Δεν άλλαξε τον ήχο του για να αρέσει στους ξένους. Παρέμεινε ακριβώς αυτό που ήταν στα Ανώγεια. Δημοσιογράφοι, μουσικολόγοι και καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο προσπαθούσαν να περιγράψουν αυτό που άκουγαν.
Από την απαρχή ο κόσμος διαμορφώνεται με ήχο και ρυθμό. Αυτή η ηχητική δόνηση φανερώνεται στη μουσική του Ψαραντώνη. Ποτέ μου δεν είχα ακούσει τέτοιο ήχο όπως αυτόν που δημιουργεί ο Ψαραντώνης.
— Ρουθ Ρέντλερ, Γερμανός δημοσιογράφος
Αυτό ακριβώς γοήτευσε και τον Νικ Κέιβ. Ο Κέιβ τον θαύμασε βαθιά και το 2009 τον προσκάλεσε προσωπικά για δεύτερη φορά στο αυστραλιανό All Tomorrow’s Parties, που πραγματοποιήθηκε στο Σίδνεϊ και στη Μελβούρνη. Ανάμεσα σε ονόματα της διεθνούς ροκ και εναλλακτικής μουσικής σκηνής, ο Ψαραντώνης εμφανίστηκε μόνο με τη λύρα του και καθήλωσε το κοινό. Ο Νικ Κέιβ έχει μιλήσει δημόσια με θαυμασμό για εκείνον, θεωρώντας τον έναν από τους πιο αυθεντικούς εκφραστές της παγκόσμιας μουσικής. Οι δυο τους συνεργάστηκαν αργότερα και στο σάουντρακ της ταινίας «Μακριά από τους ανθρώπους» με πρωταγωνιστή τον Βίγκο Μόρτενσεν.
Αυτή τη μυθική αύρα του Ψαραντώνη φωτίζει και μια ιστορία που έχει αφηγηθεί ο φωτογράφος και ντοκιμαντερίστας Περικλής Μεράκος στο Short Stories. Το 2011 τον συνάντησε στο σπίτι του, στο Γάζι, για μια φωτογράφιση. Ο Ψαραντώνης είχε αργήσει στο ραντεβού γιατί βρισκόταν στο καφενείο και έπαιζε πρέφα, ενώ η γυναίκα του έλεγε με παράπονο πως ακόμα και όταν τον έπαιρνε τηλέφωνο ο Νικ Κέιβ, εκείνος συχνά δεν απαντούσε. Όταν τελικά εμφανίστηκε, άρχισε να μιλά για τη μουσική, για τα ταξίδια του και για τον τρόπο που τον αποκαλούσε ο Κέιβ: «Δία». Λίγο αργότερα οδήγησε τον φωτογράφο σε ένα δωμάτιο γεμάτο παραδοσιακά όργανα και του έπαιξε μόνος του για δεκαπέντε λεπτά.
Η φωτογραφία που βγήκε εκείνη τη μέρα συμπεριλήφθηκε αργότερα στις δέκα καλύτερες εικόνες του διεθνούς φωτογραφικού πρακτορείου Getty Images, ανάμεσα σε εκατομμύρια φωτογραφίες. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Ο Ψαραντώνης είχε πάνω του κάτι ακατέργαστο, δυνατό και σχεδόν αρχέγονο, σαν να ερχόταν πράγματι από έναν άλλο, μυθικό χρόνο.
Πίσω από αυτή τη σχεδόν θρυλική μορφή, ο Ψαραντώνης είχε πάντα έντονο χιούμορ και απίστευτη ετοιμότητα στον λόγο. Στην Κρήτη κυκλοφορούν αμέτρητες ατάκες και ιστορίες που του αποδίδονται. Κάποιες είναι αληθινές, κάποιες όχι. Όμως όλες δείχνουν πώς τον βλέπει ο κόσμος. Σαν έναν ξεχωριστό καλλιτέχνη, που με μια μόνο κουβέντα μπορεί να σε κάνει να γελάσεις, να σκεφτείς ή να θυμάσαι για χρόνια αυτό που είπε. Πέρα όμως, από αυτή τη μεγάλη προσωπικότητα υπήρχε πάντα κάτι βαθιά ανθρώπινο. Αγαπάει τους νέους μουσικούς και καμαρώνει όταν βλέπει νέα παιδιά να μαθαίνουν λύρα και λαούτο. Για εκείνον η παράδοση δεν είναι μουσείο, είναι ρίζα.
Χωρίς ρίζα δεν υπάρχει ούτε φύλλο ούτε καρπός.
Τα παιδιά του Ψαραντώνη συνέχισαν, το καθένα με τον δικό του τρόπο, τη μουσική πορεία της οικογένειας. Ο Γιώργης Ξυλούρης, γνωστός ως Ψαρογιώργης, είναι ένας από τους πιο γνωστούς λαουτιέρηδες και ερμηνευτές της Κρήτης, έχοντας συνδυάσει την κρητική παράδοση με σημαντικές διεθνείς μουσικές συνεργασίες. Ο Λάμπης Ξυλούρης ασχολείται επαγγελματικά με την κρητική μουσική, παίζοντας λαούτο και τραγουδώντας, ενώ έχει συνοδεύσει συχνά τον πατέρα του σε συναυλίες. Η Νίκη Ξυλούρη τραγουδά και συμμετέχει σε μουσικά σχήματα και δράσεις της οικογένειας, ενώ η Ελευθερία και η Μαρία Ξυλούρη έχουν κρατήσει μια πιο διακριτική παρουσία. Έτσι η μουσική των Ξυλούρηδων συνεχίζει να περνά από γενιά σε γενιά, κρατώντας ζωντανή μια παράδοση που δεν έμεινε ποτέ στάσιμη.
Η λύρα του Ψαραντώνη εκτίθεται στην είσοδο του Musical Instrument Museum στο Φοίνιξ της Αριζόνα, όπου και προβάλλεται βίντεο με τον ίδιο να παίζει τη λύρα. Η μουσική του ακούγεται παντού. Κι όμως, όταν τον ακούς, νιώθεις πως βρίσκεται ακόμα εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Στον Ψηλορείτη. Στα Ανώγεια. Δίπλα στον αέρα και στις πέτρες.
Κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή, ο Ψαραντώνης κάνει σχεδόν την ίδια κίνηση. Σκύβει ελαφρά, πιάνει τη λύρα, κλείνει τα μάτια και αφήνει το δοξάρι να βρει μόνο του τον δρόμο. Είναι σαν να επιστρέφει για λίγο εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Στα Ανώγεια. Στον Ψηλορείτη. Στον αέρα του βουνού, στις μυρωδιές της γης, στις εικόνες που κουβαλά από παιδί. Γι' αυτό καμία εμφάνισή του δεν μοιάζει με την προηγούμενη. Δεν παίζει απλώς τα τραγούδια του· κάθε φορά τα ξαναζεί. Οι νότες γίνονται μνήμες, οι μαντινάδες ξαναζωντανεύουν ιστορίες και η λύρα γίνεται η φωνή ενός τόπου που εξακολουθεί να ζει μέσα του.
Στις συνεντεύξεις του συνηθίζει να λέει, μισοαστεία μισοσοβαρά, πως είναι σχεδόν εκατό χρονών. Το λέει με εκείνο το χαρακτηριστικό χαμόγελο που αφήνει πάντα χώρο για χιούμορ και αλήθεια μαζί. Κι όταν τον ρωτούν μέχρι πότε θα συνεχίσει να παίζει, η απάντησή του έρχεται αβίαστα, χωρίς δεύτερη σκέψη: «Όσο ζω».
Ο Ψαραντώνης δεν έγινε σημαντικός επειδή προσπάθησε να γίνει κάτι μεγάλο. Έγινε επειδή έμεινε αυθεντικός. Πίστεψε βαθιά πως η μουσική είναι κάτι ζωντανό και ιερό και έπαιξε τη λύρα σαν να συνομιλούσε με τη γη, με τα βουνά, με τους ανθρώπους και με τις μνήμες του τόπου του. Δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την Κρήτη που τον γέννησε, ακόμα κι όταν η μουσική του ταξίδευε σε μεγάλες σκηνές του κόσμου. Κράτησε μέσα του τα Ανώγεια, τον Ψηλορείτη, τις μαντινάδες, τις ιστορίες, τη σιωπή της φύσης και τη δύναμη της παράδοσης. Γι’ αυτό και όταν τον ακούς, έχεις την αίσθηση ότι δεν ακούς μόνο έναν μουσικό. Ακούς έναν τόπο. Ακούς τη μνήμη του. Και μέσα στον ήχο της λύρας του, είναι σαν να ακούς την ίδια την Κρήτη να μιλά.