More in Culture

Βασίλης Γρίβας: «Οι εικόνες ταξιδεύουν πιο ελεύθερα από τους ανθρώπους»

Από τη ρεσεψιόν ενός τηλεοπτικού σταθμού, στα παιδικά βιβλία και τις διεθνείς διακρίσεις μέχρι τη σκηνή του «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός 2026».
Επιστήμη Μπινάζη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Βασίλης Γρίβας μιλά για τη διαδρομή του, για τις εικόνες που τον ταξιδεύουν, για την εικονογράφηση, για τη σκηνή, την τεχνητή νοημοσύνη και την αξία του ανθρώπινου χεριού.

«Με μεγάλη χαρά μοιράζομαι μαζί σας πως το βιβλίο “Ένας άνθρωπος από μέταλλο” των Εκδόσεων Καστανιώτη, το οποίο είχα την τιμή να εικονογραφήσω, επιλέχθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού για το πρόγραμμα “Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός 2026”».

Έτσι ξεκινούσε η ανάρτηση του Βασίλη Γρίβα που στάθηκε η αφορμή για αυτή τη συνάντηση. Το βιβλίο του Νίκου Αντωνίου, σε εικονογράφηση του Βασίλη, θα διασκευαστεί για το θέατρο από την Contratiempo Theatre και θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο ενός θεσμού που απλώνεται σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και μουσεία σε 12 περιφέρειες της Ελλάδας. Για έναν εικονογράφο, αυτή είναι μια δεύτερη ζωή του έργου: από την ανάγνωση στη σκηνή.

Τον Βασίλη Γρίβα τον είχα γνωρίσει πολύ πριν από τις διεθνείς διακρίσεις, τις αφίσες που ταξίδεψαν στην Τζαμάικα, τις συνεργασίες με τη μόδα και τις εκθέσεις στο εξωτερικό. Τον είχα γνωρίσει στην υποδοχή του ΑΝΤ1. Όταν ανέβαινα στον τηλεοπτικό σταθμό, εκείνος εργαζόταν ως security φορώντας την αυστηρή γκρι στολή. Αυτό που μου είχε μείνει δεν ήταν η τυπική εικόνα του ανθρώπου που ελέγχει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει στο κανάλι. Ήταν ότι, όταν δεν υπήρχε κόσμος στη ρεσεψιόν, αυτός βυθιζόταν σε ένα βιβλίο. Τον θυμάμαι να διαβάζει λογοτεχνία στα κρυφά, να κλέβει ματιές στις σελίδες ενός βιβλίου ανάμεσα σε τυπικούς ελέγχους, στα τηλεφωνήματα και την καθημερινή κινητικότητα ενός καναλιού.

Μια από αυτές τις φορές πήρα το θάρρος να τον ρωτήσω τι διαβάζει και έτσι ξεκίνησε μια γνωριμία με έναν άνθρωπο αποκάλυψη. 

Ο Βασίλης Γρίβας έχει εικονογραφήσει πάνω από 100 βιβλία και εξώφυλλα για παιδιά και ενήλικες. Το 2022 κέρδισε την πρώτη θέση στον International Reggae Poster Contest, ανάμεσα σε 1.180 συμμετοχές από 53 χώρες, με το έργο Nanny – Queen of the Maroons. Το 2023 μπήκε στη shortlist των βραβείων του ελληνικού τμήματος της IBBY για το βραβείο εικονογράφου. Έχει συμμετάσχει σε διεθνείς εκθέσεις, από τη Sharjah μέχρι τη Μπρατισλάβα και το Ντουμπάι, έχει δημιουργήσει δική του σειρά μεταξωτών μαντηλιών, έχει συνεργαστεί με τον οίκο Dassios, ενώ φέτος ολοκληρώνει το εργαστήριο σκηνογραφίας και ενδυματολογίας του Εθνικού Θεάτρου.

Εκκεντρικός αλλά προσγειωμένος, τρυφερός αλλά αυστηρός στην κρίση του, με εκείνη τη σπάνια ισορροπία ανθρώπου που αγαπά το παραμύθι χωρίς να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, ο Βασίλης Γρίβας μου μίλησε για τη διαδρομή του, για τις εικόνες που τον ταξιδεύουν, για την εικονογράφηση που κάποτε αντιμετωπιζόταν ως «δευτερεύουσα» τέχνη, για τη σκηνή, την τεχνητή νοημοσύνη και την αξία του ανθρώπινου χεριού.

«Η Τζαμάικα δεν ήταν ακριβώς μέσα στους παιδικούς μου γεωγραφικούς σχεδιασμούς», λέει όταν τον ρωτώ για την αφίσα Nanny – Queen of the Maroons, το έργο που τον έφερε στην πρώτη θέση του 8ου International Reggae Poster Contest. «Κι όμως, μια αφίσα κατάφερε να με φέρει σε επαφή με έναν τόπο που μέχρι τότε γνώριζα περισσότερο μέσα από τη μουσική και τη συλλογική του μυθολογία».

Για τον ίδιο, η διάκριση δεν ήταν απλώς ζήτημα αισθητικής επιτυχίας. Ήταν κυρίως η ανακάλυψη μιας ιστορίας. Η Nanny of the Maroons, η μοναδική γυναίκα ανάμεσα στους εθνικούς ήρωες της Τζαμάικα, υπήρξε ηγέτιδα δραπετών Αφρικανών σκλάβων και πέρασε από την ιστορία στον θρύλο «χωρίς τη βοήθεια δημοσίων σχέσεων», όπως λέει με ένα χαμόγελο που δεν ακυρώνει καθόλου τη σοβαρότητα της αναφοράς.

Αυτό που τον συγκίνησε ήταν μια απρόσμενη γέφυρα. Η Ελλάδα και η Τζαμάικα απέχουν πολύ στον χάρτη, αλλά όχι τόσο στην ιδέα της ανεξαρτησίας και στον ρόλο των γυναικών μέσα σε αυτήν. «Εκατό χρόνια πριν από τις ηρωίδες της Ελληνικής Επανάστασης, η Queen Nanny είχε ήδη αφήσει το αποτύπωμά της». Η αφίσα, λοιπόν, γεννήθηκε από την ανάγκη να μεταφραστεί μια ιστορία σε εικόνα χωρίς να χαθεί η σοβαρότητα και η ανθρώπινη διάστασή της.

Το παράδοξο είναι ότι αυτή η εικόνα, σχεδιασμένη μέσα στον χώρο του σπιτιού του, βρέθηκε πρώτα στην Εθνική Πινακοθήκη της Τζαμάικα και σήμερα παρουσιάζεται μόνιμα στο Jamaican Museum & Cultural Center της Ατλάντα, το οποίο λειτουργεί ψηφιακά μέχρι να αποκτήσει φυσική έδρα. «Δεν το βλέπω μόνο ως προσωπική διάκριση», λέει. «Περισσότερο με ενδιαφέρει η διαδρομή της εικόνας. Το γεγονός ότι ένα έργο από την Ελλάδα κατάφερε να συνομιλήσει με την ιστορία ενός τόπου τόσο μακρινού χωρίς να την αντιμετωπίσει επιφανειακά».

Οι εικόνες, λέει, ταξιδεύουν πιο ελεύθερα από τους ανθρώπους. Και καμιά φορά αποδεικνύονται καλύτεροι πρεσβευτές. Είναι μια φράση που θα μπορούσε να συνοψίσει μεγάλο μέρος της δουλειάς του. Γιατί ο Γρίβας δεν αντιμετωπίζει την εικόνα ως διακόσμηση αλλάς φορέα πολιτισμού. Γι’ αυτό και δυσκολεύεται να αποδεχτεί την παλιά ιεράρχηση που ήθελε την εικονογράφηση κάτι λιγότερο από τις λεγόμενες καλές τέχνες. «Για χρόνια στην Ελλάδα υπήρχε μια σιωπηρή ιεράρχηση όπου η ζωγραφική θεωρούταν συχνά πιο σημαντική από την εικονογράφηση. Προσωπικά δεν πίστεψα ποτέ σε αυτούς τους διαχωρισμούς. Η δύναμη μιας εικόνας δεν εξαρτάται από την κατηγορία στην οποία την τοποθετούμε».

Η σχέση του με την εικονογράφηση ξεκινά από την παιδική του ηλικία. Από τα καλοκαίρια στα Καμένα Βούρλα, όταν ο πατέρας του τού αγόραζε τα βιβλία του Ιουλίου Βερν από τις εκδόσεις Αστήρ, με τις εικονογραφήσεις του Λεόν Μπενέτ. Από τις διακοπές στο Καρπενήσι το 1977, όταν πήρε στα χέρια του «Τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου, από τις εκδόσεις Εστία, με εικονογράφηση του Ε. Σπυρίδωνος. «Εκείνες οι εικόνες δεν συνόδευαν απλώς το κείμενο. Άνοιγαν κόσμους», θυμάται. Κάπου εκεί, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, πήρε μια παιδική αλλά καθαρή απόφαση: όταν μεγαλώσει, θέλει να ζωγραφίζει βιβλία.

Σήμερα αυτή η παιδική απόφαση έχει διανύσει μεγάλη απόσταση. Έχει περάσει από εκδοτικούς οίκους, διεθνείς διοργανώσεις, μουσεία, βιτρίνες, υφάσματα, συνεργασίες με οίκους μόδας. Όμως η σκηνή μοιάζει να ανοίγει για εκείνον ένα νέο κεφάλαιο. Το εργαστήριο σκηνογραφίας και ενδυματολογίας του Εθνικού Θεάτρου, με τον εύστοχο τίτλο «Η Κοιλιά του Θεάτρου», του άνοιξε, όπως λέει, έναν καινούργιο δημιουργικό ορίζοντα.

«Το θέατρο πάντα με γοήτευε γιατί εκεί η εικόνα παύει να είναι στατική και αποκτά χρόνο, ρυθμό και παρουσία». Στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία τον ενδιαφέρει ότι η δημιουργία δεν αφορά απλώς την αισθητική. Αφορά την κατασκευή μιας εμπειρίας. Ένας χώρος αποκτά ψυχολογία. Ένα κοστούμι κουβαλά μνήμη. Οι υφές και τα υλικά αρχίζουν να αφηγούνται.

Ίσως γι’ αυτό η επιλογή του βιβλίου «Ένας άνθρωπος από μέταλλο» για το «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός 2026» τον συγκινεί τόσο. Γιατί συνδέει τις παλιές και τις νέες του διαδρομές. Το βιβλίο, η εικόνα, η αφήγηση και το θέατρο μπαίνουν στην ίδια τροχιά.

Από τη συζήτησή μας δεν θα μπορούσε να λείπει η τεχνητή νοημοσύνη. Σε μια εποχή όπου οι εικόνες παράγονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τον ρωτώ πού βρίσκεται πια η αξία του ανθρώπινου χεριού. Δεν βλέπει την τεχνητή νοημοσύνη ως εχθρό της τέχνης. «Κάθε εποχή είχε τα εργαλεία της και κάθε νέο εργαλείο στην αρχή προκαλούσε μικρές πολιτιστικές κρίσεις», λέει. Αλλά η ουσία, για εκείνον, δεν βρίσκεται στην ταχύτητα. Βρίσκεται στη διαδρομή. «Στις εμμονές, στις μνήμες, στις ανασφάλειες και καμιά φορά στις αποτυχίες που κουβαλά ένας άνθρωπος μέχρι να φτάσει σε μια εικόνα». Η μηχανή μπορεί να απαντήσει γρήγορα στο «πώς». Ο άνθρωπος συνεχίζει να βασανίζεται δημιουργικά με το «γιατί». Και ευτυχώς, όπως λέει, γιατί αν όλα γίνονταν τόσο εύκολα, «θα είχαμε περισσότερες εικόνες αλλά λιγότερες ιστορίες να αφηγηθούμε».

Ίσως αυτή να είναι και η ουσία της δικής του διαδρομής. Δεν είναι μια ευθεία επαγγελματική εξέλιξη με οργανόγραμμα, στόχους και απολογισμό τριμήνου. Είναι μια πορεία με απρόβλεπτες μετατοπίσεις. Από τη ρεσεψιόν ενός τηλεοπτικού σταθμού στα βιβλία. Από τα βιβλία στην αφίσα. Από την αφίσα στη διεθνή σκηνή. Από τη μόδα στο θέατρο. Από τη σελίδα στον χώρο.

Όταν τον ρωτώ ποιο είναι το επόμενο βήμα, δεν δίνει μια ασφαλή απάντηση. «Δεν συνηθίζω να σχεδιάζω τη διαδρομή μου με απόλυτη ακρίβεια, ίσως γιατί η ζωή έχει μια ελαφρά ειρωνική συνήθεια να προτείνει καλύτερα σενάρια από αυτά που οργανώνουμε μόνοι μας». Θα ήθελε, λέει, κάτι που να χωρά όλες τις διαδρομές του: ζωγραφική, εικονογράφηση, σκηνογραφία, κοστούμι, αφήγηση, εικόνα. Ένα έργο που να μη χρειάζεται να διαλέξει μία μόνο ταυτότητα.

Του το εύχομαι με όλη μου την καρδιά.