Μουσικη

Το «Βαλς των Ονείρων» έγινε viral και η Μαριάνα Κατσιμίχα με τον Δημήτρη Μπάκουλη μιλούν γι’ αυτό

«Ο κόσμος έχει ανάγκη από ρομάντζο»
Μαριάννα Μανωλοπούλου
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μαριάνα Κατσιμίχα - Δημήτρης Μπάκουλης: Το Βαλς των Ονείρων, με εκατομμύρια streams και views, έγινε ένα τραγούδι ταύτισης. Οι δημιουργοί του μιλάνε για τη συνάντησή τους και τη ζωή που γίνεται ήχος.

Η γνωριμία τους δεν είχε τίποτα το επιτηδευμένο – ξεκίνησε αυθόρμητα, πριν από δύο χρόνια, σε μια συναυλία οικονομικής ενίσχυσης, όπου βρέθηκαν να μοιράζονται την ίδια σκηνή. Η Μαριάνα Κατσιμίχα και ο Δημήτρης Μπάκουλης αντάλλαξαν λίγα λόγια, απλά και ουσιαστικά. «Η Μαριάνα τραγουδούσε πρώτη και μου κίνησε το ενδιαφέρον η χροιά και ο τρόπος της. Της εκδήλωσα διακριτικά και λακωνικά τον θαυμασμό μου», λέει ο Δημήτρης, ενώ η συνέχεια δόθηκε αργότερα, μέσα από τα social media – σαν μια δεύτερη, «πιο συνειδητή συνάντηση».

Μέχρι που ήρθε μια πρόταση για ένα live· μια δοκιμή που τελικά έγινε σταθερό σημείο αναφοράς. Από το περασμένο καλοκαίρι στο Gazarte, οι δυο τους μοιράζονται κατά καιρούς τη σκηνή, χωρίς πίεση, με χιούμορ και αμοιβαία κατανόηση. «Κάποια στιγμή, καιρό μετά την πρώτη μας επικοινωνία, ο Δημήτρης με πήρε και με ρώτησε αν ήθελα να παίξουμε σε ένα live παρέα – έτσι κι έγινε. Παίξαμε πέρυσι το καλοκαίρι πρώτη φορά και παίζουμε ακόμα. Δεν μπορεί να με αποχωριστεί», μου λέει γελώντας η Μαριάνα.

Όταν το τραγούδι βρίσκει τους ανθρώπους του

Κάπως έτσι βρήκε τον δρόμο του και το «Βαλς των ονείρων». Όχι με σχεδιασμό, αλλά μέσα από εκείνη τη στιγμή που ένα τραγούδι «κουμπώνει» στους ανθρώπους που θα το πουν. Όταν ο Δημήτρης Καρράς πρότεινε στη Μαριάνα να ερμηνεύσει ένα κομμάτι του, σε στίχους του Άλκη Αλκαίου, μαζί με τον Δημήτρη, η απάντηση ήρθε σχεδόν αυθόρμητα. Δεν χρειάστηκαν δεύτερες σκέψεις. «Μου λέει ο Δημήτρης ο Καρράς “Θέλεις να πεις ένα τραγούδι μου σε στίχους Αλκαίου με τον Μπάκουλη;”. Το άκουσα, μου άρεσε πολύ και είπα ναι», εξηγεί η Μαριάνα, με τον Δημήτρη να προσθέτει: «Το “Βαλς” ήρθε και μας βρήκε, όπως όλα τα τραγούδια – τυχαία, αλλά κάπως προδιαγεγραμμένα».

Από εκεί και πέρα, το τραγούδι άρχισε να βρίσκει μόνο του τον δρόμο προς τον κόσμο, κερδίζοντας σταδιακά όλο και μεγαλύτερη απήχηση. Οι ακροατές το αναζητούν παντού –στο ραδιόφωνο και στις ψηφιακές πλατφόρμες– ενώ μια ζωντανή εκτέλεσή του στο YouTube έχει ξεπεράσει τα 2,4 εκατομμύρια προβολές μέσα σε μόλις δύο μήνες. Την ίδια στιγμή, στο Spotify μετρά ήδη πάνω από 2 εκατομμύρια ακροάσεις. Στο TikTok, μάλιστα, το «Βαλς των ονείρων» ντύνει βίντεο με έντονα προσωπικό χαρακτήρα, καταφέρνοντας να συνδεθεί με τις στιγμές και τα συναισθήματα των ανθρώπων που το επιλέγουν, σαν να γίνεται κομμάτι της ταυτότητάς τους.

Μέσα σ’ αυτή τη διαδρομή ξεδιπλώνεται και η πορεία των δύο ερμηνευτών. Η Μαριάνα Κατσιμίχα, από παιδική ηλικία, πειραματιζόταν στο πιάνο και μελοποιούσε ποιητές, ενώ ήδη από τα 16 της κατέγραφε σκέψεις και τις έκανε τραγούδια. Μέχρι τα 18 της είχε δημιουργήσει το δικό της ρεπερτόριο, πολλά κομμάτια απ’ το οποίο πλέον γνωρίζουν επιτυχία. Παρότι σπούδασε νηπιαγωγός στο ΕΚΠΑ και εργάστηκε σε διάφορους τομείς –από εστίαση μέχρι baby sitting και φροντίδα παιδιών σε κατασκηνώσεις–, διατήρησε πάντα τη μουσική ως βασικό πεδίο έκφρασης. Με λόγο δομημένο και ευαισθησία που διαπερνά τη γραφή και την ερμηνεία της, έχει χαράξει τη δική της πορεία, μακριά από τίτλους και κληρονομιές.

Αντίστοιχα, ο Δημήτρης Μπάκουλης έχει τη δική του, ξεχωριστή πορεία στη μουσική. Γεννημένος στο Αλιβέρι Ευβοίας, μεγάλωσε με τη μουσική να τον συνοδεύει από παιδί. Στην εφηβεία του στράφηκε αρχικά στο ροκ και το μέταλ, ενώ στα 14 άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Στα 16 του ήρθε πιο κοντά στο έντεχνο, μέσα από τα ακούσματα του Σωκράτη Μάλαμα, και μόλις στα 17 του ξεκίνησε να δημιουργεί συστηματικά το δικό του υλικό. Αυτοδίδακτος, βρήκε στο YouTube από το 2011 ένα άτυπο «εργαστήρι» μάθησης και εξέλιξης, μέσα από το οποίο διαμόρφωσε σταδιακά τον προσωπικό του ήχο. Σήμερα, αυτή η πορεία συναντά τη διαδρομή της Μαριάνας Κατσιμίχα, με τους δύο καλλιτέχνες να μοιράζονται όχι μόνο τη σκηνή, αλλά και μια κοινή αντίληψη για τη μουσική ως αυθεντική έκφραση, όπως αποτυπώνεται και στη συνεργασία τους στο «Βαλς των ονείρων».

Η χημεία που έγινε τραγούδι

— Το «Βαλς των ονείρων» ένωσε τις φωνές και τις διαδρομές σας. Τι ανακαλύψατε ο ένας στον άλλον μέσα απ’ αυτή τη συνεργασία; Ποια στοιχεία θαυμάζει ο ένας στον άλλον;

Μαριάνα Κατσιμίχα: Ανακάλυψα πως δύο άτομα με διαφορετικό τρόπο έκφρασης μπορούν να ενώσουν τις αισθητικές τους και να φτιάξουν κάτι πολύ όμορφο και αρμονικό. Φυσικά είναι και θέμα ανθρώπινης χημείας, όχι μόνο μουσικής σύνδεσης. Θαυμάζω το ότι ο Δημήτρης είναι ένα άτομο με μεγάλη ευαισθησία στο γράψιμό του και έντονη μουσικότητα. Γενικά τον θεωρώ πάρα πολύ καλό μουσικό.

Δημήτρης Μπάκουλης: O τρόπος της Μαριάνας ήταν αυτό που μου τράβηξε από την πρώτη στιγμή την προσοχή. Ενώ είναι αρτιότατη τραγουδίστρια, υπάρχει κάτι ανορθόδοξο στον τρόπο της, που με γοητεύει.

— Πώς είναι ο καθένας σας ως χαρακτήρας; Τι σας αρέσει να κάνετε στον ελεύθερό χρόνο σας; Πού «αράζετε» στην Αθήνα; Πού αποσύρεστε όταν χρειάζεστε αποφόρτιση;

Μ.Κ.: Δεν έχω και πολύ ελεύθερο χρόνο σ’ αυτή τη φάση, αλλά όταν έχω, ξεκουράζομαι, βλέπω τους δικούς μου ανθρώπους, πάω σινεμά, σε συναυλίες κτλ. Μoυ αρέσει να βγαίνω χαλαρά για μπίρα ή καφέ, ιδανικά κάπου ήσυχα, και για περπάτημα. Η Αθήνα έχει πολλές επιλογές για διασκέδαση και ψυχαγωγία, πάντα θα έχεις κάτι να κάνεις. Όταν θέλω αποφόρτιση, αποσύρομαι στο κρεβατάκι μου κυρίως, αλλιώς, ιδανικά, κάπου στη φύση.

Δ.Μ.: Δεν έχω ιδέα τι χαρακτήρας είμαι. Θα υπήρχε πρόβλημα αν ήξερα. Η αποφόρτισή μου είναι μια εντελώς ιδιωτική υπόθεση που δεν αφορά κανέναν άλλο πέρα από τα αγαπημένα μου πρόσωπα, με τα οποία τη μοιράζομαι.

— Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που διαχειριστήκατε σε σχέση με το πώς προσεγγίσατε το τραγούδι;

Μ.Κ.: Το μεγαλύτερό μου ζήτημα ήταν ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που τραγουδάνε, άρα, τι θα έκανε εμένα να ξεχωρίσω ώστε να έχει ένα νόημα αυτό που κάνω;

Δ.Μ.: Οι διφωνίες που έφτιαξα για το τελευταίο ρεφρέν μία μέρα πριν από την ηχογράφηση νομίζω πως ήταν αρκετά προκλητικές.

Η επιτυχία και ο κόσμος που το έκανε δικό του

— Τι σας γράφει πιο συχνά ο κόσμος για το «Βαλς»; Υπάρχει κάποιο μήνυμα που σας έχει μείνει;

Μ.Κ.: Τα μηνύματα που λαμβάνουμε είναι στην πλειονότητά τους πολύ όμορφα. Ένα σχόλιο που με συγκίνησε ήταν από ένα άτομο που ήταν στο νοσοκομείο και μου είπε ότι περνούσε τις δύσκολες αυτές μέρες ακούγοντας τη φωνή μου. Αυτά τα λόγια με έκαναν να νιώσω ότι έχει νόημα να συνεχίσω αυτό που κάνω. Είχα διαβάσει και στο TikTok το σχόλιο μιας κοπέλας που έλεγε πως βγήκε στο μπαλκόνι με τον μπαμπά της για να ακούσουν το κομμάτι, που έπαιζε από άλλο σπίτι.

Δ.Μ.: Νομίζω, ο κόσμος έχει ανάγκη από ρομάντζο. Αυτό είναι το πιο συχνό μήνυμα: πως το συγκεκριμένο τραγούδι είναι φερμένο από άλλες εποχές, με άλλες ποιότητες.

— Όταν βλέπετε το τραγούδι σας να συνοδεύει προσωπικά βίντεο στ ο TikTok, τι νιώθετε;

Μ.Κ.: Νιώθω όμορφα που ένα κομμάτι που έχει ντυθεί με τη φωνή μου συντροφεύει τόσους ανθρώπους σε όμορφες και σημαντικές στιγμές τους.

Δ.Μ.: Δεν τρέφω και τα τρυφερότερα συναισθήματα για το TikTok. Παρ’ όλα αυτά, κατανοώ την ανάγκη του κόσμου, ειδικά του νεότερου, να συνδυάσει ήχους με τις στιγμές του στην εφαρμογή που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή. Μ’ ενδιαφέρει το μέλλον. Να δω αν όλο αυτό επιβιώνει στο αύριο κι όχι τη δημοφιλία της στιγμής.

— Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν συνειδητοποιήσατε ότι το τραγούδι αρχίζει να γίνεται viral; Ποιο είναι το πρώτο μήνυμα που ανταλλάξατε στο τσατ;

Μ.Κ.: Δεν είχα συνειδητοποιήσει για καιρό τι είχε συμβεί. Κοιμόμασταν και η τύχη μας δούλευε, απ’ ό,τι φαίνεται. Το κατάλαβα όταν άρχισε ο κόσμος να μου λέει «Ρε, γιατί σ’ ακούμε παντού;».

Δ.Μ.: Όλο αυτό μας βρήκε σε ένα βαν ταξιδεύοντας προς τον Βορρά για συναυλίες. Ο δημιουργός του κι οι δύο φωνές αυτού του τραγουδιού προσπαθούσαν σε όλη τη διαδρομή να καταλάβουν πώς κι από πού ήρθε.

— Το «Βαλς των χαμένων ονείρων» έγινε «Βαλς των ονείρων», ύστερα από αίτημα του Γιώργου Χατζιδάκι, ώστε να μη συγχέεται με το εμβληματικό ορχηστρικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Πώς νιώσατε γι’ αυτό;

Μ.Κ.: Δεν έχω κάτι ιδιαίτερο να πω. Ήταν μια επιθυμία του κληρονόμου του Χατζιδάκι που δεν θα μπορούσε παρά να γίνει αποδεκτή από εμάς. Όπως έχω ξαναπεί, η μουσική πρέπει να μας ενώνει, όχι να μας χωρίζει. Οπότε άλλαξε κι όλα καλά.

Δ.Μ.: Εγώ είμαι ένας απλός φορέας του λόγου του Άλκη Αλκαίου και της μουσικής του Δημήτρη Καρρά. Αυτά αφορούν ανθρώπους που δεν βρίσκονται πια στη ζωή και τους κληρονόμους του έργου τους. Εμένα με αφορούν μονάχα τα ζητήματα των ζωντανών.

— Ποιο μήνυμα θέλετε να περάσει το «Βαλς»;

Μ.Κ.: Θέλω να περάσει στον κόσμο το όμορφο νόημα των στίχων του Αλκαίου και η κληρονομιά αυτή να συνεχιστεί στις επόμενες γενιές.

Δ.Μ.: Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από την αγάπη. Αυτό το στιχάκι αρκεί, δεν χρειάζεται κάτι δικό μας.

— Σας σταματάει ο κόσμος έξω; Τι σας λέει;

Μ.Κ.: Πολύ συχνά. Και μου έχει κάνει εντύπωση. Ωστόσο, είναι όλοι μέχρι στιγμής ευγενικοί και γλυκύτατοι. Μόνο καλά σχόλια ακούω.

Δ.Μ.: Την επιτυχία αυτού του τραγουδιού ευτυχώς την καρπώθηκε η Μαριάνα – της άξιζε. Εμένα με σταματούν όσο και παλαιότερα και μου λένε πράγματα γενικού ενδιαφέροντος. Ευτυχώς η άκριτα δημοφιλής φάση μου παρήλθε.

— Ωραίες παιδικές αναμνήσεις;

Μ.Κ.: Οι καλύτερες αναμνήσεις μου είναι από το εξοχικό μας με τα ξαδέρφια και όλη την οικογένεια. Παιχνίδι όλη μέρα κι αναμελιά.

Δ.Μ.: Μουσική, βιβλία και ταξίδια. Αυτά αρκούν.

— Θυμάστε την πρώτη φορά που τραγουδήσατε; Ποιο τραγούδι είπατε και πού ήταν;

Μ.Κ.: Δεν θυμάμαι, όχι. Όμως από πολύ μικρή τραγουδούσα. Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου.

Δ.Μ.: Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Η μουσική τότε ήταν κατά κύριο λόγο ακρόαση. Το στόμα μου το άνοιξα πολύ αργότερα, σχεδόν ενήλικος. Στο σπίτι άκουγαν έντεχνο και κλασικό ροκ. Εγώ, βέβαια, ήμουν αφοσιωμένος στη μέταλ και στην ηλεκτρική μου κιθάρα. Άργησα να χαλαρώσω.

— Mαριάνα, εσύ ξεκίνησες να γράφεις και να παίζεις πιάνο από νεαρή ηλικία. Θυμάσαι το πρώτο τραγούδι που έγραψες, κάποιον στίχο του; Σε ποιoν το διάβασες πρώτα; Εσύ, Δημήτρη;

Μ.Κ.: Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι, θυμάμαι όμως ότι το είχα παίξει στη μητέρα μου.

Δ.Μ.: Τα πρώτα μου τραγούδια ήταν μελοποιήσεις αγαπημένων μου ποιημάτων. Ευτυχώς από τότε ήμουν πολύ αυστηρός με τον λόγο και καθυστέρησα να δοκιμάσω να γράψω δικά μου πράγματα. Ούτε που θυμάμαι ποιοι τα άκουσαν πρώτα. Μάλλον οι γονείς μου.

— Αφότου γράψεις, Μαριάνα, κάτι, τι ακολουθεί; Εμπιστεύεσαι κάποιον για να του το σιγοτραγουδήσεις ή θες όλα να είναι κάπως σαν έκπληξη;

Μ.Κ.: Το επεξεργάζομαι αρκετά συνήθως μέχρι να το μοιραστώ, εκτός κι αν είναι κάτι που θα με ενθουσιάσει εξαρχής.

— Στην εφηβεία σου τραγουδούσατε με τη μικρότερη αδερφή σου; Τα τραβούσατε και βίντεο; Τι σας έλεγαν όταν σας έπαιρναν χαμπάρι;

Μ.Κ.: Μας έλεγαν ότι είμαστε καλλιτεχνικό σόι. Η αλήθεια είναι ότι το αδερφάκι μου είναι το καλύτερο ντουέτο μου. Ασχολείται κι αυτή με τη μουσική πλέον, και είναι πολύ καλή.

— Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που σου είπε τώρα για το virality του τραγουδιού;

Μ.Κ.: Δεν το πίστευε ούτε εκείνη τόσο γρήγορα που έγινε, αλλά μου είπε ότι είναι περήφανη για μένα. Ίσως να έκλαιγε και λίγο (γελάει).

— Η μουσική σου έχει έντονη νοσταλγία και ευαισθησία. Είναι επιλογή ή κάτι που δεν μπορείς να αποφύγεις;

Μ.Κ.: Είναι κάτι που πηγάζει από μέσα μου και με εκφράζει ως ακροάτρια, ως τραγουδίστρια και τραγουδοποιό.

— Έχεις μιλήσει για τη σημασία του ρομαντισμού στη μουσική. Φοβάσαι μήπως κάποια στιγμή χαθεί ή σου φύγει;

Μ.Κ.: Σίγουρα φοβάμαι, αν και δεν το πιστεύω, καθώς είναι κάτι τόσο άμεσα συνδεδεμένο μ’ εμένα. Και, όπως λέω συχνά, αν φύγει, θα σταματήσω να το κάνω.

— Πώς επηρέασαν οι σπουδές σου τον τρόπο που προσεγγίζεις σήμερα τη μουσική; Η επαφή με τα παιδιά, η αγάπη που μοιράζουν απλόχερα…

Μ.Κ.: Η αγάπη των παιδιών, η ειλικρίνεια και η απλότητά τους είναι ένα τεράστιο μάθημα, θεωρώ, για όλους μας. Αυτό σίγουρα περνάει και στη μουσική μου.

— Έχεις δουλέψει σε πολλά διαφορετικά πράγματα μέχρι να σταθείς στη μουσική. Τι σε κράτησε να μην τα παρατήσεις; Και πότε είπες εδώ είμαι;

Μ.Κ.: Δεν γινόταν αλλιώς, έπρεπε να βιοποριστώ. Φέτος ήταν η πρώτη φορά που είπα με σιγουριά εδώ είμαστε και έδωσα το 100% στη μουσική, με κίνδυνο να αποτύχω προφανώς.

— Πότε ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκες στη σκηνή επαγγελματικά; Είχαν έρθει οι αγαπημένοι σου να σε δουν ή είσαι απ’ αυτούς που τις πρώτες φορές προτιμούν να τις περάσουν μόνοι τους;

Μ.Κ.: Σ’ ένα γλέντι κάπου στην Καισαριανή. Ήταν εκεί, νομίζω, όλοι οι αγαπημένοι μου, κι αυτό βοήθησε πολύ.

— Τι έχει αλλάξει από τις αρχές μέχρι σήμερα στα μαγαζιά (πέρα από τον κόσμο);

Μ.Κ.: Παίζω δύο χρόνια μόνο, οπότε δεν θα έλεγα ότι έχουν αλλάξει πολλά. Αυτό που άλλαξε τελευταία είναι ότι έρχονται άνθρωποι επί τούτου, για να μας ακούσουν, οπότε έχει πολύ περισσότερη ησυχία (γελάει).

— Έχεις πει σε συνέντευξή σου ότι είσαι «αντιστάρ». Σε μια εποχή που όλα κινούνται γύρω από την εικόνα, πώς προστατεύεις αυτή τη στάση;

Μ.Κ.: Το κομμάτι της εικόνας είναι κάτι που δεν είχε ποτέ σημασία για μένα. Μουσική κάνουμε άλλωστε, όχι δημόσιες σχέσεις. Θέλω η εικόνα που παρουσιάζω να είναι ειλικρινής, όχι επιφανειακή και μη αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας.

— Θέλεις να συνεργαστείς με τη Χάρις Αλεξίου. Πώς το έχεις στο μυαλό σου, τι θα ήθελες να κάνετε μαζί;

Μ.Κ.: Θα ήθελα να υπάρξω μαζί της είτε δισκογραφικά είτε στη σκηνή με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς είναι πραγματικά για μένα η πιο μεγάλη μου έμπνευση ως τραγουδίστρια. Θα ήταν τιμή μου.

— Από τη συνεργασία σου με τον Γιώργο Νταλάρα τι κρατάς;

Μ.Κ.: Μεγάλη εμπειρία. Μου έμαθε πάρα πολλά. Με ωρίμασε μουσικά. Πλέον δεν αγχώνομαι σχεδόν ποτέ στη σκηνή. Ο Γιώργος Νταλάρας είναι ένας τεράστιος μουσικός και επαγγελματίας. Και νιώθω τιμή και χαρά που έχω συνεργαστεί και θα συνεργαστώ ξανά μαζί του.

— Έρχεται και η συναυλία με τους Πυξ Λαξ. Πώς έγινε αυτό το πάντρεμα;

Μ.Κ.: Εκδηλώθηκε μετά το «Βαλς» ένα ενδιαφέρον για μένα, και μέσω της εταιρείας μου υπήρξε επικοινωνία και προέκυψαν τα live. Θυμάμαι, μάλιστα, πολύ παλιότερα, που δούλευα σ’ ένα μεζεδοπωλείο στον Χολαργό, ένας θαμώνας ήξερε τον Μπάμπη Στόκα και κάπως έμαθε για μένα (τότε δεν ήμουν καν ενεργή επαγγελματικά στη μουσική), με άκουσε και πέρασε από το μαγαζί να μου πει ότι του άρεσε πολύ αυτό που κάνω.

— Όλοι ρωτάνε για τις συμβουλές που σου δίνουν οι δικοί σου, αλλά εγώ θέλω να μάθω εσύ τι συμβουλές τους δίνεις, για τη ζωή, την καθημερινότητα… για όλα.

Μ.Κ.: Δίνω διάφορες συμβουλές γενικά, και συνήθως δεν τις τηρώ η ίδια (γελάει).

Διαδρομές, στάση ζωής και το αύριο

— Δημήτρη, εσύ ξεκίνησες μόνος, αυτοδίδακτος, με το YouTube ως «σχολείο». Πόσο σε διαμόρφωσε αυτή η μοναχική διαδρομή;

Δ.Μ.: Ήταν μονόδρομος η αυτοδιδασκαλία. Δεν είδα ποτέ τη μουσική σαν σπουδή ή σαν δουλειά, παρότι υπήρξα συνεπής απέναντί της. Οπότε προτιμούσα να τη διδάσκομαι με έναν ευέλικτο και όμορφο τρόπο, όπως και όποτε εγώ ήθελα.

— Πότε ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκες στη σκηνή επαγγελματικά;

Δ.Μ.: Γύρω στα 18 μου, φοιτητής, αρχίζω δειλά δειλά να πληρώνομαι παρουσιάζοντας τα πρώτα μου δείγματα γραφής και κάποιες ατσούμπαλες διασκευές σε τραγούδια που αγαπούσα.

— Για χρόνια έπαιζες μπροστά σε ελάχιστο κόσμο. Ποια στιγμή ήταν η πιο δύσκολη και ποια σ’ έκανε να συνεχίσεις;

Δ.Μ.: Παρόλο που αυτό δυσχεραίνει αρκετά τον βιοπορισμό, δεν με ενόχλησε ποτέ ουσιαστικά. Υπήρξαν βραδιές με ελάχιστα άτομα πολύ ομορφότερες απ’ αυτές των soldout.

— Τελικά μπορεί ένας καλλιτέχνης να εξηγήσει ποτέ γιατί ένα τραγούδι «πιάνει»;

Δ.Μ.: Δεν θα μείνει καμία γοητεία αν εξηγήσουμε τους παράγοντες της επιτυχίας. Από καθαρή τύχη είμαι εγώ εδώ και μιλάω αυτή τη στιγμή. Άσχετα με το ποσό καλά ή κακά κάνω τη δουλειά μου.

— «Η άνθρωπος» τι είναι για σένα με μία φράση;

Δ.Μ.: Η πολύτιμη σύντροφός μου.

— Πόσο συνειδητά αφήνεις τις «αδυναμίες» σου να περνούν μέσα στον ήχο σου;

Δ.Μ.: Εντελώς συνειδητά. Η μουσική είναι μια προσπάθεια να εξηγούμε το τραύμα και το θαύμα μας. Ειδάλλως είναι απλώς μια άσκηση.

— Έχεις πει ότι δεν έχεις «δίχτυ προστασίας» πέρα από τη μουσική. Είναι αυτό φόβος ή ελευθερία;

Δ.Μ.: Φτιάχνω τραγούδια για να μη φοβάμαι και κάνω ελεύθερη πτώση χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται κάποια στιγμή να τσακιστώ.

— Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που είπες στον Μάλαμα όταν τον γνώρισες από κοντά; Έχεις πει ότι του οφείλεις την αφετηρία σου.

Δ.Μ.: Του την οφείλω πραγματικά. Γι’ αυτό και τα λόγια που μοιράστηκα μαζί του ανήκουν μόνο σ’ εκείνον.

— Μετά την οποιαδήποτε κοινή σας εργασία ακολουθεί μια ωραία κουβέντα στο μπαρ. Τι συζητάει κανείς στο μπαρ με τον Σωκράτη;

Δ.Μ.: Αυτό κι αν είναι κάτι ιδιωτικό. Αυτά που λέγονται στο μπαρ μένουν στο μπαρ.

— Στην Ιουλία ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που είπες;

Δ.Μ.: Με την Ιουλία γνωριζόμαστε 12 χρόνια. Ούτε που θυμάμαι τι πρωτοείπαμε. Θυμάμαι το σοκ που ένιωσα ακούγοντάς τη να τραγουδά τους «Παραβάτες» του Μιχάλη Χανιώτη. Αυτό σίγουρα δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

— Από τις συνεργασίες σου με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, τον Φοίβο Δεληβοριά, τον Μίλτο Πασχαλίδη τι κρατάς και ποια συνεργασία θέλεις πολύ να έρθει μελλοντικά;

Δ.Μ.: Καθεμιά από τις συνεργασίες μου έχει ξεχωριστή υφή, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, παρά τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα όσων προαναφέρθηκαν. Όσο για μελλοντικές συνεργασίες, δεν χρειάζεται τίποτα. Δούλεψα ήδη με τους ανθρώπους που άκουγα στο φοιτητικό μου σπίτι και μαγευόμουν από τις ιδέες τους.

Όσα δεν φαίνονται πίσω από ένα τραγούδι

— Ως πατέρα, τι σ’ απασχολεί περισσότερο για τον κόσμο στον οποίο μεγαλώνει το παιδί σου;

Δ.Μ.: Η αγριότητα της εποχής. Είναι ένα πολύ τρυφερό πλάσμα και φοβάμαι πως θα τα βρει σκούρα με την απανθρωπιά που μας διέπει πια.

— Λες ότι δεν ονειροπολείς με τη δουλειά σου, αλλά απλώς συνεχίζεις. Είναι αυτή η στάση ένας τρόπος να προστατεύεις τον εαυτό σου;

Δ.Μ.: Δεν θέλω να είμαι άπληστος. Στα 35 μου έχω ζήσει σχεδόν όλα τα όνειρά μου. Και το πιο τρελό απ’ όλα είναι πως ζω από τα τραγούδια που γράφω. Γιατί να θελήσω κάτι παραπάνω;

— Θεωρείς το πιο δύσκολο πράγμα να γράψει κανείς ένα ωραίο ερωτικό τραγούδι. Τελικά, τι κάνει ένα τραγούδι αληθινά ερωτικό;

Δ.Μ.: Το να περιγράφει αληθινά συναισθήματα ακόμη και με πλαστά πρόσωπα. Αυτό αρκεί.

— Σε μια εποχή δύσκολων κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, νιώθετε ότι η τέχνη οφείλει να παίρνει θέση;

Μ.Κ.: Ναι, θα έπρεπε οι άνθρωποι της τέχνης να μιλούν και να παίρνουν θέση. Είναι απαραίτητο για μένα, αν έχεις έντονη έκθεση και επιρροή, να μην είσαι ουδέτερος.

Δ.Μ.: Οι άνθρωποι της τέχνης οφείλουν ό,τι νομίζουν οι ίδιοι στον εαυτό τους και στην τέχνη τους. Οτιδήποτε άλλο είναι απλά υποκριτικό.

— Πώς διαχειρίζεστε την τοξικότητα όταν η κριτική γίνεται προσωπική επίθεση; Τα αρνητικά σχόλια σας επηρεάζουν ψυχολογικά έστω και στιγμιαία;

Μ.Κ.: Ανάλογα τη διάθεση, μπορεί να γελάσω ή να χαλαστώ. Προσπαθώ να μην τα κοιτάω, γιατί πάντα όλοι θα έχουν κάτι να πουν, ό,τι κι αν κάνεις, όποιος κι αν είσαι.

Δ.Μ.: Αυτή είναι μια ερώτηση που όλοι απαντούν τον τελευταίο καιρό σαν άτρωτοι υπερήρωες. Έγινε κάπως μόδα το να είμαστε αδιαπέραστοι. Εμένα με επηρεάζει. Σκέφτομαι πως αυτός ο κόσμος στερείται αισθητικής και ευγένειας. Και θεωρώ πως τα άτομα που ξοδεύουν τη λιγοστή φαιά ουσία που τους έχει απομείνει για να γράψουν προσβλητικά πράγματα για οποιονδήποτε άνθρωπο κάνει την προσπάθειά του έχουν σοβαρά θέματα. Φυσικά και δεν θα τους τα λύσω εγώ. Αλλά θλίβομαι βαθιά που η αισθητική ενός μεγάλου μέρους του κοινού είναι τόσο χαμηλή.

— Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζετε σήμερα ποια είναι;

Μ.Κ.: Για μένα είναι ο εαυτός μου. Το να είμαι καλή για τα κριτήρια που έχω εγώ για τη ζωή και την εξέλιξή μου.

Δ.Μ.: Το ανιδιοτελές μεγάλωμα ενός παιδιού. Όλα τ’ άλλα είναι αστεία.

— Θεωρείτε τον εαυτό σας καλή/ό φίλη/ο, σύντροφο; Θα σηκώσετε το τηλέφωνο σε φίλους στις 4 το χάραμα αν, ας πούμε, πονούν για έναν έρωτα;

Μ.Κ.: Θεωρώ πως είμαι καλή φίλη, ναι. Σίγουρα όχι πάντα. Αλλά είμαι καλή φίλη και έχω αντίστοιχα καλούς φίλους. Θα σηκώσω το τηλέφωνο πάντα σε κάποιο δικό μου άτομο στις 4 το πρωί κι αυτοί σ’ εμένα. Είναι πολύ σημαντικό το «επείγον» για μένα. Σύντροφος έχω υπάρξει και καλή και κακή, αλλά μαθαίνω σιγά σιγά μεγαλώνοντας.

Δ.Μ.: Αυτή είναι μια ωραία ερώτηση για τους λιγοστούς φίλους μου και τη σύντροφό μου. Πάντως σίγουρα, έχοντας ένα τετράχρονο παιδί να κοιμάται δίπλα μου, αν κάποιο κοντινό μου πρόσωπο με πάρει στις 4 το χάραμα τηλέφωνο, καλό θα ήταν να έχει έναν πιο σημαντικό λόγο από ερωτικούς πόνους, γιατί μετά δεν θα τον θεωρώ εγώ καλό φίλο.

— Σε μια εποχή πλατφορμών και streaming, μπορεί ένας δημιουργός να υπάρξει έξω απ’ αυτά ή είναι μονόδρομος;

Μ.Κ.: Νομίζω είναι μονόδρομος, καλώς ή κακώς. Πρέπει να προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες, χωρίς να τις αφήνουμε να μας καταπιούν.

Δ.Μ.: Θα ήθελα πολύ να δώσω μια ρομαντική απάντηση εδώ, αλλά νομίζω ότι ζούμε σε πολύ άγριες εποχές για ρομάντζα.

— Τι ακολουθεί τώρα; Έχετε συναυλία τον Μάιο. Τι συνεργασίες έπονται; Δίσκοι;

Μ.Κ.: Έχουμε μαζί τρία live στην Αθήνα, 8, 22 και 23 Μαΐου στο Radiostage, και διάφορες συναυλίες εκτός Αθηνών. Θα περιοδεύσουμε παρέα μέσα στο καλοκαίρι. Θα συνεργαστώ με τους Πυξ Λαξ μέσα στο καλοκαίρι, κάτι για το οποίο είμαι πολύ ενθουσιασμένη. Θα βγάλω τον προσωπικό δίσκο μου την επόμενη χρονιά.

Δ.Μ.: Προς το παρόν, τρεις συναυλίες στην Αθήνα και περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Όταν με το καλό τελειώσει η συναυλιακή λαίλαπα, βλέπουμε.