- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Νέλλη Παππά: «Έζησα τη ζωή μου, την αγάπη του κόσμου, και τώρα απολαμβάνω τις αναμνήσεις»
Νέλλη Παππά: Η αγαπημένη πρωταγωνίστρια, η Φιφίκα του «Μπακαλόγατου», διηγείται τη ζωή της στην ATHENS VOICE
Η Νέλλη Παππά υπήρξε μία από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’60. Μπορεί να συμμετείχε σε περίπου 40 ταινίες και σε πολυάριθμες θεατρικές παραστάσεις, ωστόσο ένας και μόνο ρόλος, αυτός της Φιφίκας στη θρυλική ταινία «Της κακομοίρας», γνωστή ως «Ο μπακαλόγατος», στάθηκε αρκετός ώστε να μείνει ανεξίτηλα στη μνήμη του κοινού.
Σήμερα η Νέλλη Παππά, στα ενενήντα δύο της χρόνια, πάντα περιποιημένη, γλυκιά και με πλήρη διαύγεια, εξακολουθεί να απολαμβάνει την αθηναϊκή άνοιξη στις πολυσύχναστες πλατείες του Παγκρατίου, όπου πίνει τον γαλλικό καφέ της δύο φορές τη μέρα. Με βλέμμα ζωηρό και εγκάρδιο χαμόγελο, κάθεται απέναντί μου κι αρχίζει να ξετυλίγει την ιστορία της.
Νέλλη Παππά: Από τον Βύρωνα στη σκηνή – τα πρώτα βήματα
Οι γονείς μου ήταν Μικρασιάτες. Έχω λοιπόν μνήμες και από εκείνη την εποχή. Μεγαλώσαμε στον Βύρωνα. Η οικογένειά μας ήταν μικρή – ήμασταν τρία παιδιά. Είχα μία αδελφή, η οποία υπήρξε καθοριστική για τη ζωή μου, αλλά έφυγε νωρίς. Με στήριξε ουσιαστικά, ιδιαίτερα όταν ήρθε η στιγμή να δώσω εξετάσεις για να γίνω ηθοποιός. Χωρίς τη βοήθειά της, δύσκολα θα τα είχα καταφέρει.
Η μάνα μου χώρισε όταν ήμασταν μικρά. Τρία παιδιά μεγάλωσε μόνη της. Έραβε. Αλλά όχι μόνο: Δούλευε σε νοσοκομείο, σε εστιατόρια, πήγαινε σε σπίτια, σε μαγαζιά. Ήταν ηρωίδα. Η μητέρα μου ήταν καλή μαγείρισσα, έφτιαχνε μικρασιάτικα και πολίτικα φαγητά, πολύ νόστιμα, ποτέ βαριά. Όλες οι Σμυρνιές ήταν καλές μαγείρισσες, αναβάθμισαν την ελληνική κουζίνα. Τον πρώτο καιρό πεινάσαμε, αλλά δουλεύοντας βγάλαμε λεφτά. Μαζί με τη γιαγιά μου, η μητέρα μου στέκονταν πάντα δίπλα μου, κι έτσι η απουσία πατέρα δεν μου κόστισε. Το όνομά της ήταν Σάρα. Έτσι λένε και την κόρη της αδερφής μου, που σήμερα είναι ο φύλακας-άγγελός μου. Έρχεται από τη Βουλιαγμένη μες στην κίνηση για να μου κάνει τα ψώνια του σούπερ μάρκετ.
Τη γιαγιά την έλεγαν Ουρανία. Μια γιαγιά φοβερή. Δεν με είδε ποτέ στη σκηνή. Το είχαμε κρυφό με τον θείο μου, που είχε σχολή μπαλέτου. Και η μητέρα μου τυχαία το έμαθε, όταν μια μέρα τής είπε κάποιος: «Είδα την κόρη σου σε διαφήμιση». Είχα ξεκινήσει κρυφά μαθήματα χορού και σύντομα η τύχη μού χτύπησε την πόρτα. Ήρθε ένας σκηνοθέτης στη σχολή, με είδε που καθόμουν στην άκρη να ξεκουραστώ και μου είπε: «Εσύ, μ’ αυτό το πρόσωπο, πρέπει να βγεις στο θέατρο». Φοβήθηκα, γιατί η μητέρα μου ήταν αυστηρή, αλλά εκείνος με έστειλε σ’ έναν μακιγιέρ του κινηματογράφου κι από εκεί σε κινηματογραφικό γραφείο. Έτσι έγινε η πρώτη μου ταινία.
Μελέτησα πολύ και τελικά πέτυχα, σε μια χρονιά που δεν τα κατάφεραν όλοι. Με πήρε η κυρία Κατερίνα Ανδρεάδη στο θέατρό της, στην Πατησίων. Κοντά της γνώρισα μεγάλες προσωπικότητες του θεάτρου, που με ενέπνευσαν, με συμβούλεψαν, με καθοδήγησαν στα πρώτα μου βήματα. Με προέτρεπαν, μεταξύ άλλων, να ελέγχω τακτικά –ανά τρεις μήνες– τα ένσημά μου και να προχωρώ με επιμονή. Πολύτιμες συμβουλές! Ένιωσα πολύ προστατευμένη, τόσο ως παιδί όσο και ως ηθοποιός.
Ήμουν χαριτωμένη – όχι μοιραία, αλλά όμορφη και αγαπητή στους γύρω μου. Ο χώρος του θεάτρου με αγκάλιασε από νωρίς: πρωταγωνιστές, σκηνοθέτες και συνεργάτες που με γνώριζαν από μικρή με στήριζαν. Πιστεύω ότι δεν με ζήλεψε καμία, ήμουν χαμηλών τόνων, δεν προκαλούσα. Αυτή η αποδοχή μού έδωσε δύναμη και αυτοπεποίθηση για να συνεχίσω.
Η Φιφίκα και η χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά
Η μεγάλη επιτυχία ήρθε με τον «Μπακαλόγατο». Ο ρόλος της Φιφίκας δεν ήταν εξαρχής δεδομένος. Η ρήξη ανάμεσα στον Χατζηχρήστο και τη Μάρθα Καραγιάννη οδήγησε σε αλλαγές στη διανομή. Πήρα ως αντικαταστάτρια έναν ρόλο που έμελλε να γίνει εμβληματικός. Τα γυρίσματα της ταινίας κράτησαν περίπου έναν μήνα, αλλά η επιτυχία της είναι διαχρονική. Έπαιξα τη Φιφίκα και στο θεατρικό. Παίζονται και σήμερα «Μπακαλόγατοι» στο θέατρο, αλλά ο «Μπακαλόγατος» του Χατζηχρήστου δεν θα ξαναγίνει. Ο Χατζηχρήστος ήταν ευγενής, είχε ήθος, ταλέντο. Λατρεμένος. Κιμπάρης και έξω καρδιά. Με φρόντιζε σαν κόρη του.
Είχαν περάσει δύο χρόνια από τότε που πρωτοβγήκα στη σκηνή όταν βρεθήκαμε σ’ ένα θέατρο με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο. Κάθισε δίπλα μου στο καμαρίνι και μου είπε: «Θα έρθεις μαζί μου βόλτα». «Και πού θα πάμε;» τον ρωτάω. «Θα γυρίσουμε όλη την Ελλάδα, αν θέλεις, έλα μαζί μας». Του είπα πως θα ρωτούσα τη μαμά μου – ήμουν μικρή τότε. Η μητέρα μου ήταν αυστηρή· με ήξερε όμως, ήμουν μαζεμένο παιδί, δεν έδινα δικαιώματα. Ρώτησε ποιοι θα ήταν μαζί μου, της είπα τα ονόματα, φώναξε και μια κυρία από τον θίασο για να βεβαιωθεί, και τελικά με άφησε. Έτσι ξεκίνησα την πρώτη μου μεγάλη περιοδεία και γυρίσαμε όλη την Ελλάδα, πολλούς μήνες, και πέρασα πάρα πολύ ωραία. Ο Παπαγιαννόπουλος ήταν σοβαρός, προστατευτικός, σαν φίλος· μου έλεγε: «Αν είσαι καλό παιδί, θα συνεχίσουμε». Κι εγώ δεν έκανα καμία «βρομιά», δεν πήγαινα πουθενά, μόνο θέατρο και ξενοδοχείο. Ήμουν ήσυχο παιδί, μελετούσα, δεν κολλούσα με τον έναν και με τον άλλον. Ήταν αλλιώς ο κόσμος τότε· οι άνθρωποι είχαν περάσει δυσκολίες. Ήταν φτωχή η Ελλάδα, αλλά τίμια. Κι εμείς αγαπούσαμε τη δουλειά και δεν κάναμε επίδειξη.
Τα γραφεία των παραγωγών ήταν ατην Κάνιγγος· σε ένα μεγάλο κτίριο ήταν όλοι οι κινηματογραφιστές. Πήγα μια μέρα να πάρω έναν φίλο και με είδε ένας παραγωγός, με φώναξε στο γραφείο του και μου πρότεινε να παίξω σε ταινία. Κάναμε γυρίσματα και στο Μον Παρνές – κοσμικό κέντρο τότε.
Έπαιξα με σπουδαίους ηθοποιούς, με όλους σχεδόν· με τον Ρίζο, που τον αγαπούσα πολύ και μου έδινε θάρρος· με τον Χατζηχρήστο, που ήταν τόσο καλό παιδί – θυμάμαι, μου έλεγε «αν σ’ αγγίξει κανείς, να μου το πεις»· με τον Μυράτ –ήταν εκείνος που έκοψε το επώνυμό μου, που ήταν Παπαδοπούλου, σε Παππά, γιατί το έβρισκε μεγάλο, και με βοήθησε να αντιμετωπίσω το παρθενικό άγχος στην πρώτη μου ταινία· με τον Καλλέργη, που μας έκανε μαθήματα υποκριτικής. Έπαιξα και με τη Μάρθα Καραγιάννη, πολύ ταλαντούχα και πολύ καλός άνθρωπος. Μια φορά στη Θεσσαλονίκη, ενώ περιμέναμε για το γύρισμα, κάθισε δίπλα μου και μου είπε: «Είσαι πολύ όμορφο κορίτσι. Να προσέχεις και ν’ ανοίξεις λίγο τη διάθεσή σου, μην είσαι φοβισμένη». Δεν το ξέχασα ποτέ.
Με τη Ρένα Βλαχοπούλου δεν είχαμε σχέσεις· δουλέψαμε στο ίδιο θέατρο, αλλά σε διαφορετικά νούμερα και δεν παίξαμε ποτέ μαζί. Ήταν δύσκολος χαρακτήρας. Ένα βράδυ πήγε στον Μπουρνέλλη και του είπε: «Διάλεξε: ή εγώ ή η Παππά». Με τη Μάρω Κοντού γνωριστήκαμε σε κοινωνική έξοδο, μέσω φίλης, αλλά δεν ήταν ανοιχτό κορίτσι. Η Καρέζη είπε ξεκάθαρα πως δεν με ήθελε· για τη Βουγιουκλάκη ούτε κατά διάνοια. Την Τζένη Ρουσσέα τη γνώρισα κι αυτήν. Είχε καλή καρδιά, αλλά δύσκολη ζωή. Έπαιξα με τη Μέμα Σταθοπούλου – ήταν απερίγραπτα εντυπωσιακή. Με τη Λάσκαρη κάναμε τον «Ίλιγγο» – έκανε πολλές ταινίες, αλλά μόνο με τον Φίνο. «Θα παίξεις με τη Λάσκαρη. Είναι μικρός ρόλος ο δικός σου, αλλά θέλω να τον κάνεις εσύ».
Έγινα πρωταγωνίστρια στο «Ένας μάγκας στα σαλόνια», σε ένα ψαροχώρι, με τον Βόγλη. Ήμουν η μικρή που αγαπούσε, η νησιώτισσα, πριν τον ξελογιάσει η πλούσια. Έπαιξα με τον Κακκαβά – ήταν ζεν πρεμιέ, όπως κι ο Μπάρκουλης. Ήταν φίλοι στη ζωή, αλλά αντίπαλοι στην οθόνη, όλες θέλανε να παίξουν μαζί τους. Τραγούδησα με την καταπληκτική Τζένη Βάνου.
Με ζήτησε ο Καραγιάννης, εξαιρετικός επιχειρηματίας, σκηνοθέτης και παραγωγός. Και πολύ καλός άνθρωπος. Αλλά έπινε. Το έχουν κάποιοι του χώρου μας το χούι με το ουίσκι, όπως και με τα τυχερά παιχνίδια, το καζίνο, τον ιππόδρομο. Κι ο Χατζηχρήστος στο τέλος έπινε πολύ, όταν τον πήρε η κατηφόρα επειδή έχασε όλα του τα χρήματα στις μεγαλοπαραγωγές. Εγώ δεν έχω πιει ποτέ στη ζωή μου. Δούλεψα δεκατέσσερα χρόνια σε κέντρο, πάντα νηφάλια. Μου έλεγε η Τζίνα Βούλγαρη: «Να σε δω να πιεις μια γουλιά ουίσκι κι ας πεθάνω!». Έφτιαχνε η μαμά μου λικέρ και δεν το δοκίμαζα. Ή το έχεις ή δεν το έχεις με το ποτό. Αναρωτιόμουν πάντα πώς το πίνουν αυτό το πράγμα! Τσιγάρο ψευτοκαπνίζω. Πετάω το μισό. Δεν με έχει πειράξει καθόλου, αν και καπνίζω χρόνια.
Στο σανίδι έμεινα σαράντα χρόνια, κάθε χρόνο σε άλλο θέατρο, στην Πανεπιστημίου, στο Ακροπόλ, στο Διάνα, παντού. Έκανα και επιθεώρηση – ωραίο είδος! Θυμάμαι το καμαρίνι μου να γεμίζει λουλούδια από θαυμαστές. Μου έστελναν μπουκέτα με ένα «καλή επιτυχία» στο σημείωμα. Έχω κρατήσει ακόμη δωράκια, κουκλάκια.
Εκείνα τα χρόνια τα κάναμε όλα μονές μας· τα ρούχα τα ράβαμε μόνες μας – για μένα η μάνα μου· το χτένισμα μόνες μας, το έντονο αϊλάινερ κι αυτό μόνη μου το έκανα, δεν είχαμε μακιγιέρ στην αρχή. Έχω φοβερό μαλλί, σαν της μαμάς μου. Βάζω στις άκρες δυο τσιμπιδάκια και γίνονται μπούκλες. Τις κάνεις και μόνη σου και γλυκαίνουν το πρόσωπο!
Η Αθήνα που έζησε και η ζωή πέρα από τη σκηνή
Δούλευα συγχρόνως στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στις μπουάτ. Δούλεψα χρόνια στην Πλάκα τραγουδώντας σε καλοκαιρινά μαγαζιά, έζησα τα ωραία χρόνια της Αθήνας. Θυμάμαι την παλιά Αθήνα, ήταν τόσο όμορφη! Θυμάμαι πόσο εύφορη ήταν η αττική γη κάποτε. Ανέβαινα στο Μαρούσι για φρέσκα σύκα. Τώρα περπατάς και σκουντάς τον άλλον, κίνηση, φασαρία… μπαίνεις σε ταξί και κάνεις ώρες. Τότε ήταν αλλιώς.
Είχα κι έναν μεγάλο έρωτα, έναν σπουδαίο δικηγόρο από τη Θεσσαλονίκη. Μείναμε μαζί πέντε χρόνια, αλλά εκείνος ήθελε γάμο και παιδιά, ενώ εγώ ήμουν τρελαμένη με το θέατρο. «Θα είσαι έγκυος και θα τρέχεις στα μπουλούκια;» μου έλεγε. Μια μέρα πήγε μόνος του σε γυναικολόγο να ρωτήσει γιατί δεν έμενα έγκυος. Όταν το έμαθα, τελείωσαν όλα μέσα μου. Δεν ήθελα παιδιά, δεν το ένιωσα ποτέ.
Δέσποινα είναι το πραγματικό μου όνομα. Γιόρταζα κάθε 15 Αυγούστου, μες στα θέατρα. Τώρα πια τα καλοκαίρια είμαι σε διακοπές. Μένω τρεις μήνες, κάνω μπάνια. Είχα αγοράσει ένα παραθαλάσσιο οικόπεδο για επένδυση, το πούλησα και πήρα το σπίτι μου στην Αθήνα. Αγαπώ το Ναύπλιο και νοικιάζω μπροστά στην αμμουδιά. Ελπίζω να με βοηθήσει ο Θεός να πηγαίνω. Κάνω εξήντα μπάνια τη σεζόν.
Τηλεόραση δεν μπορώ να δω. Την ανοίγω μόνο για ελληνικές ταινίες. Με παίρνει συχνά μια φίλη μου και μου λέει: «Σήμερα βλέπουμε ταινίες». Μου έχουν μείνει από παλιά πέντε φίλες. Πολύ σημαντικό πράγμα η φιλία, όχι μόνο στις μεγαλύτερες ηλικίες. Σε οποιαδήποτε ηλικία είναι μεγάλο στήριγμα, κέρδος για τον άνθρωπο. Ενώ με τους άντρες έχεις μόνο φλερτ. Είχα άντρες θαυμαστές, με κορτάρανε στο Παγκράτι. Αλλά και γυναίκες με σταματούσαν στον δρόμο αποκαλώντας με «Νελάκι». Μέχρι σήμερα ο κόσμος με αναγνωρίζει στον δρόμο και μου μιλάει.
Την έζησα τη ζωή μου –τις επιτυχίες μου, την αγάπη του κόσμου– και τώρα απολαμβάνω τις αναμνήσεις. Ήταν όλα πολύ όμορφα και τα θυμάμαι συνέχεια. Μια ζωή θέατρο, ταινίες, πρόβες, τα καμαρίνια μου που γέμιζαν λουλούδια… Είμαι γερή και λέω πως, όσο κι αν άλλαξαν οι καιροί, εγώ έζησα την ωραία εποχή και καμιά φορά δεν το πιστεύω πως έκανα όλη αυτή την πορεία.
Η Νέλλη Παππά, η αγαπημένη Φιφίκα του «Μπακαλόγατου», διέγραψε μια μακρά πορεία στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στις μπουάτ. Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής της διαδρομής συμμετείχε σε κωμωδίες, δραματικά έργα, ακόμα και σε θρησκευτικές παραγωγές. Από την κλασική κωμωδία «Της κακομοίρας» και το λαϊκότροπο «Ένας μάγκας στα σαλόνια», στο «Είμαι αθώος» (1960) και την επιτυχία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός» (1961), όπου η κωμική της φλέβα βρήκε ιδανική έκφραση στον ρόλο της Λίας.
Το 1963 είναι ιδιαίτερα παραγωγικό έτος για την ηθοποιό, καθώς συμμετέχει στη δραματική ταινία «Ίλιγγος», στην κωμωδία «Ο κόσμος τρελάθηκε», στο «Ο ανηψιός μου ο Μανώλης» ως Νίνα Παπακάτσικα καθώς και στον «Ψευτοθόδωρο» στον ρόλο της Κατίνας. Το 1964 θα τη δούμε στο φιλμ «Ο εμίρης και ο κακομοίρης», ενώ το 1966 εμφανίστηκε στην επιτυχημένη κωμωδία «5.000 ψέματα», υποδυόμενη τη Δώρα Σωκρατίδη. Το 1969 ενσάρκωσε τη Βιολέτα στο «Ένας μάγκας στα σαλόνια» και την Αθηνούλα στο «Ο Στρατής παραστράτησε».
Απέδειξε την αισθαντική της πλευρά στις ταινίες «Η Ελληνίδα» και «Ο έρωτας», όπου, ως σύγχρονη Ωραία Ελένη, γίνεται αντικείμενο ερωτικής έλξης για τον γοητευτικό Κώστα Πρέκα. Παράλληλα, στο «Λύγκος ο λεβέντης» και στους «Κληρονόμους του Καραμπουμπούνα» αξιοποίησε στοιχεία λαϊκής και παραδοσιακής έκφρασης. Στη φιλμογραφία της ξεχωρίζει και η δραματική ταινία «Κραυγή», ενώ στα «Στην Κύπρο άρχισε η αγάπη μας» και «Η ωραία της Ρούμελης» αναδεικνύεται το κωμικό της ταλέντο.
Ταινίες όπως οι «Ένας ζόρικος δεκανέας» και «5.000 ψέματα» συνέβαλαν καθοριστικά στη δημοφιλία της. Παράλληλα, εμφανίστηκε στα φιλμ «Επάγγελμα: άντρες» και «Ο άνθρωπος λαχείο», ενώ συμμετείχε και σε βουκολικές παραγωγές όπως η «Λενιώ η βοσκοπούλα». Ιδιαίτερη σημασία έχει και η παρουσία της σε έργα θρησκευτικού περιεχομένου, όπως «Ο άγιος Ευστάθιος ο Πλακίδας» και «Η Αγία Ερμιόνη, θυγατέρα διακόνου Φιλίππου», που αναδεικνύουν μια διαφορετική πτυχή της κινηματογραφικής παραγωγής της εποχής.