- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Σέργιαν: «Δεν μπορούσα να φανταστώ ζωή έξω από το τσιμέντο»
Σέργιαν: Ο Σεραφείμ Γιαννακόπουλος μιλάει στην ATHENS VOICE για το ελληνόφωνο προσωπικό του σχήμα, το άλμπουμ «ΣΕΛΦ ΕΚΤΙΜ» και τη ζωή που άλλαξε, πριν το live στο Gazarte Ground Stage, στις 7 Νοεμβρίου.
Μια κονσέρβα σαρδέλες, βραστά λαχανικά, ντοματοσαλάτα. Το ίδιο φαγητό σχεδόν κάθε μέρα, επί πέντε μήνες. Ο Σεραφείμ Γιαννακόπουλος, ένας άνθρωπος που έχει περάσει χρόνια πίσω από ντραμς και μέσα σε περιοδείες, είχε εγκατασταθεί στο Οίτυλο κι ακολουθούσε ένα πρόγραμμα που θα έκανε τους φίλους του να σηκώσουν το φρύδι. Πρώτα ο φραπές. Μετά η θάλασσα, σε κάτι βράχια που κρατάει για τον εαυτό του. Το βράδυ δουλειά.
Εκεί υπήρχε ένα πρόβλημα: τα τζιτζίκια. Δεν έδιναν δεκάρα για τον δίσκο του ντράμερ των Planet of Zeus. Ακούγονταν παντού. Οπότε ο μουσικός περίμενε να τελειώσουν τη βάρδιά τους. Στις οκτώμισι κατέβαινε στο «μπουντρούμι» του κι έγραφε μέχρι τις πέντε το πρωί. Κάπως έτσι, η φύση ανέλαβε μέρος της παραγωγής. Κάπως έτσι, ο Σεραφείμ Γιαννακόπουλος γινόταν Σέργιαν.
Τα εγχείρημά του έχει ενδιαφέρον για έναν επιπλέον λόγο, το γεγονός ότι ο ίδιος κορόιδευε όσους ονειρεύονταν σπίτια στην εξοχή. Το τσιμέντο τού αρκούσε. Μέχρι που οι χωρισμοί, οι αλλαγές και η ανάγκη να ξαναβρεί τη χαρά της δημιουργίας τον έστειλαν 298 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα. Σ’ έναν τόπο όπου είχε υπάρξει παιδί, με μια γιαγιά, έναν παππού και ατελείωτες ώρες μέχρι ν’ ανοίξει η απογευματινή ζωή της πλατείας.
Από αυτή τη διαμονή προέκυψε το «ΣΕΛΦ ΕΚΤΙΜ», η πρώτη ελληνόφωνη δουλειά του ως Σέργιαν, που κυκλοφόρησε στα τέλη Μαΐου από τη Minos EMI. Το Σάββατο 7 Νοεμβρίου το παρουσιάζει στο Gazarte Ground Stage. Στην κουβέντα μας μπαίνουν η μητέρα του, ένας φίλος που μπέρδεψε τα αγγλικά έξω από ένα κλαμπ, η Ελλάδα που σου τραβάει διαρκώς το χαλί κάτω απ’ τα πόδια και ο Ozzy, που ήξερε πότε να καθίσει στο τραπέζι τεσσάρων πιτσιρικάδων. Ο Σεραφείμ αυτοσαρκάζεται, βρίζει, επιστρέφει στις λεπτομέρειες. Planet of Zeus, Night Knight, Δήμητρα Γαλάνη, TFATFY, Modrec, Fingers Crossed, Moa Bones, Spectralfire, Imam Baildi και Monika είναι μόνο μερικά από τα συγκροτήματα των οποίων υπήρξε μέλος. Εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον: στο πώς ένας μουσικός με είκοσι χρόνια δουλειάς μαθαίνει ν’ αφήνει για λίγο τον έλεγχο και ν’ ακούει τι συμβαίνει γύρω του. Ακόμη κι όταν αυτό που ακούγεται είναι ένα τζιτζίκι που έχει αποφασίσει να του αλλάξει τα σχέδια για το καλοκαίρι.
–298 χιλιόμετρα, Αθήνα-Οίτυλο. Τι σ’ έκανε να φορτώσεις τον εξοπλισμό και να φύγεις;
Είμαι ξεκάθαρα παιδί της πόλης. Έχω κοροϊδέψει φίλους που έχουν πολύ πιο υγιή σχέση με τη φύση απ’ ό,τι εγώ. Ποτέ δεν ονειρευόμουν το μικρό σπίτι στο λιβάδι. Δεν μπορούσα να φανταστώ ζωή έξω απ’ το τσιμέντο.
Είχαν συμβεί διάφορες ανατροπές, από χωρισμούς μέχρι ένα σωρό άλλα πράγματα. Είχε ολοκληρωθεί και ο κύκλος του δίσκου των Planet of Zeus, είχε περιοδεύσει. Εγώ όμως δεν μπορώ να κάθομαι ήσυχος. Η μουσική είναι τρόπος έκφρασης και εξερεύνησης του εαυτού μου. Από μικρός μοιραζόμουν έτσι συναισθήματα που δυσκολευόμουν να εκφράσω αλλιώς.
Είχα μπουχτίσει από τα στούντιο. Είπα να κατέβω για ένα καλοκαίρι και, όποτε είχα συναυλίες με τους Planet of Zeus ή τη Δήμητρα Γαλάνη, να επιστρέφω. Τελικά έμεινα πέντε μήνες, μέχρι τον Οκτώβριο.
–Πώς στήνεις έναν δίσκο σ’ ένα σπίτι όπου δεν φτάνει καν αυτοκίνητο;
Το χωριό έχει σοκάκια, οπότε πήρα μαζί μου έναν σχετικά μικρό εξοπλισμό. Μία κιθάρα, όχι πέντε. Ένα ταμπούρο, όχι δεκαοχτώ. Πέντε μικρόφωνα, όσα είχα. Δεν δανείστηκα πράγματα. Ήθελα να βρω τη γραφή μου στα ελληνικά, να ηρεμήσω και να περάσω ωραία.
Από την τρίτη μέρα κατέβαινα στο καταφύγιο, στο «μπουντρούμι», κι έγραφα. Μόνο που συνειδητοποίησα πόσο ακούγονταν τα τζιτζίκια. Λέω, «γάμησέ με τώρα, εντάξει να υπάρχουν σε ένα κομμάτι, αλλά δεν γίνεται όλος ο δίσκος να είναι τζιτζίκια». Κατά τις οχτώμισι, σταματούσαν. Αυτά αποφάσισαν, λοιπόν, ότι θα γίνει βραδινός ο δίσκος. Έμπαινα εκείνη την ώρα κι έβγαινα στις πέντε το πρωί.
–Και τις υπόλοιπες ώρες;
Ένας συγκεκριμένος φραπές, το μπάνιο στην «πισίνα» μου, κάτι βράχια όπου δεν πηγαίνει κανείς ούτε τον Αύγουστο, μετά επιστροφή, σχεδόν συγκεκριμένη ώρα, για την πρώτη μπίρα. Έτρωγα σχεδόν καθημερινά σαρδέλες κονσέρβα, βραστά λαχανικά και ντοματοσαλάτα. Μια δική μου, indie, μοναστική ζωή.
Είμαι άνθρωπος που θέλει την παρέα, τη συντροφικότητα. Δεν πίστευα ότι θα την παλέψω. Τελικά ανακάλυψα ότι έχω και αυτή την πλευρά. Τώρα σκέφτομαι πως ίσως κάποτε να μοιράζω τον χρόνο μου.
–Στην πρώτη ακρόαση μου έκανε εντύπωση η ησυχία του δίσκου. Όσο τον άκουγα βράδυ, ένιωθα από κάτω ένα βράσιμο. Τελικά αυτή η ησυχία μού ακουγόταν πολύ δυνατή. Άφησες τον τόπο να σε πάει και μουσικά;
Ναι. Έχω υπάρξει πολύ control freak, συνέχεια να σπρώχνω τα πάντα μπροστά. Εκεί ένιωσα ότι πρέπει να υπακούσω στους ρυθμούς του τόπου. Το άλμπουμ το φανταζόμουν πιο εξωστρεφές, με περισσότερη παραγωγή. Θα ήταν όμως ασύμβατο με τη συνθήκη.
Παλιά θα έκανα τα πάντα για να βγει όπως το είχα στο μυαλό μου. Τώρα έλεγα: «Σήμερα νιώθω το τέμπο πιο πίσω από τον μετρονόμο; Ας το δοκιμάσουμε». Παίζει ρόλο το ότι έχω χορτάσει δισκογραφία. Μπορώ να δεχτώ μια άλλη ανάγνωση.
–Τι αναζητάς δημιουργικά όταν έχουν συμπληρωθεί τόσα χρόνια δουλειάς;
Το πρώτο thrill της δημιουργίας. Όταν χάνεις το εξωτερικό κίνητρο και δεν έχεις πια να αποδείξεις κάτι, πρέπει να επιστρέψεις σ’ αυτό που σ’ έβαλε στη μουσική. Στο παιδί.
Μέσα στο συνεχές τρέξιμο, φτάνει μια στιγμή που πρέπει να ανακαλύψεις ξανά γιατί το κάνεις. Όσο έχεις κουτάκια να τσεκάρεις και κάτι να κερδίσεις, είναι σχετικά εύκολο. Όταν παύουν αυτά, έρχεται μια αρκετά δύσκολη φάση. Πρέπει να ερωτευτείς ξανά την ίδια τη διαδικασία, όπως όταν ήσουν μικρός. Αυτό έχει σημασία για μένα, ακόμη κι αν ένας άλλος δίσκος μου έχει κυκλοφορήσει μόλις πριν από έναν μήνα.
–Στο Οίτυλο επέστρεψες και σε κάτι πολύ προσωπικό. Τι θυμάσαι από τα παιδικά καλοκαίρια εκεί;
Κάθε Ιούλιο με «πάρκαραν» με τον παππού και τη γιαγιά. Δεν έχω αδέλφια, τα ξαδέλφια μου δεν ήταν εκεί, οπότε έπρεπε να βρω τρόπους να περνάω μόνος μου καλά. Διάβαζα όλα τα αλμανάκ και τα βιβλία μέχρι να πάει πεντέμισι, να βγω στην πλατεία για μπάσκετ, Fanta και ηλεκτρονικά.
Όταν πέθανε η γιαγιά μου, γύρω στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε μου, σταματήσαμε να πηγαίνουμε. Ήμουν έφηβος, σνόμπαρα και το χωριό. Επέστρεψα στα τριάντα οκτώ, πριν από τέσσερα χρόνια. Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, ολοκλήρωσα την ανακαίνιση ενός μικρού σπιτιού. Ήταν ένας φόρος τιμής σ’ εκείνη, που καταγόταν από εκεί, και στον τόπο των παιδικών μου χρόνων. Ίσως και μια προσπάθεια να βρω ρίζες. Από τα δέκα μου πήγαινα στην Ανάφη. Τώρα τη Μάνη δεν την αλλάζω.
–Τι σε κρατάει στη Μάνη και στους ανθρώπους της;
Η σκληράδα του τόπου φαίνεται αμέσως. Οι άνθρωποι έπρεπε να στύψουν την πέτρα, να φτιάξουν μια πεζούλα στην πλαγιά μήπως και φυτρώσει κάτι. Μου αρέσει ότι η φιλοξενία τους δεν έχει πολλές φιοριτούρες. Θα πιάσεις αληθινή κουβέντα, αλλά υπάρχουν και όρια.
Έχω την εντύπωση ότι η λακωνική Μάνη είναι κατά βάση μητριαρχική. Οι άντρες φαίνεται να κάνουν κουμάντο στη δημόσια ζωή, μέσα στην οικογένεια, όμως, αλλιώς λειτουργεί.
–Υπήρχε κάποιος εκεί με τον οποίο μοιραζόσουν αυτή την περίοδο;
Ένας κολλητός της μητέρας μου, ο Γιώργος, που αγαπάω και θαυμάζω πολύ. Τον λέω, σε εισαγωγικά, πνευματικό μου καθοδηγητή. Ήταν πολιτικός μηχανικός, σήμερα θα τον έλεγα στοχαστή. Μένει στην Αρεόπολη.
Οι συζητήσεις μας μπορεί να κρατήσουν μέχρι το πρωί. Ένα βράδυ ξεκινάμε από τον Μαγιακόφσκι, το επόμενο ανοίγουμε τον Επίκουρο. Κρατάς δυο τρεις προτάσεις και σε ταλανίζουν μετά. Είναι πολύ ωραία αυτή η σχέση.
–Ο τίτλος «ΣΕΛΦ ΕΚΤΙΜ» ξεκινά από μια λιγότερο φιλοσοφική συζήτηση, έξω από ένα κλαμπ…
Είχαμε φάει πόρτα για πολλοστή φορά. Δεν ήμασταν τύποι των κλαμπ, δεν ήμασταν ντυμένοι ανάλογα, δεν είχαμε και κορίτσια μαζί. Ένας φίλος μου, ο οποίος σήμερα είναι νεφρολόγος, είπε στον πορτιέρη: «Καλά, δεν έχεις καθόλου σελφ εκτίμ;». Ήθελε να πει self-esteem και του βγήκε αυτό, που παίζει και με την εκτίμηση.
Έμεινε ιστορική ατάκα στην παρέα. Στο δικό μας «Λεξικό Μπαμπινιώτη» θα είχε λήμμα. Τον τίτλο τον ήξερα πριν γραφτούν τα τραγούδια. Θα ήταν ο πρώτος ελληνόφωνος δίσκος μου και μου άρεσε που έδειχνε ότι έρχομαι και από έναν άλλο κόσμο. Με εξέφραζε και το νόημά του.
–Ως Night Knight είχες ήδη τραγουδήσει. Τι άλλαξε ακούγοντας τη φωνή σου στα ελληνικά;
Δεν είμαι συμφιλιωμένος με τη φωνή μου. Όπως όταν ακούς παιδί τον εαυτό σου σε κασετόφωνο και λες «έτσι ακούγομαι;». Από την εμπειρία μου, ούτε οι μεγαλύτεροι τραγουδιστές είναι απαραίτητα καλοί κριτές της φωνής τους.
Ως Night Knight χρησιμοποιούσα μια φωνή σμιλεμένη από τους ήρωές μου, από τον Neil Young και άλλους. Είχα βρει έναν μουσικό χαρακτήρα. Η γλώσσα παίζει μεγάλο ρόλο. Ακούω φίλους να τραγουδούν αγγλικά και διακρίνω τον χαρακτήρα που έχει διαμορφώσει η αισθητική τους. Μόλις τραγουδήσουν ελληνικά, ακούω τον φίλο μου.
Εδώ είναι η κανονική μου φωνή. Πριν συνεργαστώ με τη Γαλάνη, δεν είχα μεγάλη τριβή με το ελληνικό τραγούδι. Μου άρεσαν οι Τρύπες, αλλά δεν είχα τόσες αναφορές ώστε να οδηγηθώ ασυνείδητα στη μίμηση κάποιου άλλου.
–Με αφορμή το «Ε.Ο.Τ. (Γεια σου, Ελλάδα)», αν σου ανέθεταν σήμερα μια τουριστική αφίσα της χώρας, τι θα έβαζες;
Μια μπανανόφλουδα. Όχι την μπανάνα των Velvet Underground! Στην πραγματική ζωή δεν γλιστράς πατώντας μπανανόφλουδα. Το έχω δοκιμάσει! Για κάποιον λόγο όμως στα κόμικς γλιστρούσαν όλοι. Ίσως με την Ακρόπολη ή τον ναό του Ποσειδώνα, αλλά και μια μπανανόφλουδα. Αυτή την αιώνια παγίδα: εκεί που νιώθεις ότι ανήκεις, σου έχει άλλη μία. Εκεί που λες ότι βγάζεις άκρη, ξαναγλιστράς.
Θα έβαζα και το αμόνι από τα καρτούν ή την πόρτα που έβλεπε το κογιότ αλλά ήταν ζωγραφισμένη. Η Ελλάδα που έχουμε εσύ κι εγώ στο μυαλό μας είναι σε μεγάλο βαθμό φανταστική. Μπορεί να αφορά μια συλλογικότητα πενήντα ανθρώπων. Παλιά δυσκολευόμουν να το παραδεχτώ. Τώρα επαναπροσδιορίζω τη θέση μου σε μια χώρα που γουστάρω τίγκα. Προσπαθείς να βρεις μια μικρή, προσωρινή ισορροπία με όλους τους άλλους.
«Ήμασταν σε ένα ξύλινο τραπέζι στα καμαρίνια και ο Ozzy ήρθε και κάθισε μαζί μας. Είδε τέσσερις πιτσιρικάδες και ενδιαφέρθηκε. Ακόμη κι αν ήταν ένας κώδικας συμπεριφοράς, είναι σπουδαίος κώδικας.» – Σεραφείμ Γιαννακόπουλος
–Στο «Παζλ» προηγήθηκαν οι στίχοι. Τι δυσκόλεψε όταν η λέξη ήταν ήδη εκεί;
Έπρεπε να βρω το μουσικό κλίμα που θα αγκάλιαζε τον στίχο. Ο ελληνικός λόγος έχει πολύ σαφή ρυθμικότητα. Αν γράψεις πρώτα λόγια, είναι δύσκολο να αποφύγεις το μέτρο και τις ομοιοκαταληξίες. Εγώ για τη δική μου μουσική απέφευγα αυτό το μοτίβο.
Εδώ όμως οι στίχοι είχαν σημασία. Είχα περάσει έναν γερό χωρισμό. Το τραγούδι μιλάει για όσα συμβαίνουν σε ένα ζευγάρι αλλά και για την ιερή στιγμή όπου μπλέκονται τα κορμιά, τα όνειρα, οι αμφιβολίες. Ένα puzzle με δύο κομμάτια που συνδέθηκαν.
Με έβαλε σε διαφορετικό ρόλο και μου θύμισε αυτό που έλεγε η γιαγιά μου: «Ό,τι πεις θα το λουστείς». Θα σου έλεγα διακόσια τοις εκατό ότι πρώτα γράφεται η μουσική. Τώρα κρατάω μια πισινή.
–Με αφορμή τον «Νάρκισσο», πώς κρατάς απόσταση από την επιβεβαίωση των social media;
Η γενιά μας πρόλαβε να αναπτύξει κάποια φίλτρα. Αν δεις τι γράφαμε τα πρώτα χρόνια του Facebook, θα τρομάξεις. Σκέψου να είχα τα μυαλά του 2007 με τον σημερινό αλγόριθμο, που μου φέρνει μπροστά ό,τι με εκνευρίζει για να προκαλέσει αντίδραση. Τι παραληρήματα θα είχα γράψει!
Έχουμε προλάβει και μια ζωή πριν από αυτό. Μπορώ να δω τον φωτισμό ή τα κοψίματα σε ένα βίντεο και να καταλάβω ότι είναι σκηνοθετημένο. Ένα μικρότερο παιδί μπορεί να το αντιλαμβάνεται ως κανονική ζωή. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική.
–Οι περιοδείες τι έχουν αφήσει στη σχέση σου με το σπίτι;
Μια φοιτητική σχέση. Δώσε μου τέσσερις τοίχους, ένα στρώμα, ένα ψυγείο κι ένα μπάνιο. Δεν έχω ιδιαίτερο δέσιμο με αντικείμενα. Μπορεί σε άλλους αυτό να φαίνεται ακατανόητο, αλλά δεν με τρομάζει η ιδέα να χάσω τα ρούχα και τα πράγματά μου και να ξεκινήσω την επόμενη μέρα με ένα βρακί κι ένα φανελάκι. Δεν έχω κάνει οικογένεια και δεν έχω αυτή την ανάγκη να φτιάξω τη φωλιά μου. Θέλω το σπίτι να με διώχνει, να φεύγω.
–Και από το Οίτυλο τι πήρες μαζί σου στην Αθήνα;
Τον ήσυχο καφέ με την κιθάρα. Ξυπνάω, κάθομαι οκλαδόν στον καναπέ και γρατζουνάω τρεις τέσσερις ώρες χωρίς σκοπό. Κάθε μέρα. Κάτι μαζεύεται εκεί πίσω, κάποτε θα γίνει κάτι. Κράτησα και το διάβασμα. Στην απομόνωση βρήκα χρόνο κι επέστρεψα στα βιβλία.
–Έχεις γνωρίσει πολλούς σπουδαίους μουσικούς. Τι σου έχει μείνει περισσότερο;
Η ευγένεια και η ταπεινότητά τους. Οι πραγματικά μεγάλοι που έχω γνωρίσει είναι ήσυχοι, δίκαιοι άνθρωποι. Δίκαιος δεν σημαίνει ότι δεν είσαι αυστηρός. Πιστεύω ότι πολλοί προσπάθησαν μέσα από τη μουσική να κερδίσουν την ελευθερία τους και διατήρησαν έναν σεβασμό απέναντι σ’ αυτήν και στους ανθρώπους της.
Είμαστε όλοι κομμάτι ενός εύθραυστου Jenga. Ο μουσικός, ο τεχνικός, ο δημοσιογράφος. Δεν έχει σημασία ποιος συμμετέχει κατά ογδόντα τοις εκατό και ποιος κατά ένα. Αν βγάλεις ένα τουβλάκι, μπορεί να καταρρεύσει.
Και μην ξεχνάμε την έκθεση. Κάποιος μπορεί πάνω στη σκηνή να φαίνεται παντοδύναμος και μέσα του να περνάει τον μεγαλύτερο Γολγοθά. Ακόμη και στα ογδόντα του. Ο κόσμος συχνά θεωρεί ότι βγαίνεις εκεί από ματαιοδοξία. Μπορεί όμως να αισθάνεσαι σαν να βρέθηκες πρώτη φορά γυμνός στα αποδυτήρια. Και να το περνάς αυτό κάθε μέρα, ενώ έχεις κερδίσει όλο τον κόσμο. Αυτή η ανάγκη επικοινωνίας αξίζει σεβασμό.
Το θέμα της σχέσης του έργου με τον άνθρωπο το έχω απαντήσει για μένα από παλιά, ως ακροατής. Αν ο Μάιλς Ντέιβις ήταν κόπανος, αυτό δεν αλλάζει τη σχέση μου με τη μουσική του. Το έργο κρατάω, το ακούω, με συντροφεύει. Εκεί τελειώνει για μένα αυτή η κουβέντα.
–Ο Ozzy πώς μπήκε στη δική σας ιστορία;
Στο Rockwave, στη Μαλακάσα. Οι Black Sabbath είναι από τα λίγα ιερά που έχουμε και οι τέσσερις στους Planet. Κατά τα άλλα, πέφτει πολύ δούλεμα για τα ακούσματά μας!
Ήταν μια εποχή με μεγάλη ασέβεια απέναντι στις ελληνικές μπάντες που άνοιγαν συναυλίες. Προσπαθούσαμε τότε να ταράξουμε αυτά τα νερά. Σου δημιουργούσε ηττοπάθεια, έφτανες να ρωτάς αν μπορείς να πάρεις ένα μπισκότο από το catering. Ήμασταν σε ένα ξύλινο τραπέζι στα καμαρίνια και ο Ozzy ήρθε και κάθισε μαζί μας. Είδε τέσσερις πιτσιρικάδες και ενδιαφέρθηκε.
Ακόμη κι αν ήταν ένας κώδικας συμπεριφοράς, είναι σπουδαίος κώδικας. Το θυμάμαι όταν είμαι ρετάλι στην περιοδεία και κάποιος θέλει μια φωτογραφία. Για σένα μπορεί να είναι άλλη μια κουραστική μέρα, για εκείνον όμως μπορεί εκείνο το δίωρο να εκπροσωπείς ένα όνειρο, μια ζωή που θα ήθελε να είχε επιλέξει. Είναι καλό τσίμπημα επαναφοράς. Δεν θέλω κανέναν κυνισμό στη ζωή μου.
Στις 7 Νοεμβρίου, στο Gazarte, τι θέλεις να συναντήσει όποιος έρθει γνωρίζοντας μόνο τον ντράμερ των Planet Of Zeus;
Δεν με νοιάζει να γνωρίσει κάποια πλευρά μου. Θα αποκαλύψω σταδιακά και τα μέλη της μπάντας, που θα είναι μια μεγάλη έκπληξη. Στο προηγούμενο live έκλαιγαν οι μισοί, κάτι πολύ μάτσο μεταλλάδες φίλοι μου. Πιστεύω θα είναι πάλι έτσι.
Θα μαζευτούν άνθρωποι που τους τρώει ακόμη ο κώλος τους. Έπειτα από τόσα χρόνια που η ζωή μάς χωρίζει, είναι σημαντικό να βρισκόμαστε και να έχουμε την ελευθερία να νιώσουμε τη στιγμή σαν κάτι ιερό. Δεν έχω ιδιαίτερους στόχους. Ξέρω ότι θα είναι ωραία. Δεν το λέω από αυτοπεποίθηση. Το λέω γιατί θα είναι μια πολύ δυνατή συναισθηματική στιγμή.
Σέργιαν live – Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026, Gazarte Ground Stage. Προσέλευση 20:00, έναρξη 21:00. Εισιτήρια: προπώληση 15€, ταμείο 18€.