- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η Δήμητρα Γαλάνη συναντά τη Μαριανίνα Κριεζή
Η παράσταση «Ακόμα κι αν φύγεις…», το χιούμορ, η ποίηση και η ευαισθησία της Μαριανίνας Κριεζή, τα social media και το φαινόμενο Μαζωνάκη που «ήτανε μαγκάκι καλό».
H Μαριανίνα Κριεζή έμοιαζε να ανήκει λίγο περισσότερο στον κόσμο που επινοούσε παρά σ’ εκείνον που την περιέβαλλε. Γεννημένη στην Αθήνα το 1947, με καταγωγή από την Ύδρα, και μεγαλωμένη στο Ψυχικό, έφερε εκείνη τη διακριτική αστική ευγένεια που δεν χρειαζόταν ποτέ να υψώσει τη φωνή της. Ήταν λιγομίλητη, μάλλον μοναχική, λίγο αστεία και λίγο φευγάτη, επιλεκτική με τους ανθρώπους της· κι όμως, μέσα στο κεφάλι της φαίνεται πως γινόταν διαρκώς μια μικρή γιορτή. Με σουρεαλιστικό χιούμορ, ρομαντισμό, παιδικότητα και μια ποιητική αύρα που κάπου μακριά θύμιζε Ελύτη, έγραψε στίχους με δύναμη, τρέλα και απρόσμενες ομοιοκαταληξίες.
Και ύστερα ήταν, βέβαια, η «Λιλιπούπολη»: εκείνος ο μαγικός ραδιοφωνικός τόπος όπου τα παιδιά μπορούσαν να αισθανθούν για λίγο μεγάλοι και οι μεγάλοι, ευτυχώς, πάλι παιδιά. Η Κριεζή είχε αυτό το σπάνιο χάρισμα να βρίσκει ποίηση στα ασήμαντα, να μετατρέπει την καθημερινότητα σε παιχνίδι και τη γλώσσα σε έναν μικρό γυάλινο κόσμο γεμάτο εκπλήξεις.
Και κάπως έτσι, ακολουθώντας αυτόν τον καθαρό αέρα που άφησε πίσω της η Μαριανίνα, συναντήσαμε τη Δήμητρα Γαλάνη, που μίλησε για εκείνη τη σχεδόν ανεξήγητη συγγένεια που είχε μαζί της αλλά και για τη σκληρή καθημερινότητα, την ευαισθησία που υπάρχει ακόμα, τον Γιώργο Μαζωνάκη, τον Κιθ Ρίτσαρντς, τους διαδικτυακούς της φίλους, το σπίτι της στη Νάξο.
Η Δήμητρα Γαλάνη μιλάει στην ATHENS VOICE
― Σε βρίσκουμε να ξεκινάς το φθινόπωρο με αυτό το ωραίο αφιέρωμα στη Μαριανίνα Κριεζή. Μίλησέ μου γι’ αυτή την ιδέα. Υπάρχει κάποια δραματουργική σχέση που ενώνει τα τραγούδια της βραδιάς;
Έχω την ευτυχία να συνεργάζομαι με εξαιρετικά δημιουργικούς ανθρώπους για την ολοκλήρωση αυτής της προσπάθειας: την Ειρήνη Βιανέλη, που κάνει τα animation, τη Λίλα Σωτηρίου ως art director, τη μοναδική Ελευθερία Ντεκώ στους φωτισμούς, την Κατερίνα Πετσατώδη, που έχει τη σκηνοθετική επιμέλεια, και το ανθρώπινο δυναμικό της ΕΛΣ, που μας παρέχει τα πάντα. Και θέλω για άλλη μια φορά, μέσα απ’ την καρδιά μου, να ευχαριστήσω δημόσια γι’ αυτό τον Γιώργο Κουμεντάκη. Πρόκειται λοιπόν για μια σειρά 23 τραγουδιών που επέλεξα μέσα από τα πολλά που έχει κάνει η Μαριανίνα, η οποία έχει αρχή, μέση και τέλος. Το ένα τραγούδι φέρνει το άλλο με έναν τρόπο που θυμίζει προσωπική αφήγηση, ενώ υπάρχει και μια πολύ ενδιαφέρουσα εικαστική παρέμβαση: ωραία animation που παίζουν πίσω από τα τραγούδια και τα συνδέουν, διατρέχοντας έτσι όλη την πορεία της Μαριανίνας και τον θαυμαστό της κόσμο.
Τα πρώτα πρόσωπα που σκέφτηκα για να μοιραστώ τη σκηνή σ’ αυτό το αφιέρωμα ήταν η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Γιάννης Παλαμίδας, τους οποίους εκτιμώ και σέβομαι πολύ, και που, βέβαια, είχαν ερμηνεύσει το «Σαμποτάζ», αυτή τη μεγάλη στιγμή της συνεργασίας της Μαριανίνας με τη Λένα Πλάτωνος.
Έχω γράψει κι εγώ τραγούδια μαζί της. Αυτό είναι ένα υλικό το οποίο το συγκεντρώνω και το ξαναβλέπω με διαφορετικές ενορχηστρωτικές προσεγγίσεις.
Επίσης μαζί μας θα είναι η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ υπό τη διεύθυνση της κ. Πιτσιάκου, και βέβαια μια πολύ ωραία ορχήστρα –η υπέροχη μπάντα με την οποία παίζω συνήθως– και ένα εκπληκτικό κουαρτέτο εγχόρδων. Όλοι τους εξαιρετικοί σολίστες, με επικεφαλής τον Σεραφείμ Γιαννακόπουλο και τον Αντώνη Σουσάμογλου αντίστοιχα. Το αποτέλεσμα αυτής της ομάδας μπορώ να πω ότι αναδεικνύει σε απόλυτο βαθμό όλα τα χρώματα, ακόμα και τις πιο λεπτές αποχρώσεις, που έχει ο λόγος της Μαριανίνας Κριεζή.
― Αν και είχατε κάνει μαζί το άλμπουμ «Το σ’ αγαπώ μπορεί», όπου δούλεψες πάνω σε στίχους της, έχεις πει ότι δεν ήσασταν στενές φίλες, αλλά ένιωθες μάλλον μια ανεξήγητη συγγένεια μαζί της. Τι θυμάσαι από εκείνη τη συνεργασία;
Η Μαριανίνα ήταν σχετικά μοναχικός άνθρωπος, χωρίς ιδιαίτερη κοινωνικότητα, με την εξαίρεση ορισμένων προσώπων που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή της, όπως, ας πούμε, η Άννα Παναγιωτοπούλου, πραγματική της φίλη και συντροφιά της χρόνια. Και άλλοι άνθρωποι, νεότεροι, στιχουργοί, καλλιτέχνες αλλά και εκτός χώρου. Έχω την εντύπωση πως διάλεγε κάποιους ανθρώπους και δενόταν συναισθηματικά μ’ έναν τρόπο δικό της. Εγώ, από την πρώτη στιγμή που τη διάβασα και την άκουσα, αισθάνθηκα μια «συγγένεια», που μάλλον είχε να κάνει με αυτή τη βαθιά αστική ευγένεια που είχε η ίδια και ο λόγος της. Η Μαριανίνα είχε επίσης φοβερό χιούμορ! Εκ του σύνεγγυς δουλέψαμε μια-δυο φορές και μετά περισσότερο ανταλλάσσαμε SMS, mail και ατέλειωτα τηλεφωνήματα. Το να κάνω το αφιέρωμα στη Μαριανίνα μού ήρθε έτσι, σαν φλασιά, ενώ βρισκόμουν για συναυλία στην Εύβοια. Εκεί ένιωσα ότι έπρεπε να το κάνω, σαν μια βαθύτατη υποχρέωσή μου, δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώτικα και δεν θέλω να το ορίσω, μου αρέσει που είναι έτσι «αιθερικό» όλο αυτό όπως ήταν και η ίδια.
― Πιστεύεις ότι υπάρχει αυτή η ευαισθησία πια στη σημερινή εποχή;
Ναι, πιστεύω ότι υπάρχει, απλά είναι τέτοιος ο θόρυβος της μετριότητας και της κακογουστιάς, που την πνίγει, τη σκεπάζει την ευαισθησία. Όμως ξέρω ότι δεν χάνεται, είναι μέσα μας και εκδηλώνεται σε κάτι απίθανες στιγμές. Πιστεύω πάντα ότι οι νεότερες γενιές είναι πιο παρθενικές ψυχές για να τη νιώσουν. Πάντως την έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Ασχολούμαστε με πράγματα που μας γειώνουν πάρα πολύ άσχημα και μας κατεβάζουν πάρα πολύ χαμηλά. Έχω μια αίσθηση σαν να σερνόμαστε σε λασπόνερα. Κι όταν ξαφνικά περνά ένας αέρας δημιουργίας σαν αυτόν της Μαριανίνας, καθαρίζει το τοπίο… Γενικότερα νομίζω ότι το κάνει αυτό η τέχνη όταν είναι ουσιαστική και αληθινή.
― Η Παυλίνα Βουλγαράκη σε έχει αποκαλέσει «μέντορα», και όλοι ξέρουμε ότι ανοίγεις χώρο στους νεότερους με διάφορους τρόπους, δεν δίνεις απλώς συμβουλές, γίνεσαι περισσότερο συνοδοιπόρος τους. Πώς νιώθεις γι’ αυτό;
Η αγαπημένη μου η Παυλίνα να’ ναι πάντα καλά και την ευχαριστώ, αλλά μέντορας… Κάπως βαριά κουβέντα είναι για μένα αυτό. Εγώ αισθάνομαι ότι μοιράζομαι με νέους ανθρώπους και ξαναβλέπω πράγματα που έχω ίσως δει, αλλά αυτή τη φορά μέσα από τα μάτια τους. Σαν να ξανακάνω βόλτες στη ζωή μου και στο υλικό με το οποίο έχω ασχοληθεί όλα αυτά τα χρόνια. Γι’ αυτό και όλοι μου οι συνεργάτες είναι νέοι άνθρωποι. Τώρα, όσον αφορά το θέμα της ηλικίας, έχω πραγματικά μεγαλώσει πια, αλλά θυμάμαι πάντα μια εκπομπή που είχα δει, όπου μιλούσε ο Κιθ Ρίτσαρντς, σε μεγάλη ηλικία πλέον, και κάπου προς το τέλος, σε σχετική ερώτηση, με ένα μικρό κόμπιασμα απάντησε στον δημοσιογράφο «Κοιτάξτε, δεν έχω την αίσθηση ότι μεγαλώνω, αισθάνομαι ότι απλώς εξελίσσομαι». Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έχουν δημιουργικότητα και πάθος με αυτό που κάνουν, μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους, βρίσκονται σε μια διαρκή εξέλιξη. Τώρα το πώς θα σε αποκαλούν οι άλλοι δεν σε απασχολεί ιδιαίτερα. Είναι πολύ γλυκό, πάρα πολύ τρυφερό, πολύ συγκινητικό, ναι, σε τιμά, αλλά εσύ συνεχίζεις να βλέπεις στο τώρα και μπροστά. Τελειώνεις το ένα και πας για το άλλο. Έτυχε να γνωρίσω ανθρώπους σαν τον Νίκο Γκάτσο, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Τσιτσάνη, κι έχω να σου πω πως αυτά τα πρόσωπα τα ιερά, ας πούμε, δεν είχαν ποτέ την αίσθηση του μέντορα οι ίδιοι. Ήταν απλώς απολύτως προσηλωμένοι στο έργο τους.
― Δήμητρα, μια ερώτηση σχετικά με τον Γιώργο Μαζωνάκη είναι αναπόφευκτη…
Έγινε τόσος θόρυβος γύρω από αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν αυθεντικός, καθαρός, καθαρή ψυχή. Και… δεν έχω λόγια… δεν ξέρω… Με όλο αυτό που γίνεται δεν μπορεί ούτε να ησυχάσει ο άνθρωπος ή και όποιος τον αγαπάει να πάει να του αφήσει ένα λουλούδι. Πρόκειται για μια αθλιότητα, ή μάλλον ακόμα μία… Είμαστε στη χώρα του «πάμε κι όπου βγει», δεν λειτουργεί τίποτα, ασυδοσία και ανευθυνότητα μαζί με ατιμωρησία… Είναι στον αυτόματο όλα. Στα social media, σε όλα τα media θα έλεγα, γινόταν μια αντιπαράθεση μεταξύ έντεχνου και λαϊκού, για το πώς θα πενθήσεις, με ποιον τρόπο έχεις δικαίωμα να το κάνεις… Ας επιτρέψουν στον κάθε άνθρωπο, στον λαό που τον αγάπησε, να τον θυμάται όπως θέλει, γιατί ο Γιώργος ήτανε μαγκάκι καλό. Πάντα τον θυμάμαι με αγάπη. Είχαμε συναντηθεί επαγγελματικά στα «Υπέροχα πλάσματα» της Μυρτώς Κοντοβά και είχαμε γελάσει πάρα πολύ. Ήξερε ότι τον αγαπούσα, κι όποτε συναντιόμασταν, ανταλλάσσαμε δυο γλυκές κουβέντες.
― Στα κοινωνικά δίκτυα ξέρω ότι έχεις παρουσία…
Ναι, έχω λογαριασμούς, αλλά δεν με απασχολούν τόσο τα social media, τα έχω μόνο για να μαθαίνω τα νέα. Ενημερώνομαι για το τι συμβαίνει από το Twitter και από το YouTube. Τα άλλα πρέπει να υπάρχουν λόγω της δουλειάς μου. Κοίταξε να δεις, εγώ μπήκα στην ιστορία της τεχνολογίας σχετικά νωρίς κι έφτιαξα ένα site εκεί στις αρχές του ’90, που λειτουργούσε ως μέσο κοινωνικής δικτύωσης πριν δημιουργηθούν το Facebook και όλα αυτά. Δηλαδή είχε forum, κάναμε chat ζωντανό με φίλους που μπαίναν και τα λέγαμε σχεδόν μία φορά την εβδομάδα. Νέοι άνθρωποι, όχι του τύπου fan club και τέτοια. Συζητούσαμε για τα πάντα, για την τέχνη, την πολιτική, την κοινωνία, την ποίηση, το θέατρο, τον κινηματογράφο, και είχαμε αναπτύξει έναν πάρα πολύ ωραίο μικρόκοσμο εκεί. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά κάνανε σοβαρή καριέρα και πορεία στη ζωή τους και ως μουσικοί και ως επιστήμονες. Επιδίωξα και τους γνώρισα όλους – γιατί ήταν μια μικρή ομάδα, γύρω στα 30-40 άτομα. Τους κάλεσα, λοιπόν, έπειτα από κάποιους μήνες που τα λέγαμε και πήγαμε για φαγητό στο Mamaca’s, για να γνωριστούμε, να δούμε και την πραγματική, την «αναλογική» μας υπόσταση. Και κάναμε και πολύ γερές φιλίες.
― Δήμητρα, νιώθεις ποτέ να καταπιέζεσαι από το ότι πρέπει ως καλλιτέχνης να έχεις δημόσια άποψη για τα πάντα, ότι οφείλεις να μιλήσεις; Αναζητάς καθόλου τη σιωπή;
Δεν μπορώ να μιλάω για τα πάντα, γιατί δεν μπορώ να έχω άποψη για τα πάντα. Όσο περνάει απ’ το χέρι μου, το αποφεύγω, αν και είναι πολλά τα χρόνια που είμαι στη συνείδηση του κόσμου και αναζητούν τη γνώμη μου… Οπότε ναι, μιλώ κατά καιρούς, για θέματα για τα οποία μπορώ να εκφέρω κάποια άποψη και να είναι χρήσιμη. Γιατί, το να έχεις απλά άποψη δεν λέει κάτι – everybody has one. Το να είναι χρήσιμη άποψη, όμως, είναι σημαντικό. Ιδιαίτερα μ’ ενδιαφέρει, όταν πρέπει να απευθυνθώ σε νεότερους ανθρώπους, το να μπορέσω ίσως μέσα από τις εμπειρίες μου να τους ανοίξω μια πόρτα, μήπως δουν κάτι που θα τους είναι χρήσιμο. Κι όποτε αισθάνομαι ότι μπορώ, αν έχω μέσα στο κεφάλι μου και στην ψυχή μου κάτι ήσυχο, θα το πω.
― Πώς είναι μια πραγματικά καλή μέρα σου όταν δεν υπάρχει πρόβα, στούντιο, σκηνή; Τι χρειάζεσαι σήμερα για να ξαναβρίσκεις την ησυχία σου;
Να είμαι στο σπίτι μου με τους ανθρώπους που λατρεύω και που είναι κοντά μου. Με ένα ωραίο βιβλίο και ωραία μουσική. Διαβάζω τέσσερα ή και πέντε βιβλία μαζί. Τρέλα με το διάβασμα… Σε θέατρα, συναυλίες πάω λιγότερο τώρα πια. Είμαι σαν τα γατιά, δεν μου αρέσουν πια οι πολλές μετακινήσεις. Απολαμβάνω πάρα πολύ τη Νάξο, όπου έχω ένα σπίτι και καλούς φίλους, και πάω όσο συχνότερα μπορώ. Έχω όμως γενικά μια αίσθηση ότι… δεν περνάμε καλά, Γιάννη. Είναι αποτυπωμένο στους ανθρώπους. Στις κινήσεις τους, στον τρόπο που μιλούν, στον τρόπο που κοιτούν. Δεν περνάει καλά ο κόσμος, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Σε μια πόλη όπου θα έπρεπε να ζουν το μάξιμουμ 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν σχεδόν 6 εκατομμύρια. Αυτοί που τρέχουν την ιστορία έχουν κάνει τα πάντα για να την καταστρέψουν. Κανείς δεν είναι ευχαριστημένος. Εκτός από κάτι περίεργους τύπους που βγαίνουν στα ΜΜΕ και λένε πόσο καλά είναι όλα. Δεν περνάει καλά ο κόσμος. Και το βλέπεις αυτό, ιδιαίτερα όταν έχεις επαφή μαζί του. Τη βλέπεις την ανάγκη του. Τον χειμώνα, που δουλεύαμε με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, τον Βασίλη Προδρόμου και την Εστουδιαντίνα στο VOX, ήταν απίστευτο αυτό που μας έδινε ο κόσμος κι αυτό που έπαιρνε από εμάς. Ήταν σαν να θέλαμε να αγκαλιαστούμε όλοι μαζί και ν’ αρχίσουμε να κλαίμε από χαρά. Για το ότι μπορούμε και τραγουδάμε ακόμα.
***
Εντάξει, η Δήμητρα Γαλάνη πάντα έτσι ήταν, σ’ αυτή τη συχνότητα. Η δουλειά της, οι συναυλίες της, πάντα το είχαν αυτό. Δημιουργεί συναισθηματική συμμετοχή το να την παρακολουθεί κανείς. Κι αυτό ίσως να είναι και το κοινό σημείο με τη συναυλία στη Λυρική, με τα τραγούδια της Μαριανίνας.
INFO
Σ’ αυτό το κορίτσι, που έφυγε νωρίς, η Εθνική Λυρική Σκηνή αφιερώνει τέσσερις βραδιές με τίτλο «Ακόμα κι αν φύγεις…», στις 1, 3, 4 και 7 Οκτωβρίου, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος στο ΚΠΙΣΝ. Τη σύλληψη και καλλιτεχνική επιμέλεια έχει η Δήμητρα Γαλάνη, τη σκηνοθετική επιμέλεια η Κατερίνα Πετσατώδη, ενώ ερμηνεύουν η Δήμητρα Γαλάνη, η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Γιάννης Παλαμίδας, μαζί με μουσικό σύνολο και την Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ.