Ταξιδια

Εδιμβούργο: Τι να δεις και τι να κάνεις στην πρωτεύουσα της Σκωτίας σε 5 μέρες

Από το Κάστρο και την Old Town μέχρι το Arthur’s Seat, τα μουσεία και τις παμπ
Μανίνα Ζουμπουλάκη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Εδιμβούργο σε 5 μέρες: Όσα αξίζει να δεις και να κάνεις στην πόλη.

Βγαίνεις από την πόρτα σου στο μαγικό Εδιμβούργο, λες «Αχ ευτυχώς δεν βρέχ…» και πριν τελειώσεις τη φράση, ρίχνει καρέκλες. Από το μηδέν στο εκατό δηλαδή, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, στα οποία δεν έχεις προλάβει να ανοίξεις ομπρέλα ή να βάλεις το κινητό στην τσέπη του αδιάβροχου μπουφάν σου – κι αν ήρθες χωρίς αδιάβροχο μπουφάν, είσαι στο κατάλληλο μέρος για να αγοράσεις ένα.

Ξεπεράσαμε γρήγορα το μικρό σοκ του καιρού, αγοράσαμε ομπρέλες και βγήκαμε στους δρόμους: το Εδιμβούργο είναι συμμαζεμένο, μανιτζέβελο, με ένα κέντρο πόλης που μοιάζει με σκηνικό από ταινία Γκοθ, υπερπαραγωγή, με πύργους, κάστρο, καθεδρικούς ναούς, τρούλους, πυλωτές, κίονες, μεσαιωνικά κτίρια και δρομάκια που έχουν ζήσει την επιδημία του Μαύρου Θανάτου, της πανούκλας (16ου αιώνα…) Όλα αυτά, κτίρια και δρομάκια, είναι τόσο εντυπωσιακά που χάνεσαι χωρίς να το καταλάβεις, ανάμεσα σε ασύλληπτο τουριστομάνι – πάνω που είχες την εντύπωση ότι το Εδιμβούργο είναι μια χαλαρή πόλη χωρίς τρελό τράφικο και με μισο-άδεια πεζοδρόμια στο κέντρο, πας στο Ιστορικό Κέντρο και σκυλο-στριμώχνεσαι με γκρουπ Κινέζων, Γιαπωνέζων, Αμερικάνων και Αυστραλών (οι δύο τελευταίοι, ψάχνουν τις ρίζες τους). Η πόλη υπήρξε πρωτεύουσα της Σκωτίας από τον 15ο αιώνα και μεγάλα κομμάτια της έχουν διατηρηθεί αναλλοίωτα για αιώνες, ένας θεός ξέρει πώς – 4.500 κτίρια είναι διατηρητέα ιστορικά μνημεία, κι αυτά εκτός από τα στάνταρ μνημεία. Το διάσημο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου άρχισε να λειτουργεί το 1582! Το Κάστρο, στην κορυφή, χρονολογείται από τον 12ο αιώνα.

Γενικά κάνοντας βόλτες στην πόλη, κομπλάρεις με τις χρονολογίες, τις ημερομηνίες και την ηλικία των μνημείων, ακόμα κι αν έχεις μια Ακρόπολη στην Αθήνα πάνω από το κεφάλι σου: στο Εδιμβούργο τα μνημεία είναι πάαααρα πολλά και δεν προλαβαίνεις να τα δεις ούτε σε ένα μήνα, πόσο μάλλον σε πέντε μέρες. Επίσης, γα να βρεις εισιτήριο για το Κάστρο, πρέπει να έχεις μπάρμπα στη Σκωτία ή να το έχεις κλείσει ιντερνετικά πολύ καιρό πριν (23,50 λίρες το άτομο, με έξτρα κανένα δεκάλιρο, αν κλείσεις τον απαραίτητο ξεναγό). Εννοείται δεν είχα εισιτήριο οπότε το είδα απ’ έξω το Κάστρο και είναι τρομερά εντυπωσιακό, την επόμενη φορά θα προνοήσω αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. Ούτε καν ο Μελ Γκίμπσον, που είχε γυρίσει το «Braveheart» (1995) κι είχε πάρει Όσκαρ καλύτερης ταινίας υποδυόμενος τον Σκωτσέζο ήρωα William Wallace, άσχετα που μετά έγινε τραγικό άτομο, σεξιστής και τέτοια – η ταινία είναι σούπερ και εξηγεί κάπως τη δραματική, υπερ-μπερδεμένη ιστορία της Σκωτίας που έχει περάσει των παθών της τον τάραχο από την τσίφνα και κυριαρχική Αγγλία.

Ο Robert the Bruce (που στην ταινία τον υποδύεται ο ηθοποιάρας Angus MacFadyen), ένωσε τη Σκωτία το 1314 μετά τους αιματηρούς πολέμους ανεξαρτησίας – το Κάστρο έχει επιβιώσει από 26 πολιορκίες στη διάρκεια των αιώνων, και κάθε μέρα στη 1.00 το μεσημέρι ρίχνουν μια κανονιά για να θυμίσουν στους Εδιμβουργιανούς την Ιστορία τους, έτσι και την ξεχάσουν. Είναι χτισμένο πάνω σε έναν ηφαιστειακό βράχο που κατοικείται από την Εποχή του Χαλκού, και το 1093 ήταν ήδη βασιλική κατοικία, εκτός από Κάστρο.

Το Εδιμβούργο είναι γεμάτο μνημεία σε βαθμό να σου βγαίνουν από το ρουθούνι – υπάρχει το Scott Monument, που χτίστηκε το 1844 προς τιμήν του συγγραφέα Sir Walter Scott, το Palace of Holyroodhouse, στο οποίο μένει ο Κάρολος όταν έρχεται να αγοράσει κανένα μάλλινο κιλτ, τεράστιοι, επιβλητικοί ναοί, κτίρια που έχουν γίνει ξενοδοχεία πολυτελείας ή γραφεία χωρίς να αλλάξει τίποτα στο εξωτερικό τους, υπάρχουν ιστορικά γεφύρια, αψίδες, κολώνες, καλντερίμια, ιστορικά καφέ και παμπ, γενικά περιπλανιέσαι με το στόμα ανοιχτό και χαζεύεις, όταν δεν βρέχει. Ή και όταν βρέχει, τελικά. 

Ο λόφος στα ανατολικά, τσακ-μπαμ μέσα στην πόλη, λέγεται Arthur’s Seat, δημιουργήθηκε πριν από δύο εκατομμύρια χρόνια μετά από έκρηξη ηφαιστείου, και εκεί κάποτε καθότανε (αλλά δεν λιαζότανε) ο βασιλιάς Αρθούρος, ο μυθικός. Η θέα είναι μαγική, όταν δεν έχει πυκνή ομίχλη της κατηγορίας «δεν βλέπω τα γυαλιά μου κι ας είναι πάνω στη μύτη μου» - ομίχλη η οποία όταν κατατάσσεται σε αυτήν την κατηγορία, έχει δικό της όνομα, λέγεται «Haar», που σημαίνει «επίμονη παράκτια ομίχλη». Το λιμάνι, Leith, δημιουργήθηκε το 1320 από τον  Robert the Bruce και ενώθηκε με την πόλη το 1920 – το τελευταίο καρνάγιο εδώ έκλεισε το 1983.

Οι ντόπιοι αποκαλούν το Εδιμβούργο «Εντ’ν’μπα» και γενικά δεν καταλαβαίνεις γρυ όταν μιλάνε, όσο καλά κι αν είναι τα Αγγλικά σου: ρολάρουν τα Ρο μέσα σε όλα τα φωνήεντα, πολλά από τα οποία τα σφάζουν στο γόνατο, και μόνον επειδή είναι τόσο ευγενικοί, κάπως καταφέρνεις να συνεννοηθείς. Οι κάτοικοι του Εδιμβούργου σκίζονται να σε βοηθήσουν, να σε πάνε μέχρι τη στάση του τραμ, να σου δείξουν πώς θα φτάσεις κάπου ή πως θα βγάλεις εισιτήριο για τις συγκοινωνίες. Οι οποίες είναι άψογες, με τραμ και λεωφορεία κάθε πέντε λεφτά – το τραμ από-και-προς το αεροδρόμιο έχει εισιτήριο 7.90 λίρες και το βγάζεις στις στάσεις, σε κάτι εύκολα μηχανήματα.

Το Εδιμβούργο είναι βασικά λευκό: από τους 530.930 κατοίκους, οι 44.000 είναι ασιατικής καταγωγής, οι 12.000 Αφρικανικής, οι 16.000 Πολωνοί και οι 2.377  Έλληνες (οπότε, ναι, υπάρχουν Ελληνικές ταβέρνες!) Τα νούμερα είναι βαρετά αλλά το ότι ένα 19,5% των κατοίκων είναι από 20 μέχρι 30 χρονών και το 15,2% είναι από 30 μέχρι 40, έχει σημασία γιατί αυτά τα υψηλά ποσοστά νέων κατοίκων δεν τα βρίσκεις σε άλλες μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Η πόλη, τόσο παλιά, ιστορική και καλοδιατηρημένη μέσα από τους αιώνες, παραμένει τζόβενο όσον αφορά τον πληθυσμό της, πράγμα πολύ σπουδαίο.

Θα έχετε ακούσει ότι το Εδιμβούργο είναι «η Αθήνα του Βορρά», το είδα γραμμένο εδώ κι εκεί, και οι Εδιμβουργιανοί δείχνουν μεγάλο θαυμασμό για την Ελλάδα, ή τουλάχιστον αυτοί που συνάντησα στις πέντε μερούλες μου στο Εδιμβούργο. Ξέρουν τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και άλλους αρχαίους (των οποίων τα ονόματα μάλλον μαντεύεις παρά καταλαβαίνεις, επειδή τα σκοτώνουν στην προφορά). Το Εθνικό Μουσείο έχει δωρεάν είσοδο τις περισσότερες μέρες, καταρρίπτοντας τον μύθο του θείου Σκρουτζ, που θέλει τους Σκωτσέζους καρα-τσιγγούνηδες: πληρώνεις είσοδο στα περισσότερα, απλώς υπάρχουν και πράγματα δωρεάν. Και δεν μιλάμε καν για τα Φεστιβάλ ή τις μεγάλες εκδηλώσεις του καλοκαιριού (που έτσι κι αλλιώς δεν τις πρόλαβα). Οι τιμές είναι χαμηλότερες από ό,τι στο Λονδίνο, πληρώνεις σε λίρες Αγγλίας και όχι ευρώ, και το φιλοδώρημα περιλαμβάνεται στον λογαριασμό σου ως 10% - μπορείς να τη βγάλεις με 30 λίρες την ημέρα, αν περιορίσεις τους καφέδες και αν φας ένα κυρίως γεύμα μόνο, χωρίς κρασί. Αλλά, στο Εδιμβούργο είσαι, τουλάχιστον θα πιεις μπίρες σε μία από τις πολλές, σκοτεινές και μυστηριώδεις παμπ της πόλης.

Έχω διαβάσει τα άπαντα του Ιαν Ράνκιν, μια και φτάσαμε στις παμπ, οπότε ήταν σαν να έμπαινα σε μια πόλη που ήξερα, μέσα από τα αστυνομικά του – αναγνώριζα την κίνηση σε κάποιους δρόμους τους οποίους προσπαθεί να διασχίσει ο Τζον Ρέμπους, ο ήρωας του Ράνκιν, τις «κακές» και «καλές» περιοχές, τα καλντερίμια στα οποία παραπατάει ρούγκλα, τα ατέλειωτα σκαλοπάτια, από 120 και πάνω, για να ανέβεις στο Ιστορικό κέντρο. Μου βγήκε η γλώσσα στα σκαλοπάτια, όπως και του Ρέμπους, αλλά η θέα με αποζημίωσε όταν έφτασα στην κορυφή. Όπως και τον Ρέμπους.

Γενικά το Εδιμβούργο είναι πανέμορφη πόλη. Έχει καταφέρει να συνδυάσει την Ιστορία της με μια μοντέρνα αισθητική, που δένει όμως τέλεια με τα μαυριδερά, πολυκαιριασμένα μνημεία, είναι πεντακάθαρη παρά τον τουρισμό, δείχνει να λειτουργεί άψογα… Σε πλακώνει, ως Νότιο άτομο, η ελαφρο-βαριά στεναχώρια της μόνιμης σχεδόν βροχής, και τα μαγαζιά που κλείνουν νωρίς, και οι άδειοι δρόμοι μετά τις 5-6.00 μμ. Τα μεγάλα, καρα-φωτισμένα σουπερμάρκετ που μένουν ανοιχτά ως αργά το βράδυ, είναι μια παρηγοριά, αλλά μου λένε ότι τελικά συνηθίζεται η εποχιακή θλίψη του Εδιμβούργου, ίσως επειδή όλα λειτουργούν ρολόι, και κάθε τόσο ανακαλύπτεις ένα ακόμα εντυπωσιακό κτίριο, ή ένα πανέμορφο πάρκο, μέσα στην πυκνή πρασινάδα του βροχερού τοπίου…