Η ζωή, οι συνεργασίες και η διαδρομή μιας γυναίκας που σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
15°
Μαίρη Λίντα: Η μεγάλη διαδρομή μιας φωνής
Μαίρη Λίντα: Περισσότερα από εβδομήντα χρόνια τραγουδιού, μνήμης και αξιοπρέπειας
Η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς τη Μαίρη Λίντα. Είναι ένα από εκείνα τα πρόσωπα που γεννήθηκαν μέσα από τη μουσική και έγιναν ένα με αυτήν. Η φωνή της δεν ήταν απλώς καθαρή και μελωδική· ήταν ένα κομμάτι της ελληνικής ψυχής. Για περισσότερο από εβδομήντα χρόνια, η Λίντα στάθηκε σύμβολο του λαϊκού τραγουδιού, μια γυναίκα που έδωσε φωνή στην αγάπη, στον καημό, στην περηφάνια και στη θλίψη, σε όλα όσα συνθέτουν την ταυτότητα του τόπου μας.
Γεννημένη στις 9 Νοεμβρίου 1935 στον Πύργο Ηλείας, με το όνομα Μαρία Δημητροπούλου, ήταν το δέκατο έβδομο και μικρότερο παιδί της οικογένειας Δημητροπούλου, που μεγάλωσε σε μια δύσκολη αλλά ζωντανή εποχή. Ο Κολωνός της δεκαετίας του ’40, με τις αυλές, τα ραδιόφωνα και τις φωνές των γειτόνων, ήταν το πρώτο της σχολείο. Η φτώχεια δεν εμπόδιζε τη μουσική – αντίθετα, την έκανε αναγκαία. Από μικρή σπούδαζε χορό στη σχολή Μοριάνωφ, ενώ παράλληλα δεν έχανε την ευκαιρία να τραγουδάει σε οικογενειακές γιορτές και σχολικές εκδηλώσεις, χωρίς να φαντάζεται ότι η ζωή της θα άλλαζε τόσο νωρίς.
Σε ηλικία μόλις επτά ετών ανέβηκε στη σκηνή του θεάτρου Αλκαζάρ, συμμετέχοντας σε διαγωνισμό ταλέντων που διοργάνωνε ο Ορέστης Λάσκος. Εκείνη η βραδιά έμελλε να είναι καθοριστική. Ο Λάσκος, μαγεμένος από τη φωνή και την παρουσία της μικρής Μαρίας, της πρότεινε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. Ήταν εκείνος που της έδωσε και το καλλιτεχνικό της όνομα: «Λίντα». «Μου είπε ότι “Δημητροπούλου” είναι βαρύ για τη σκηνή. Και με βάφτισε Μαίρη Λίντα», θυμόταν αργότερα η ίδια. Από την επόμενη μέρα άρχισε να τραγουδά στα κέντρα της Αθήνας. «Ήμουν παιδί, αλλά δεν φοβόμουν. Σαν να ήξερα πως αυτό ήταν το πεπρωμένο μου».
Η Αθήνα εκείνων των χρόνων ήταν μια πόλη που πάλευε να αναστηθεί. Ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος είχαν αφήσει πληγές, αλλά και μια δίψα για ζωή. Τα μικρά λαϊκά πάλκα, τα βαριετέ και τα αναψυκτήρια άνθιζαν στις γειτονιές· τα τραγούδια μιλούσαν για τον πόνο, τον έρωτα, τη φτώχεια. Εκεί μέσα μεγάλωσε η Λίντα, δίπλα σε μουσικούς που κρατούσαν ζωντανή την ψυχή της Ελλάδας. Οι πρώτες της δουλειές στα μαγαζιά «Μισούρι», «Κυψελάκι» και «Πεύκα» την έφεραν κοντά στους κορυφαίους της εποχής. Με την καθαρή της φωνή, χωρίς τεχνάσματα, και με μια σκηνική παρουσία που ξεχώριζε, έγινε σύντομα το «μικρό κορίτσι με τη μεγάλη φωνή».
Το πρώτο της τραγούδι, το «Πικρό ποτήρι» του Κώστα Καπλάνη, κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και την καθιέρωσε. Από εκεί ξεκίνησε μια αδιάκοπη διαδρομή που θα τη φέρει στο επίκεντρο της λαϊκής μουσικής σκηνής. Η φωνή της είχε αυτό που λείπει από πολλούς τραγουδιστές: προσωπικότητα. Δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει· απλώς τραγουδούσε αληθινά.
Η συνάντησή της με τον Μανώλη Χιώτη, στα μέσα της δεκαετίας του ’40, ήταν μοιραία. Εκείνος, 24 ετών, ένας καινοτόμος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, κι εκείνη, μια νεαρή τραγουδίστρια μόλις 12 ετών με φωνή που μάγευε, έγιναν το πιο θρυλικό δίδυμο της εποχής. Ο Χιώτης, γνωστός για τον πειραματισμό του με νέες συγχορδίες και δυτικές επιρροές, βρήκε στη Μαίρη τη φωνή που μπορούσε να ακολουθήσει τις μουσικές του διαδρομές. Μαζί έφτιαξαν έναν ήχο που άλλαξε το λαϊκό τραγούδι – πιο εκλεπτυσμένο, πιο ανοιχτό, χωρίς να χάνει την αυθεντικότητά του. Της είχε πει τότε: «Μικρή, όταν μεγαλώσεις και με φτάσεις στον ώμο, τότε θα σε παντρευτώ». Έτσι κι έγινε.
Το 1958 παντρεύτηκαν με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου. Για τον Χιώτη ήταν ο δεύτερος γάμος του, για τη Λίντα ο πρώτος της. Οι δυο τους έγιναν αχώριστοι στη σκηνή και στη ζωή. Η Λίντα δεν στεκόταν απλώς πίσω από ένα μικρόφωνο. Στα ζωντανά προγράμματα, η τραγουδίστρια συχνά χόρευε μάμπο με αφοπλιστική χάρη, παρασύροντας το κοινό σε ρυθμούς πρωτόγνωρους για την εποχή. Με το χαρακτηριστικό μπουζούκι του Χιώτη να παντρεύει το λαϊκό στοιχείο με τον ήχο της Δύσης και τη Λίντα με το ταμπεραμέντο της, κάθε φορά που τελείωνε ένα τραγούδι με το χαμόγελο και τη σπιρτάδα που τη διέκριναν, γύριζε προς τον Χιώτη και φώναζε με ενθουσιασμό «Χιώτης μάμπο!» – μια φράση που έμεινε θρυλική και συνόψισε την αληθινή χημεία του ζευγαριού.
Ήταν από τις πρώτες γυναίκες που τόλμησαν να σταθούν ισότιμα δίπλα σε άνδρα μουσικό, χωρίς να χάνεται στη σκιά του. «Δεν είχαμε ρόλους», έλεγε. «Ήμασταν δύο άνθρωποι που αγαπούσαν τη μουσική».
Το καλοκαίρι του 1961, το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας διοργανώνει στο κέντρο «Αθηναία» το Γ΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού, στο οποίο συμμετέχουν γνωστοί Έλληνες μουσικοσυνθέτες και ερμηνευτές. Στο τέλος της βραδιάς, ο Γενικός Διευθυντής του ΕΙΡ απονέμει το πρώτο βραβείο στον Μίκη Θεοδωράκη για το τραγούδι «Απαγωγή», που ερμήνευσε η Μαίρη Λίντα.
Το 1964, το ντουέτο Χιώτης – Λίντα ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήταν μια εποχή όπου το ελληνικό τραγούδι άρχισε να ταξιδεύει πέρα από τα σύνορα. Η περιοδεία τους σε ελληνικά κέντρα της Νέας Υόρκης, του Σικάγο και της Βοστώνης ήταν θρίαμβος. Κορυφαία στιγμή, η εμφάνιση στον Λευκό Οίκο, μπροστά στον τότε πρόεδρο Λίντον Τζόνσον· ένα γεγονός που συζητήθηκε όσο λίγα. Η ίδια θυμόταν: «Η Μαρία Κάλλας ήρθε να μας δει. Μου ζητούσε τραγούδια και με φώναζε “αηδονάκι”».
Στον κινηματογράφο άφησε το δικό της αποτύπωμα. Ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα εμφανίστηκαν σε πάνω από είκοσι ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, ερμηνεύοντας περίπου σαράντα τραγούδια. Ταινίες όπως «Λαός και Κολωνάκι», «Ο Ατσίδας», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» και «Η Βίλλα των Οργίων» διατήρησαν τις ερμηνείες της για πάντα ζωντανές. Οι σκηνές όπου εμφανίζεται να τραγουδά είναι μικρές γιορτές της λαϊκής κουλτούρας. Με το χαμόγελό της, τα μάτια της που έλαμπαν, το σώμα που κινούνταν φυσικά με τη μουσική, η Μαίρη Λίντα έφερε στο πανί την αλήθεια του πάλκου.
Το 1966 χώρισαν, αλλά η επαγγελματική συνεργασία τους διήρκεσε ως τον θάνατο του Χιώτη, το 1970. Η απώλειά του τη συγκλόνισε, όμως δεν τη σταμάτησε. Συνέχισε με τον ίδιο σεβασμό στο τραγούδι. Για τον Μανώλη Χιώτη είχε δηλώσει: «Ο Χιώτης είναι ο άνθρωπος της ζωής μου. Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι χώρισα με τον Χιώτη. Δυστυχώς δεν μπορώ να γυρίσω τα χρόνια πίσω. Ακόμα και σήμερα, πονάω». Η Λίντα παντρεύτηκε άλλες δύο φορές και χώρισε ξανά. Από τον δεύτερο γάμο της απέκτησε τη μοναχοκόρη της.
Στη δεκαετία του ’70 συνεργάστηκε με τους Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Σπανό, Απόστολο Καλδάρα, Αντώνη Καλογιάννη, τραγουδώντας σε δίσκους που συνδύαζαν την ευαισθησία με τη λαϊκή παράδοση. Η φωνή της, ευέλικτη και εκφραστική, μπορούσε να αποδώσει τόσο το λαϊκό όσο και το πιο ελαφρύ τραγούδι. Ήταν η γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί συνθέτες τη θεωρούσαν «πολυτελές όργανο». Ο Σπανός είχε πει: «Η Λίντα τραγουδά με το σώμα και την ψυχή, όχι μόνο με τη φωνή».
Πίσω από τη λάμψη, όμως, υπήρχαν και οι σκοτεινές στιγμές. Το 1970, η άγρια δολοφονία της μητέρας της τη συγκλόνισε. Η μητέρα της εντοπίστηκε νεκρή στο σπίτι της, στο Μπουρνάζι. Αρχικά, ο θάνατός της θεωρήθηκε αποτέλεσμα δυστυχήματος· ωστόσο, δέκα ημέρες αργότερα, αποκαλύφθηκε πως επρόκειτο για στυγερή δολοφονία. Το σώμα της βρέθηκε απανθρακωμένο. Κατά τη διεξοδική αυτοψία του χώρου, ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, μαζί με τους προϊσταμένους των Υπηρεσιών Διώξεως Κοινού Εγκλήματος και Διαρρηκτών, διαπίστωσαν τα εξής: «Επάνω στο πτώμα της Βασιλικής Δημητροπούλου υπήρχε ένα ξυπνητήρι με κηλίδες αίματος, δίπλα του βρέθηκε ένα άδειο μπουκάλι οινοπνεύματος, ενώ στο καμένο πρόσωπο της γυναίκας εντοπίστηκαν αμυχές». Μετά από προσεκτική ανάλυση των ευρημάτων, οι αρχές κατέληξαν, δέκα ημέρες αργότερα, ότι η μητέρα της είχε δολοφονηθεί από διαρρήκτες. Ήταν μια απώλεια που ποτέ δεν ξεπέρασε.
Λίγα χρόνια αργότερα, μίλησε δημόσια για την ενδοοικογενειακή βία που είχε υποστεί στους δύο πρώτους γάμους της και για την απιστία του τρίτου της συζύγου. Με τη γνωστή της ευθύτητα, είχε πει για τον δεύτερο σύζυγό της: «Έτρωγα ξύλο κάθε μέρα. Έφυγα, γιατί δεν άντεχα άλλο. Και μεγάλωσα το παιδί μου μόνη μου». Η φωνή της δεν έσπασε ούτε τότε. «Η φωνή μου ήταν το στήριγμά μου», έλεγε.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, περίπου το 1976, γνωρίζει τον γνωστό Έλληνα χορευτή και χορογράφο Τάκη Σαγιώρ. Οι δυο τους υπήρξαν ζευγάρι για περίπου έξι με επτά χρόνια. Η σχέση τους ήταν σοβαρή και έφτασε ένα βήμα πριν από τον γάμο· ωστόσο, τελικά χώρισαν περίπου μία εβδομάδα πριν από την τελετή.
Στη δεκαετία του ’80 και του ’90, η Λίντα έγινε σημείο αναφοράς για τη νεότερη γενιά τραγουδιστριών. Οι τελευταίες της εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα ήταν τη σεζόν 1995–1996 μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου στη «Νεφέλη», τη σεζόν 2002–2003 με τη Γλυκερία στο «Χάραμα» και τη σεζόν 2011–2012 με την Άννα Βίσση στο «Rex». Όλες μίλησαν για την επιρροή της. Η εικόνα δύο γυναικών, δύο εποχών, να ερμηνεύουν μαζί στην ίδια σκηνή, ήταν ένα πέρασμα σκυτάλης με σεβασμό και αγάπη.
Η δισκογραφία της είναι τεράστια και αντιπροσωπευτική του μεταπολεμικού ήχου. Από τα 45άρια μέχρι τις συλλογές, η Μαίρη Λίντα έχει ηχογραφήσει δεκάδες τραγούδια που σημάδεψαν γενιές. Οι δίσκοι «Αξέχαστες Επιτυχίες», «Άκου τ’ αηδόνια», «Τραγούδια από τις 45 Στροφές» και «43 Μεγάλες Επιτυχίες» αποτελούν μνημεία μιας εποχής που το βινύλιο μύριζε καπνό, γαρύφαλλα και φως.
Τα τελευταία χρόνια, η ζωή της κυλάει ήσυχα. Μετά από ένα ατύχημα και προβλήματα υγείας, η Μαίρη Λίντα ζει στο Γηροκομείο Αθηνών. Οι εικόνες της από εκεί, πάντα χαμογελαστή, τραγουδώντας ή χορεύοντας με τους υπόλοιπους συγκατοίκους, συγκινούν. Η ίδια δείχνει να αντιμετωπίζει τον χρόνο με αξιοπρέπεια. «Είναι πολύ όμορφα, πολύ ήσυχα εδώ. Περνάμε ωραία, αγαπάμε ο ένας τον άλλον και αισθάνομαι ασφάλεια. Εγώ επέλεξα να έρθω. Ήταν και η αδερφή μου εδώ και ξέρω», έχει πει. Όταν τη ρωτούν αν της λείπει η σκηνή, απαντά απλά: «Η σκηνή είναι μέσα μου».
Ακόμη και σήμερα, η φωνή της παραμένει γλυκιά και καθαρή. Σε βίντεο από μικρές γιορτές και εκδηλώσεις, τραγουδά χωρίς προσπάθεια, με εκείνη τη χαρακτηριστική απλότητα που την έκανε αγαπητή. Είναι σαν ο χρόνος να τη σέβεται. Ίσως γιατί εκείνη ποτέ δεν πρόδωσε τη μουσική.
Η Μαίρη Λίντα δεν κυνηγούσε τη δημοσιότητα· δεν ενδιαφερόταν για τίτλους. Την ενδιέφερε μόνο το τραγούδι και η επικοινωνία με το κοινό. Αυτό την κράτησε για δεκαετίες αγαπητή, όχι μόνο στους ανθρώπους της γενιάς της αλλά και στους νεότερους που την ανακαλύπτουν σήμερα μέσα από αφιερώματα, βίντεο και φωτογραφίες ή τις επανεκδόσεις των δίσκων της.
Η φωνή της Λίντα δεν είναι απλώς μια ηχητική μνήμη. Είναι μια γέφυρα ανάμεσα σε εποχές, ένα νήμα που ενώνει το χθες με το σήμερα. Σε κάθε της ερμηνεία ακούς τη νοσταλγία μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια, αλλά και την αισιοδοξία μιας χώρας που παλεύει να σταθεί όρθια. Στη Μαίρη Λίντα οφείλουμε κάτι περισσότερο από τα τραγούδια. Της οφείλουμε την εικόνα μιας γυναίκας που μετέτρεψε τη φωνή της σε σύμβολο αξιοπρέπειας. Πριν από εκείνη, η γυναίκα στο πάλκο ήταν διακοσμητική φιγούρα. Μετά τη Λίντα, έγινε ισότιμη, δημιουργική, απαραίτητη.
Η παρακαταθήκη της είναι μεγάλη. Στην εποχή της ταχύτητας, η Λίντα μάς θυμίζει πως το τραγούδι είναι στάση ζωής. Η φωνή της κουβαλά τη μελωδία μιας Ελλάδας που άλλαξε, αλλά δεν χάθηκε. Η Μαίρη Λίντα δεν χρειάζεται μεγάλες λέξεις για να περιγραφεί. Είναι η φωνή που σημάδεψε γενιές, που έκανε το λαϊκό τραγούδι τέχνη και την τέχνη συναίσθημα. Είναι η φωνή που έγινε θρύλος και θα μείνει για πάντα.
Δειτε περισσοτερα
Mερικά πράγματα που θα ήθελες να ξέρεις για τον υπέροχο, γκροτέσκ και τραγικό σχεδιαστή που γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1969, και αυτοκτόνησε σαν σήμερα στις 11 Φεβρουαρίου 2010
H φωτογραφία ως πράξη παρατήρησης, η βιωματική προσέγγιση διαφορετικών πολιτισμών και η διεθνής αναγνώριση
Το Πάικο ως μαγικό βουνό στην αναδρομική έκθεση του εικαστικού στη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης
Μια αναδρομή στη ζωή της με αφορμή την πώληση της έπαυλής της προς 20 εκατομμύρια ευρώ
Χαβαλές, έρωτας, ελευθερία και ζωή χωρίς ενοχές