Φωτογραφια

Ελένη Ονάσογλου: «Η φωτογραφία είναι ο μόνος τρόπος να επιστρέφω στον τόπο που κατασκεύασα για να υπάρχω»

Μιλήσαμε με τη φωτογράφο και συγγραφέα με αφορμή τη διεθνή διάκριση του έργου της «The Blue Land – Before the Light Falls» στο Time in Jazz Festival της Σαρδηνίας
Δώρα Λαβαζού
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Ελένη Ονάσογλου αποκαλύπτει τη φιλοσοφία πίσω από το «The Blue Land», τη σχέση φωτογραφίας και μουσικής και τη δημιουργία ως τρόπο ύπαρξης

Η επιλογή του φωτογραφικού έργου «The Blue Land – Before the Light Falls» ως εικαστική σκηνογραφία για το αφιέρωμα στον Miles Davis στο Time in Jazz Festival της Σαρδηνίας αποτελεί μια σημαντική διεθνή διάκριση για τη φωτογράφο και συγγραφέα Ελένη Ονάσογλου. Με αφορμή αυτή τη σημαντική στιγμή, μιλά για τη δημιουργική της διαδρομή, τη σχέση της φωτογραφίας με τη μουσική και τη λογοτεχνία, αλλά και για τις έννοιες της μνήμης, της απουσίας, της θνητότητας και του ανείπωτου που διατρέχουν το έργο της. Μια συζήτηση που αποκαλύπτει όχι μόνο τη φιλοσοφία πίσω από τις εικόνες της, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ίδια τη δημιουργία.

Ελένη Ονάσογλου: Η φωτογράφος και συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE

Η επιλογή του «The Blue Land - Before the Light Falls» ως εικαστική σκηνογραφία για το αφιέρωμα στον Miles Davis στο Time in Jazz Festival αποτελεί μια σημαντική διεθνή αναγνώριση. Τι σημαίνει αυτή η διάκριση για εσάς και πώς βιώσατε τη συνάντηση της φωτογραφίας σας με τη μουσική;

Η επιλογή αυτή ήταν για μένα μια μεγάλη τιμή, επειδή πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ τζαζ της Ευρώπης. Είχε όμως ιδιαίτερη αξία και γιατί η συνεργασία αυτή ξεκίνησε μετά από τη σύσταση της δουλειάς μου από την Elisa Medde, γεγονός που με τιμά ιδιαίτερα.

Το «The Blue Land — Before the Light Falls» δεν δημιουργήθηκε για να συνοδεύσει μια συναυλία. Είναι ένας αυτόνομος κόσμος, χτισμένος γύρω από τη μνήμη, την απουσία και τη μελαγχολία. Όταν όμως οι εικόνες αυτές συνάντησαν το Kind of Blue του Miles Davis, δεν αισθάνθηκα ότι η μία τέχνη υπηρετούσε την άλλη. Αντίθετα, ένιωσα ότι άνοιξε ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο διαφορετικές γλώσσες που μοιράζονται την ίδια σιωπή, τον ίδιο χρόνο και την ίδια αίσθηση εσωτερικότητας.

Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό για μένα. Η φωτογραφία απέδειξε ότι μπορεί να υπερβεί τα όρια του μέσου της και να συνομιλήσει ισότιμα με τη μουσική, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει τίποτα. Υπάρχουν στιγμές όπου μια εικόνα και μια μουσική φράση εκφράζουν το ίδιο βίωμα με διαφορετικά μέσα. Αυτή η συνάντηση μου επιβεβαίωσε ότι η τέχνη μπορεί να δημιουργεί κοινούς τόπους ανάμεσα σε ανθρώπους, γλώσσες και μορφές έκφρασης.

Γράφετε ότι «το The Blue Land είναι ένας κόσμος που δεν υπάρχει». Πότε γεννήθηκε η ανάγκη να δημιουργήσετε αυτόν τον φανταστικό τόπο και γιατί αισθανθήκατε ότι η πραγματικότητα δεν ήταν αρκετή;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ένιωθα ότι η πραγματικότητα δεν με χωρούσε. Από παιδί επινοούσα φανταστικές ιστορίες, υποδυόμουν διαφορετικούς ρόλους και περνούσα ατελείωτες ώρες μέσα σε κόσμους που υπήρχαν μόνο στη φαντασία μου. Με γοήτευαν τα παραμύθια, οι μύθοι, οι παράξενες ιστορίες και οτιδήποτε άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι υπάρχει κάτι πέρα από αυτό που βλέπουμε.

Η πραγματικότητα έχει μια σκληρότητα και έναν ρεαλισμό που ποτέ δεν ταίριαξαν με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Ήθελα πάντα να πιστεύω ότι πίσω από το ορατό υπάρχει κάτι ακόμη· ένας αθέατος κόσμος, γεμάτος μυστήριο, συμβολισμούς και σιωπή.

Αρχικά προσπάθησα να τον δημιουργήσω μέσα από τη γραφή. Αργότερα, η φωτογραφία έγινε ο τρόπος όπου αυτός ο κόσμος μπορούσε να αποκτήσει μορφή. Το «The Blue Land» δεν είναι μια απόδραση από την πραγματικότητα. Είναι ένας τόπος. Εκεί όπου τοποθέτησα όλα όσα με συγκινούν, με στοιχειώνουν και τελικά με κάνουν να αναγνωρίζω τον εαυτό μου.

Στο καλλιτεχνικό σας κείμενο αναφέρετε πως «η μελαγχολία δεν αποτελεί συναίσθημα αλλά συνθήκη ύπαρξης». Πώς μεταφράζεται αυτή η σκέψη σε μια φωτογραφική εικόνα;

Δεν δημιουργώ ξεκινώντας από μια ιδέα που θέλω να αποτυπώσω. Δεν κάθομαι να σκεφτώ ότι τώρα πρέπει να φωτογραφίσω για να αποδώσω ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Ίσως αυτή να είναι και η αδυναμία μου μέσα σε έναν κόσμο τέχνης που συχνά ζητά πρώτα την ερμηνεία και μετά το ίδιο το έργο.

Εγώ λειτουργώ διαφορετικά. Φωτογραφίζω αυτό που με καλεί, χωρίς να μπορώ πάντα να εξηγήσω το γιατί. Επιλέγω εικόνες που, για έναν αδιευκρίνιστο λόγο, νιώθω ότι μου ανήκουν. Η μοναδική εξαίρεση είναι το πιο πρόσφατο πρότζεκτ μου για τους ζωολογικούς κήπους και την αιχμαλωσία, γιατί εκεί υπήρχε εξαρχής μια συγκεκριμένη πρόθεση. Στις περισσότερες φωτογραφίες μου, όμως, δεν μπορώ να τις εντάξω σε ένα προκαθορισμένο θέμα.

Υπάρχει, όμως, κάτι που με συνοδεύει σχεδόν σε όλη μου τη ζωή: η θλίψη. Ή, όπως συνηθίζω να τη λέω, το κενό. Ίσως γι' αυτό γράφω ότι η μελαγχολία δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα αλλά μια συνθήκη ύπαρξης. Δεν την αντιμετωπίζω ως μια στιγμιαία ψυχική κατάσταση, αλλά ως κάτι που διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχω και αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Ίσως γι' αυτό οι φωτογραφίες μου δεν αποτυπώνουν απλώς τη μελαγχολία· γεννιούνται μέσα από αυτήν.

Η μνήμη, η απουσία και η φαντασία αποτελούν τους βασικούς άξονες της δουλειάς σας. Πώς συνομιλούν μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας;

Η μνήμη, η απουσία και η φαντασία δεν είναι για μένα καλλιτεχνικές έννοιες. Είναι τρεις καταστάσεις που διαπερνούν τη ζωή μου και, αναπόφευκτα, τη δουλειά μου.

Με τη μνήμη έχω μια παράξενη σχέση. Όταν μια περίοδος της ζωής μου κλείσει, μια φιλία, ένας τόπος όπου έζησα, είναι σαν να διαγράφεται. Σπάνια επιστρέφω σε αυτές τις αναμνήσεις ή μιλάω γι' αυτές. Και όταν το κάνω, δεν τις συνοδεύει σχεδόν κανένα συναίσθημα. Είναι σαν να αφορούν τη ζωή κάποιου άλλου.

Αντίθετα, η παιδική μου ηλικία, η οικογένειά μου, οι άνθρωποι που αγάπησα και έχασα, αλλά και οι αλλαγές που βλέπω στο νησί όπου μεγάλωσα, παραμένουν ζωντανές μέσα μου. Η σύγκριση ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που υπάρχει σήμερα, αλλά και ανάμεσα σε αυτό που ήμουν και σε αυτό που είμαι τώρα, μου γεννά μια βαθιά αίσθηση απουσίας. Εκεί, νομίζω, βρίσκεται και ο πυρήνας των φωτογραφιών μου.

Η φαντασία, από την άλλη, ήταν πάντα ένας τρόπος επιβίωσης. Από παιδί, στις στιγμές της μοναξιάς μου, δημιουργούσα κόσμους και καταστάσεις όπως θα ήθελα να είναι. Ίσως γι' αυτό στις φωτογραφίες μου η πραγματικότητα και η φαντασία δεν συγκρούονται· συνυπάρχουν. Η μία συμπληρώνει την άλλη.

Το λυκόφως, λίγο πριν χαθεί το φως της ημέρας, γίνεται ο κεντρικός συμβολισμός του έργου σας. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς αυτή η μεταβατική στιγμή;

Είναι κι αυτό ένα από τα πολλά προσωπικά μου παράδοξα. Υπάρχουν στιγμές, λίγο πριν πέσει το βράδυ, στο σούρουπο, που βρίσκομαι μέσα σε ένα αυτοκίνητο ή μόνη μου δίπλα στη θάλασσα και κοιτάζω τον ουρανό καθώς το τελευταίο φως περνά μέσα από τα σύννεφα ή χάνεται πίσω από ένα βουνό. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή με κυριεύει μια βαθιά μελαγχολία.

Εκείνη τη στιγμή δεν επιστρέφω στο παρελθόν ούτε στις αναμνήσεις μου. Το βλέμμα μου στρέφεται προς το μέλλον. Σκέφτομαι τον χρόνο που περνά και τη μέρα που κάποτε δεν θα υπάρχω πια.

Γι' αυτό τον λόγο το σούρουπο έγινε ο κεντρικός συμβολισμός του έργου μου. Είναι η στιγμή που ο μελαγχολικός μου κόσμος, το «The Blue Land», θα πάψει να υπάρχει.

Αναφέρεστε συχνά στην επίγνωση της θνητότητας ως κινητήρια δύναμη της δημιουργίας σας. Θεωρείτε ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος συμφιλίωσης με το πεπερασμένο;

Θεωρώ ότι τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος συμφιλίωσης με το τέλος. Τουλάχιστον όχι για μένα. Το πεπερασμένο είναι σαρωτικό. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ με κανέναν τρόπο.

Με συνθλίβει όλη αυτή η ειρωνεία της ύπαρξης. Γεννιόμαστε, αγαπάμε, δημιουργούμε, όσο όμορφα κι αν ζήσουμε και ό,τι καλύτερο κι αν κάνουμε, στο τέλος όλα θα χαθούν. Και κάποια στιγμή θα χαθεί και ο τελευταίος άνθρωπος που θα μας θυμάται. Αυτή η σκέψη είναι μεγαλύτερη από μένα. Δεν μπορώ να τη νικήσω ούτε να συμφιλιωθώ μαζί της.

Γι' αυτό δημιουργώ. Όχι γιατί πιστεύω ότι η τέχνη νικά τον θάνατο, αλλά γιατί είναι ο μόνος τρόπος που έχω να συνεχίζω να υπάρχω όσο είμαι ακόμα εδώ.

Οι φωτογραφίες σας δεν αφηγούνται ιστορίες με την κλασική έννοια. Τι θα θέλατε να αισθανθεί ο θεατής όταν στέκεται απέναντι σε μία εικόνα σας;

Χαίρομαι όταν κάποιος στέκεται μπροστά σε μια φωτογραφία μου και βρίσκει μέσα της κάτι που τον αφορά προσωπικά. Οι πιο όμορφες στιγμές για μένα είναι όταν, μετά από μια έκθεση, άνθρωποι έρχονται και μου μιλούν για εικόνες μου με έναν τρόπο που εγώ δεν είχα ποτέ φανταστεί. Ο κάθε άνθρωπος φέρνει τη δική του ιστορία, τις δικές του μνήμες και βλέπει πράγματα που εγώ ίσως δεν είχα ποτέ συνειδητοποιήσει.

Τότε καταλαβαίνω ότι μια φωτογραφία αποκτά τη δική της ζωή. Δεν μου ανήκει πια αποκλειστικά. Ανήκει και σε εκείνον που την κοιτάζει, γιατί κουβαλά πλέον μέσα της και τις δικές του μνήμες, τις δικές του εμπειρίες. Και αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο κομμάτι της δημιουργίας.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία αποτελεί σταθερή επιλογή στο έργο σας. Είναι μια αισθητική απόφαση ή μια αναγκαιότητα που πηγάζει από τον ίδιο τον κόσμο που δημιουργείτε;

Και αυτή η επιλογή ανήκει στην ίδια κατηγορία με όλα τα υπόλοιπα. Δεν είναι αποτέλεσμα σκέψης ή κάποιας αισθητικής θεωρίας. Απλώς έτσι λειτουργώ.

Το χρώμα με αποσπά. Δεν είναι κάτι που αποφάσισα συνειδητά. Απλώς δεν μπορώ να δω τις φωτογραφίες μου έγχρωμες.

Το ίδιο συμβαίνει και με το κινητό. Δεν φωτογραφίζω ποτέ με κινητό. Όχι επειδή το θεωρώ λάθος, αλλά γιατί απλώς δεν μπορώ. Κάθε φορά που κάποιος μου ζητά να τον φωτογραφίσω με το κινητό του, νιώθω αμήχανα. Είναι σαν να μου ζητά να χρησιμοποιήσω ένα εργαλείο που δεν ξέρω πραγματικά.

Είναι παράξενο, γιατί στην υπόλοιπη ζωή μου δυσκολεύομαι αφάνταστα να πάρω αποφάσεις. Αν με βάλεις να διαλέξω ανάμεσα σε δύο σχεδόν ίδια αντικείμενα, μπορεί να περάσουν ώρες μέχρι να αποφασίσω. Στη φωτογραφία όμως όλα είναι ξεκάθαρα. Ξέρω αμέσως πότε θα σηκώσω τη μηχανή, ποιες φωτογραφίες θα κρατήσω και ότι θα είναι ασπρόμαυρες. Εκεί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία.

 Το ανείπωτο μοιάζει να διατρέχει τις εικόνες σας. Πιστεύετε ότι όσα δεν λέγονται μπορούν να αφηγηθούν περισσότερα από τον λόγο;

Για μένα ναι. Πιστεύω ότι πολλές φορές όσα δεν λέγονται αφηγούνται περισσότερα από τον λόγο. Ίσως γιατί αφήνουν χώρο σε εκείνον που κοιτάζει μια εικόνα να συμπληρώσει τα δικά του κομμάτια και να δημιουργήσει τη δική του ιστορία. Αυτό πάντα μου άρεσε.

Από μικρή με γοήτευαν οι πίνακες του βικτωριανού ρομαντισμού. Τα δάση, τα κάστρα, οι νεράιδες, οι μυστηριώδεις μορφές. Καθόμουν και τους κοιτούσα με τις ώρες, φτιάχνοντας στο μυαλό μου ιστορίες που δεν υπήρχαν μέσα στον ίδιο τον πίνακα. Ίσως γι' αυτό μου αρέσει και σήμερα μια εικόνα να μην εξηγεί τα πάντα. Να αφήνει χώρο στη φαντασία.

Ζείτε και δημιουργείτε στη Σύρο. Με ποιους τρόπους το νησιωτικό τοπίο, ακόμη κι όταν δεν εμφανίζεται άμεσα στις φωτογραφίες σας, επηρεάζει τη ματιά σας;

Η επιστροφή στη Σύρο ήταν ίσως η καλύτερη απόφαση που έχω πάρει τα τελευταία χρόνια. Την πήρα όταν έχασα τον πατέρα μου. Τότε κατάλαβα ότι τίποτα δεν είναι σημαντικότερο από τον χρόνο που περνάμε με τους ανθρώπους που αγαπάμε. Στη δική μου περίπτωση, αυτό σήμαινε να επιστρέψω στην οικογένειά μου.

Σήμερα ζω στο εξοχικό μας, σε ένα μικρό χωριό. Ασχολούμαι με τη φυσική καλλιέργεια, με τα ζώα μας και με το γράψιμο. Αυτός ο τρόπος ζωής άλλαξε τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο και, κατά συνέπεια, διαμόρφωσε εκ νέου τη φωτογραφική μου ματιά.

Η συμμετοχή σας στο πρόγραμμα φιλοξενίας της FUTURES Photography Platform στη Βουδαπέστη άνοιξε νέες κατευθύνσεις στην έρευνά σας γύρω από τη μνήμη και την αιχμαλωσία. Τι κρατήσατε από αυτή την εμπειρία ως δημιουργός;

Ήταν πολύ μεγάλη χαρά και τιμή για μένα να επιλεγώ από το Robert Capa Contemporary Photography Center και το FUTURES Photography για αυτό το residency. Ήταν μια εμπειρία που μου έδωσε πολύ περισσότερα απ' όσα περίμενα.

Μέχρι τότε δούλευα σχεδόν αποκλειστικά με το ένστικτο. Φωτογράφιζα αυτό που με τραβούσε, αυτό που με συγκινούσε. Στη Βουδαπέστη λειτούργησα διαφορετικά. Πήγαινα καθημερινά στον ζωολογικό κήπο για να φωτογραφίσω, αλλά παράλληλα άρχισα να μελετώ συστηματικά την αιχμαλωσία των ζώων και την εξέλιξη των ζωολογικών κήπων. Επισκέφθηκα μουσεία, έκανα έρευνα στη βιβλιοθήκη και μελέτησα ιστορικά κείμενα, με ιδιαίτερη έμφαση στον Ζωολογικό Κήπο της Βουδαπέστης.

Για την τελική παρουσίαση ετοίμασα μια μελέτη βασισμένη σε αυτό το υλικό και στη συνέχεια παρουσίασα τις φωτογραφίες μου. Μέσα από αυτή τη διαδικασία κατάλαβα ότι η ιστορική προσέγγιση με βοήθησε να κατανοήσω βαθύτερα το ίδιο το θέμα που φωτογράφιζα.

Ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο που κράτησα από αυτή την εμπειρία. Ανακάλυψα έναν διαφορετικό τρόπο να δουλεύω. Δεν εγκατέλειψα το ένστικτό μου· απλώς έμαθα ότι μπορεί να γίνει ακόμη πιο δημιουργικό όταν συνοδεύεται από ουσιαστική έρευνα. Είναι ένας τρόπος δουλειάς που θέλω να συνεχίσω και στα επόμενα έργα μου.

Το 2026 εκδώσατε και το πρώτο σας βιβλίο διηγημάτων. Πώς επικοινωνούν μέσα σας η συγγραφή και η φωτογραφία; Ξεκινούν από την ίδια εσωτερική ανάγκη;

Η συγγραφή προηγήθηκε της φωτογραφίας. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έγραφα. Δεν το σκεφτόμουν ως τρόπο έκφρασης. Ήταν κάτι απολύτως φυσικό για μένα. Είχα πάντα ιστορίες στο μυαλό μου και ένιωθα την ανάγκη να τις γράψω.

Νομίζω ότι αυτό είναι που συνδέει μέχρι σήμερα τη συγγραφή με τη φωτογραφία. Δεν ξεκινώ από μια ιδέα που έχω σχεδιάσει. Γράφω αυτό που νιώθω και φωτογραφίζω αυτό που με καλεί.

Η φωτογραφία ήρθε αργότερα, σε μια περίοδο που η συγγραφή συνάντησε πολλές απορρίψεις. Αντί να σταματήσω να γράφω, βρήκα έναν άλλο δρόμο. Η φωτογραφία έγινε μια δεύτερη γλώσσα. Δεν ήρθε να αντικαταστήσει τη συγγραφή· ήρθε να σταθεί δίπλα της.

Στο έργο σας επανέρχονται οι έννοιες του αόρατου, του άλυτου και του ανείπωτου. Είναι για εσάς η φωτογραφία ένας τρόπος αποκάλυψης ή, αντίθετα, ένας τρόπος να διατηρούνται τα μυστήρια ζωντανά;

Σίγουρα το δεύτερο. Δεν με ενδιαφέρει η φωτογραφία ως μέσο αποκάλυψης. Αντίθετα, μου αρέσει να διατηρούνται τα μυστήρια ζωντανά.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν γράφω. Από παιδί αγαπούσα τις ιστορίες που ξεκινούσαν με ένα μυστήριο. Μου άρεσε να ακολουθώ τα ίχνη του και να φτάνω σιγά σιγά στην αποκάλυψη. Ίσως γι' αυτό και στις φωτογραφίες μου δεν θέλω να εξηγούνται όλα από την πρώτη ματιά.

Μου αρέσει μια εικόνα να αφήνει ερωτήματα, να δημιουργεί την ανάγκη να σταθείς λίγο περισσότερο απέναντί της. Δεν αισθάνομαι ότι οφείλω να δώσω όλες τις απαντήσεις. Νομίζω ότι πολλές φορές η δύναμη μιας εικόνας βρίσκεται ακριβώς σε αυτό που επιλέγει να μην αποκαλύψει.

Σε μια εποχή όπου η εικόνα καταναλώνεται γρήγορα και μαζικά, εσείς δημιουργείτε έργα που απαιτούν αργή παρατήρηση και εσωτερική συμμετοχή. Πώς βλέπετε τη σχέση του σύγχρονου θεατή με αυτού του είδους τη φωτογραφία;

Έχω επίγνωση ότι ο τρόπος με τον οποίο δουλεύω δεν είναι αυτός που κυριαρχεί σήμερα στη σύγχρονη καλλιτεχνική φωτογραφία.

Μου αρέσει η κλασική φωτογραφία. Μου αρέσουν τα καθαρά κάδρα, το ασπρόμαυρο και η απλότητα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να στηρίξω μια φωτογραφία σε πειραματισμούς, πολύπλοκες κατασκευές ή θεωρητικά κείμενα.

Γνωρίζω ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης καλλιτεχνικής φωτογραφίας δίνει μεγάλη βαρύτητα στο θεωρητικό πλαίσιο που συνοδεύει το έργο. Το κατανοώ και το σέβομαι. Απλώς δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο θέλω να εκφραστώ.

Προτιμώ να παραμείνω πιστή σε αυτό που με εκφράζει, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι ο δρόμος μου είναι πιο δύσκολος ή λιγότερο εμπορικός. Δεν θα άλλαζα τον τρόπο που φωτογραφίζω μόνο και μόνο για να γίνει πιο εύκολα αποδεκτός.

Αν το The Blue Land είναι, όπως λέτε, «ο τόπος που κατασκευάσατε για να υπάρχετε», ποιον τόπο θα θέλατε να ανακαλύψει ο θεατής μέσα από αυτό το ταξίδι και τι ελπίζετε να πάρει μαζί του φεύγοντας από τις εικόνες σας;

Δεν θα ήθελα ο θεατής να ανακαλύψει τον δικό μου τόπο. Θα ήθελα να ανακαλύψει τον δικό του. Αν το The Blue Land μπορέσει να γίνει για λίγο και για κάποιον άλλον ένα ασφαλές καταφύγιο, όπως υπήρξε για μένα, τότε θα αισθανθώ ότι αυτές οι εικόνες βρήκαν πραγματικά τον προορισμό τους.

Λίγα λόγια για την Ελένη Ονάσογλου

Η Ελένη Ονάσογλου είναι φωτογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Σύρο, όπου ζει και εργάζεται. Το έργο της διερευνά τη μνήμη, το κατασκευασμένο παρελθόν και την εύθραυστη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη παρουσία και τον φυσικό κόσμο. Μέσα από μια λιτή ασπρόμαυρη φωτογραφική γλώσσα, εστιάζει στη σιωπή, στο σκοτάδι, στην απουσία και στα ίχνη όσων παραμένουν αόρατα ή άλυτα.

Έχει παρουσιάσει το έργο της σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 2026 συμμετείχε στο πρόγραμμα φιλοξενίας (Residency) της FUTURES Photography Platform στη Βουδαπέστη, σε συνεργασία με το Robert Capa Contemporary Photography Center, με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου συνέχισε τη φωτογραφική της έρευνα γύρω από τη μνήμη, την αιχμαλωσία και τη συναισθηματική σχέση ανθρώπων και ζώων.

Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός το πρώτο της βιβλίο διηγημάτων, «Το Πείραμα του Αστεριού και άλλα διηγήματα», επεκτείνοντας τον φωτογραφικό της κόσμο στη λογοτεχνία. Η πιο πρόσφατη φωτογραφική της εργασία, «The Blue Land — Before the Light Falls», επιλέχθηκε ως εικαστική σκηνογραφία για τη συναυλία Kind of Blue, αφιέρωμα στον Miles Davis, στις 13 Αυγούστου 2026, στο Time in Jazz Festival στη Σαρδηνία.