Ταξιδια

Διακοπές στη Βόρεια Εύβοια: Στη Μονή του Αγίου Γεωργίου με Ουκρανούς προσκυνητές

Μια απρόσμενη συνάντηση με ανθρώπους που κουβαλούν τον πόλεμο μέσα τους και αναζητούν παρηγοριά στην προσευχή
Δήμητρα Γκρους
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Βόρεια Εύβοια: Στη Μονή του Αγίου Γεωργίου, μισή ώρα από τις Ροβιές, συγκλονιστική θέα και ιστορίες από τον πόλεμο

Το αυτοκίνητο ανεβαίνει τον φιδωτό δρόμο που σκαρφαλώνει στις πλαγιές του όρους Τελέθριου. Οι στροφές διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ δεξιά ο γκρεμός χάνεται, όσο φτάνει το βλέμμα, στη θάλασσα. Πίσω μας, τα σπίτια από τα Ήλια, το μικρό παραθαλάσσιο ψαροχώρι με το οποίο συνδέεται η μονή και το οποίο θα επισκεφθούμε στην επιστροφή, μικραίνουν όλο και περισσότερο.

Από τη βάση μας στις Ροβιές, η Μονή του Αγίου Γεωργίου απέχει μόλις μισή ώρα, σε υψόμετρο περίπου 400 μέτρων. «Δεν γίνεται να φύγετε από τη Βόρεια Εύβοια χωρίς να την επισκεφθείτε», μας είχαν πει. «Είναι ένας τόπος μοναδικής ομορφιάς». Και είχαν δίκιο.

Δεν χρειάζεται να είσαι πιστός για να αισθανθείς την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα αυτού του τόπου. Η ίδια η διαδρομή σε προετοιμάζει. Η επιβλητική φύση, τα κατάφυτα βουνά, η αίσθηση ότι ανεβαίνεις όλο και πιο ψηλά σε βάζουν σε μια διάθεση περισυλλογής. Και έπειτα, η θέα. Σε κάθε στροφή ανοίγεται μπροστά σου ένα διαφορετικό τοπίο, μέχρι που, ψάχνοντας με το βλέμμα τις απέναντι πλαγιές, διακρίνεις τη μονή: ένα μικρό στολίδι κρυμμένο στο βουνό, με τα κεραμιδένια κτίσματα, τα καμπαναριά και τις περίτεχνες στέγες να ξεχωρίζουν μέσα στο πράσινο.

Η Μονή του Αγίου Γεωργίου όπως διακρίνεται στην απέναντι πλαγιά του βουνού

Η ιστορία της Μονής του Αγίου Γεωργίου χάνεται στα βάθη των αιώνων. Στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα, σύμφωνα με την παράδοση και τις ιστορικές αναφορές, υπήρχε στην αρχαιότητα το Μαντείο του Σελινούντιου Απόλλωνα, το οποίο φέρεται να επικοινωνούσε με το Μαντείο των Δελφών, ακριβώς απέναντι, στην άλλη πλευρά του Ευβοϊκού.

Η μονή ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα, ενώ το σημερινό καθολικό χτίστηκε στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Στη μακρά πορεία της λεηλατήθηκε και καταστράφηκε τρεις φορές από πυρκαγιές, όμως διατήρησε πολύτιμα κειμήλια και τη μοναδική της φυσιογνωμία. Από το 1970 λειτουργεί ως γυναικεία μονή. Σήμερα ζουν εκεί μόλις τρεις μοναχές, από τις έξι που κατοικούσαν μέχρι πριν από λίγα χρόνια.

Φτάνοντας στη Μονή του Αγίου Γεωργίου, στο όρος Τελέθριον

Όλα αυτά θα τα μαθαίναμε από την ηγουμένη, που μας υποδέχθηκε με μια εγκάρδια φιλοξενία και μια αξιοπρέπεια που απέπνεε πνευματικότητα. Μόνο που, εκείνη τη μέρα, η προσοχή μας δεν θα στεκόταν ούτε στην ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ούτε στην ιστορία της μονής.

Την ώρα που φτάσαμε, κατέφθανε και ένα γκρουπ Ουκρανών προσκυνητών από την Αιδηψό. Η απρόσμενη αυτή συνάντηση έμελλε να δώσει στην επίσκεψή μας μια εντελώς διαφορετική διάσταση.

Στη γαλήνη της μοναστηριακής αυλής

Μέσα στον ναό επικρατεί ημίφως. Παρατηρούμε τα πρόσωπα των αγίων στις εικόνες. Τα χαρακτηριστικά τους ισχνά, αναδύονται μέσα από το σκοτάδι. Ο Άγιος Γεώργιος, καθισμένος στον θρόνο του στο κέντρο του περίτεχνα ξυλόγλυπτου τέμπλου, σαν δαντέλα, μια σπάνια απεικόνιση του αγίου που συνήθως εικονογραφείται έφιππος να σκοτώνει τον δράκο, εδώ ένδοξος μάρτυρας και νικητής της πίστης, μοιάζει να προσκαλεί τον προσκυνητή σε μια στιγμή προσευχής. Στα αριστερά, η μορφή της Παναγίας με το Θείο Βρέφος, συμπληρώνει την κατανυκτική ατμόσφαιρα.

Λίγο αργότερα, μια ομάδα ανθρώπων σιωπηλών, με μια σεβαστική συστολή, εισέρχονται στον ναό. Η νέα γυναίκα που προπορεύεται, στρογγυλοπρόσωπη και με ανοιχτά χαρακτηριστικά, αφού παίρνει την άδεια από τη μοναχή, αρχίζει να μιλά χαμηλόφωνα στα ουκρανικά, εξιστορώντας πιθανότατα την ιστορία της μονής. Καθόμαστε διακριτικά στο πίσω μέρος του ναού, σχεδόν σε στάση προσευχής και παρακολουθούμε.

Χωρίς να το καταλάβουμε, η ατμόσφαιρα βαραίνει από κάτι που ξεπερνά το αίσθημα της πίστης: τον ανθρώπινο πόνο.

Η νέα γυναίκα πλησιάζει την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και αρχίζει να λέει λόγια προσευχής. Στην αρχή η φωνή της είναι σταθερή. Σιγά σιγά σπάει όλο και περισσότερο, ώσπου στο τέλος καταλήγει σε λυγμό. Οι υπόλοιποι στέκονται σιωπηλοί, με σκυμμένα κεφάλια και δακρυσμένα μάτια. Οι γυναίκες φορούν μαντίλια στα μαλλιά σαν πέπλα. Τα παιδιά και οι έφηβοι παραμένουν ακίνητοι, με σταυρωμένα τα χέρια. Οι λιγοστοί άντρες έχουν βλέμματα κουρασμένα. Δεν θυμάμαι άλλη στιγμή που η προσευχή να απέκτησε τόσο απτό νόημα.

Βρίσκω μια στιγμή, μέσα στον ναό, και ρωτώ τη γυναίκα ψιθυριστά τι έλεγαν τα λόγια της. «Προσευχόμασταν για την πατρίδα μας και για τους στρατιώτες μας», μου λέει. «Αφήνουμε τάματα και αναθήματα στον Άγιο, με τα ονόματά τους, για να τους προστατεύει. Για τους ζωντανούς και για τους νεκρούς». Εκεί που εμείς θαυμάζαμε την τεχνοτροπία των εικόνων, εκείνοι άφηναν φακέλλους με φωτογραφίες των αγαπημένων τους, γράμματα, προσευχές.

Βγαίνοντας στον προθάλαμο, ανάβω ένα κεράκι δίπλα σε μια άλλη γυναίκα, που ανάβει και αυτή, με τα μάτια βουρκωμένα. «Slava Ukraini», τολμώ να πω. «Heroiam slava» («Δόξα στους ήρωες»), απαντάει, χωρίς να με κοιτάξει.

Τους ακολουθούμε στις κατακόμβες της μονής, όπου η αρχηγός του γκουπ συνεχίζει την ξενάγηση. Δεν καταλαβαίνουμε τι λέει, αλλά αντιλαμβανόμαστε ότι για εκείνους ο χώρος αυτός, κάτω από τη γη, έχει διαφορετικό νόημα απ’ ό,τι για μας.

«Πίσω στην πατρίδα μας όλη μας η ζωή είναι πια σε κατακόμβες», μου λέει αργότερα, έξω στον περίβολο, η Νατάλια. Έτσι λένε την tour operator από την Ουκρανία, που συνοδεύει το γκρουπ. «Εκεί ζουν τα παιδιά μας εδώ και τέσσερα χρόνια, εκεί κάνουν τα μαθήματά τους. Τα παιδιά έχουν σκληρύνει. Όλοι έχουμε σκληρύνει. Παλιά, όταν άκουγα ότι πέφτουν βόμβες σε άλλες χώρες, μακριά, δεν μπορούσα να το καταλάβω πραγματικά. Τώρα είμαι στο σπίτι μου, ακούω τις σειρήνες καθημερινά, και οι βόμβες πέφτουν στη δική μας γειτονιά».

Κάθε τόσο τα μάτια της πάνε να βουρκώσουν. Η φωνή της μένει σταθερή.

Τα ταξίδια που διοργανώνουν με το γραφείο της πια έχουν προσκυνηματικό χαρακτήρα. Μου εξηγεί πως πολλοί Ουκρανοί έρχονται στην Αιδηψό όχι για λουτροθεραπεία, αλλά για να επισκεφθούν το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. «Δεν πονάμε στο σώμα», μου λέει. «Πονάμε στην ψυχή. Ερχόμαστε εδώ για να νιώσουμε για λίγο ασφαλείς, μια που δεν υπάρχουν Ρώσοι. Έχουμε ανάγκη από παρηγοριά. Να ησυχάσει λίγο η ψυχή μας, να προσευχηθούμε. Πουθενά, ούτε στους Αγίους Τόπους, δεν έχω νιώσει αυτή την ενέργεια που αισθανόμαστε εδώ, στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου».

Πηγαίνουν επίσης στη Μονή του Οσίου Δαυίδ, ακριβώς πάνω από τις Ροβιές, και στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο, στο Προκόπι. Δεν το γνώριζα: ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος γεννήθηκε στη σημερινή Ουκρανία.

Υποθέτω ότι η πίστη τους έχει δυναμώσει μετά τη ρωσική εισβολή. Χαμογελά αμυδρά όταν της το λέω. «Όταν δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο, προσεύχεσαι. Σηκώνεις το κεφάλι ψηλά και λες μόνο: “Θεέ μου, βοήθησέ με”». Σταματά για λίγο. «Είδες τι έγινε χθες;» Καταλαβαίνω αμέσως.

Αναφέρεται στην πολύτεκνη οικογένεια που ξεκληρίστηκε από τις ρωσικές βόμβες, μαζί με δεκάδες ακόμη ανθρώπους. Φυσικά και το είχα δει. Οι φίλοι μου στο Facebook είχαν γεμίσει το timeline μου με τη φωτογραφία της οικογένειας. Της δείχνω τη φωτογραφία που έχω αποθηκευμένη στο κινητό, και το σχόλιο που έκανα στην ανάρτηση του Κυριάκου: «Τόσες ζωές μεγαλωμένες, για να χαθούν τόσο άδικα». Συντριβή. Όλοι νεκροί.

Διαβάζουμε τα ονόματα. Οι γονείς, ο Άρτεμ, 47 ετών, και η Ολίνα, 41. Τα παιδιά τους: ο Μάρκο, η Ντομίνικα, η Βικτώρια, ο Ζαχαρίας, ο Ηλίας, η Φρεντερίκα, η Εμιλία. Μια ολόκληρη πολυμελής οικογένεια που χάθηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Μόνος επιζών ο μεγάλος γιος που πολεμούσε στο μέτωπο. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και το μόλις ενός έτους παιδί του.

Το πρόσωπό της σαν να μαλακώνει όταν καταλαβαίνει ότι γνωρίζω τις τραγωδίες στη χώρα της. Και πάλι, όμως, για λίγη ώρα δεν βρίσκουμε λόγια.

Πιάνω κουβέντα με μια ακόμη γυναίκα του γκρουπ. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ζει με την οικογένειά της σε μια μικρή πόλη έξω από το Μιλάνο. Και τότε γιατί κλαίει; «Ο γιος μου γύρισε πίσω στην Ουκρανία», μου λέει. «Πήγε να πολεμήσει. Δεν έχω νέα του. Προσεύχομαι να είναι καλά». Ακούγοντάς τη συνειδητοποιώ ότι σχεδόν κάθε άνθρωπος γύρω μου κουβαλά μια ιστορία. Κάποια έχει χάσει έναν συγγενή, κάποια άλλη αγωνιά για ένα τηλεφώνημα από το μέτωπο. Ο πόλεμος και οι απώλειες είναι η καθημερινότητά τους.

Όταν τελειώσει η ξενάγηση, δέχονται τα κεράσματα που έχουν ετοιμάσει οι μοναχές στο μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι, κουλουράκια και καφέ, πιάνουν κουβέντα σε πηγαδάκια και θαυμάζουν την υπέροχη θέα από το μπαλκόνι. Δεν μπορείς να μη θαυμάσεις τη συγκλονιστική θέα από εδώ ψηλά. Μια στιγμή ανάπαυλας.

Το φως αρχίζει να πέφτει και οι σκιές μεγαλώνουν. Δεν περνάμε χρόνο στον χώρο με τα παγώνια και τα ελάφια, που συνήθως τραβούν την προσοχή των επισκεπτών. Δεν έχουμε διάθεση. Στο μυαλό μου στριφογυρίζουν τα λόγια της ηγουμένης, με την ήρεμη, αγέρωχη φωνή της, για την παρακμή που βλέπει γύρω της, για την κρίση του μοναχισμού, για το πόσο δύσκολο είναι σήμερα οι άνθρωποι να αφιερωθούν σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.

«Οι άνθρωποι δεν έχουν πια διάθεση για θυσία», είχε πει.
«Όχι οι Ουκρανοί», απάντησα αυθόρμητα. Εκείνοι θυσιάζονται κάθε μέρα, για την πατρίδα τους, για τις οικογένειές τους. Ζουν με την ελπίδα ότι οι δικοί τους θα επιστρέψουν ζωντανοί. Κι ότι η πατρίδα τους θα ελευθερωθεί.

Κατηφορίζοντας, καθώς το αυτοκίνητο παίρνει τον δρόμο της επιστροφής προς τα Ήλια, σκέφτομαι πώς αλλάζει η έννοια ενός ιερού τόπου όταν τον βλέπεις μέσα από τα μάτια ανθρώπων που έχουν χάσει την ασφάλεια της ζωής τους. Η φύση γύρω μας λειτουργεί καταπραϋντικά. Ένα άχρονο τοπίο, που μοιάζει να υπάρχει πριν και μετά τους ανθρώπους, σαν να μη μπορεί να το αγγίξει κανένα κακό. Δεν μου φαίνεται περίεργο ότι κάνουν όλο αυτό τον δρόμο για να έρθουν ως εδώ άνθρωποι κατατρεγμένοι. Μακάρι να πήραν μαζί τους, έστω για μια στιγμή, λίγη από τη γαλήνη αυτού του τόπου.