Φωτογραφια

Αλέξανδρος Λαμπροβασίλης: «Τα ωραία φιλιά δημιουργούν τόπους»

Μια συζήτηση τη ζωή και τη δουλειά του στη Λήμνο, τη σειρά του για το Ελληνικό που εντάχθηκε στη συλλογή του Smithsonian, αλλά και τη συνεχή του έρευνα γύρω από την οικονομία της προσοχής
Δώρα Λαβαζού
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από τη Νέα Υόρκη στη Λήμνο, ο Αλέξανδρος Λαμπροβασίλης μιλά για τη φωτογραφία ως άσκηση προσοχής, για τον χρόνο, το τοπίο, τη μνήμη και όσα μετατρέπουν έναν χώρο σε τόπο.

Από τη Νέα Υόρκη στη Λήμνο, από το παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού στα ηφαιστειακά τοπία του Βόρειου Αιγαίου, ο Αλέξανδρος Λαμπροβασίλης αντιμετωπίζει τη φωτογραφία όχι ως μηχανισμό καταγραφής, αλλά ως τρόπο να διαβάζει τον κόσμο.

Στη νέα του σειρά Χωρογραφία / Chorography στρέφει το βλέμμα στη γεωμορφολογία της Λήμνου, αναζητώντας μέσα στο τοπίο τα ίχνη του γεωλογικού χρόνου, της ανθρώπινης παρουσίας και της σχέσης των κατοίκων με τον τόπο τους. Φωτογραφίζει αργά, με μεγάλη μηχανή, επενδύοντας συνειδητά στον χρόνο και στην προσοχή, δύο έννοιες που βρίσκονται στον πυρήνα του έργου του My Attention Is Not For Free.

Μουσικός πριν απ’ όλα, όπως ο ίδιος επιμένει, προσεγγίζει τη φωτογραφία μέσα από τον ρυθμό, τον ήχο και μια ιδιότυπη άσκηση συναισθησίας. Η σχέση του με τον τόπο δεν είναι εκείνη του περαστικού επισκέπτη: χρειάζεται χρόνο, επανάληψη, περιπλάνηση και σύνδεση.

Με αφορμή τη ζωή και τη δουλειά του στη Λήμνο, τη σειρά του για το Ελληνικό που εντάχθηκε στη συλλογή του Smithsonian, αλλά και τη συνεχή του έρευνα γύρω από την οικονομία της προσοχής, μιλά στην Athens Voice για τη φωτογραφία, τη μουσική, τον χρόνο, τη μνήμη και για εκείνη τη στιγμή όπου ένας χώρος παύει να είναι απλώς γεωγραφία και γίνεται τόπος.

Από τη Νέα Υόρκη στη Λήμνο. Τι ήταν αυτό που σας έφερε στη Λήμνο και σας έκανε να δημιουργήσετε μια τόσο βαθιά σχέση με το νησί;

Ʃτη Λήμνο με έφερε κυρίως μία ανάγκη ουσιαστικότερης επαφής με τον τόπο στα χρόνια της ωριμότητας. Μετά από την πόλη και τη Μητρόπολη, η ζωή στην ύπαιθρο -σκόπιμα αποσυντονισμένη από τις υποσχέσεις του marketing και το ζήλο lifestyle επιδιώξεων- τακτοποιεί και φιλτράρει την συσσωρευμένη πληροφορία των προηγούμενων δεκαετιών.

Πολύ συχνά, μέσα στη ροή της πληροφορίας χάνεται το νόημα. Έτσι, κάθε φορά που ερχόμουν στο νησί, πρώτη μου δουλειά ήταν να πάω βαθιά στα βουνά και στις μάντρες στον Φακό, όπου έλεγα στον εαυτό μου: «Αν νομίζεις μάγκα μου ότι κάνεις τα δύσκολα τάχα μου στην Αμερική, έλα ζήσε εδώ στις μάντρες το χειμώνα, να σου πω τι γίνεται...» Άπειρος σεβασμός στους ανθρώπους που δουλεύουν τη Γη!

Εδώ είμαι λοιπόν, μέσα σε αυτήν την πρόκληση, που νοηματοδοτεί τη ζωή μου αυτά τα χρόνια.

Πώς άλλαξε η ματιά σας ως φωτογράφου όταν αρχίσατε να παρατηρείτε τη Λήμνο όχι ως επισκέπτης, αλλά ως άνθρωπος που προσπαθεί να κατανοήσει τον τόπο;

Η παρατήρηση και η εστίαση της προσοχής ενεργοποιούν αυτήν την εξελικτική διαδικασία που περιγράφετε, σε σχέση πάντα με ένα ή περισσότερα πεδία ενδιαφέροντος και σύνδεσης. Άλλα παρατηρεί ο επισκέπτης/τουρίστας, άλλα ο ερευνητής, ιστορικός, ανθρωπολόγος, λαογράφος και ούτω καθ’ εξής.

Προσωπικά, η μουσική λειτούργησε ως πρώτη διεπαφή με τον τόπο και με κινητοποίησε να συντονιστώ. Πριν και μετά από όλα είμαι μουσικός. Ζω και διερμηνεύω τη μουσική που μελετάω, αναζητώντας λύσεις με την εικόνα σαν μία άσκηση συναισθησίας. Έτσι γνωρίζομαι και επικοινωνώ με το περιβάλλον μου και εξελίσσω τα εκφραστικά μου μέσα, τόσο στη μουσική όσο και στη φωτογραφία.

Οι μουσικές και οι ήχοι για παράδειγμα, που έκαναν τη Νέα Υόρκη οικεία και φιλική, οι ίδιες μουσικές και ήχοι κάνουν τη Λήμνο ένα άγνωστο θαύμα όλ’ αυτά τα χρόνια και με κινητοποιούν να κρατήσω μία σημείωση κατά κάποιον τρόπο, με το φακό.

Ανεκδοτολογικά να σας περιγράψω πως στη Λήμνο δεν ανέχομαι τους Beatles, που τους λατρεύω! Ενώ, στη Νέα Υόρκη, η ενέργεια και η συλλογική ευφυΐα αυτής της μπάντας κάναν εξαιρετικό μασάζ ώρες-ώρες, έβγαζε νόημα στον τόπο. Εντούτοις εδώ δεν βρίσκω κάπου συνήχηση. Ο ήχος τους μοιάζει να μη συντονίζεται με το νησί, ακόμη και στις πιο sofisticated εκδοχές του.

Εδώ, στ’ αυτιά μου ακούγονται αποκαλυπτικά τα αυτοσχεδιαστικά κοντσέρτα του Jarrett, ο Eberhard Weber, o Abercrombie, o Metheny, το Bitches Brew, αλλά και το Let The Sunshine In, και το Maggot Brain για παράδειγμα. Θέλω να πω πως έχω τις προτιμίσεις μου και δεν συνομιλούν όλα με το τοπίο.

Στη νέα σας σειρά «Χωρογραφία / Chorography» προσεγγίζετε τη Λήμνο ως γεωλογικό φαινόμενο. Τι θέλετε να αποκαλύψετε μέσα από αυτή την προσέγγιση του τοπίου;

Η Χωρογραφία είναι μία πολυεπίπεδη, βιωματικά απολαυστική άσκηση που ξεκίνησα εδώ και έναν χρόνο εστιάζοντας το ενδιαφέρον μου στη γεωμορφολογία του τόπου, σε μια απόπειρα σύνδεσης με τον βαθύ γεωλογικό χρόνο, όπως αποκαλύπτεται στο ηφαιστιακό τοπίο του νησιού.

Θεληματικά επενδύω στον χρόνο ως πρωταρχικό υλικό αυτού του έργου, φωτογραφίζοντας σε μεγάλο φορμά όπου η προετοιμασία της λήψης απαιτεί αυξημένη προσοχή και συγκέντρωση, καθώς χρειάζονται 15-20 λεπτά για κάθε εικόνα, οπότε υπάρχει χώρος για αστοχίες σε αυτό το διάστημα. Έχουν συμβεί και θα συμβαίνουν. Έτσι, νιώθω πως πλουτίζει όλη εμπειρία της φωτογραφικής πράξης και βρίσκω πως είναι ριζικά διαφορετική η αίσθηση συμμετοχής στο έργο. Είναι απολαυστική.

Διότι δεν μου αρκεί να συλλέξω μια πληροφορία με τον φακό, θέλω να ευχαριστηθώ τη διαδικασία και, αν γίνεται, να μάθω και κάτι. Έτσι νιώθω πλήρης. Όλο αυτό είναι ταυτόχρονα και μία πράξη αντίστασης στην εντατικοποίηση της διεκδίκησης της προσοχής μας από κάθε λογής τσαρλατάνους, δεξιά και αριστερά. Αισθάνομαι τον χρόνο μακριά από τις οθόνες ως χρόνο ουσιαστικό και ωφέλιμο.

Ʃε αυτόν τον ωφέλιμο χρόνο θα γνωρίσω πτυχές του νησιού μέσα από το πρίσμα της γεωλογικής ιστορίας και της εξέλιξης της ανθρώπινης δραστηριότητας, που έως τώρα μου διαφεύγουν, επιβεβαιώνοντας συνάμα την εμπιστοσύνη μου στη διαδικασία διότι, ενώ εκ των πραγμάτων δεν μπορώ να γνωρίζω αυτή τη στιγμή τι χρώμα-γεύση-σχήμα θα έχει ο προορισμός, ξέρω πως κάπου θα φτάσω.

Υπάρχει ένας υπέροχος όρος στην αγγλική αργκώ που το περιγράφει όλο αυτό πυκνά και συνοπτικά: Coddiwomple = To travel purposefully towards an as-yet-unknown destination.

Η δουλειά σας δεν αφορά μόνο τη μορφολογία του νησιού αλλά και τον τρόπο που οι κάτοικοι ενσωματώνουν τα χαρακτηριστικά του τόπου στη συνείδησή τους. Πώς μπορεί η φωτογραφία να αποτυπώσει αυτή τη σχέση ανθρώπου και χώρου;

Εδώ εστιάζεται ουσιαστικά όλο το εγχείρημα. Αυτό είναι που θέλω να μάθω και να καταλάβω, ζώντας και ακούγοντας τους ανθρώπους που το βιός τους εξαρτάται από αυτή τη γεωμορφολογία. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: Ʃτις τελευταίες μεγάλες βροχοπτώσεις στα τέλη Φεβρουαρίου, πολλοί αγροτικοί δρόμοι εξαφανίστηκαν απ’ τον χάρτη, καθώς κατέβαιναν ορμητικά τα νερά στις συγκλίσεις των υψωμάτων. Ιδού η ανυπέρβλητη αλήθεια της γεωμορφολογίας, σε σύμπραξη με τα φυσικά φαινόμενα, που πάντα μοιάζει να μας ξαφνιάζει.

Το πώς αντιλαμβανόμαστε και σκεφτόμαστε για αυτές τις δυνάμεις διαχρονικά, εντοπίζεται στον τρόπο που οργανώνουμε τις δραστηριότητές μας και αφήνουμε το αποτύπωμά μας στον χώρο. Αυτά τα ίχνη θα αναζητήσω αρχικά, έχοντας ευτυχώς ήδη εντοπίσει μια ιστορία-οδηγό που έρχεται απ’ τις αρχές του προηγούμενου αιώνα να συγκινήσει τις μέρες μας.

Ʃτις διαδρομές που κάνω στο νησί, παρατηρώ εδώ και πολλά χρόνια δύο τεράστιους βράχους να στέκονται εντελώς παράδοξα -στα δικά μου γεωλογικά απαίδευτα μάτια- σε μία πλαγιάν σαν να πέσαν απ’ τον ουρανό. Πάντα τους θαύμαζα και ποτέ δεν τους φωτογράφισα, μέχρι πέρυσι όπου αναζήτησα τον ιδιοκτήτη της έκτασης για να πλησιάσω.

Μου περιέγραψε λοιπόν ο κ. Γιώργος πως οι πρόγονοί του από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα έχουν αφήσει ευχή και κατάρα στους απογόνους, ό,τι και να κάνουν με τη γη να μην πειράξουν τους βράχους και το σεβάστηκαν όλοι! Ανατρίχιασα όταν το άκουσα και αναθάρρησα συνειδητοποιώντας τη δύναμη και το βάθος της σύνδεσης ορισμένων ανθρώπων με τα στοιχεία του τόπου τους, σε εποχές ειδικά που για τους περισσότερους η αξία εντοπίζεται στην εκμετάλλευση, πόσα δωμάτια βγάζει το χωραφάκι δηλαδή.

Παρεμπιπτώντος, συζητώντας το θέμα με την καλή φίλη και εξαιρετική επιστήμων αρχαιολόγο, Γεωργία Ταμπακοπούλου, εδώ στο νησί, μου είπε σε χαλαρό τόνο: «Α ναι, τους πέταξε το ηφαίστιο...» Αν σταθεί κανείς δίπλα σ’ έναν απ’ αυτούς τους βράχους, θα μουδιάσει προσπαθώντας να αναλογιστεί τη δύναμη που χρειάζεται για να εκτοξευτούν στον αέρα και να προσγειωθούν χιλιόμετρα μακριά σε μια πλαγιά, με τον τρόπο που ξέρει η φύση να οικονομεί και να βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Τι είναι αυτό που κάνει τη Λήμνο διαφορετική από άλλους τόπους που έχετε φωτογραφίσει και τι συνεχίζει να σας γοητεύει σε αυτή;

Είναι αυτή η πολύτιμη αίσθηση της απομόνωσης, το αδιαπραγμάτευτο όριο του υγρού στοιχείου, ο ορίζοντας ως σύμβολο ανοιχτωσιάς και προορισμού, η ενδοχώρα. Κυρίως όμως, είναι η μυρωδιά του τόπου. Μυρωδιά ενός τόπου όπου το χώμα ακόμη αναμοχλεύεται! Αυτό όχι απλώς με γοητεύει, με σαγηνεύει χρόνια τώρα.

Πόσο σημαντική είναι για εσάς η παραμονή σε έναν τόπο και η δημιουργία σχέσεων με τους ανθρώπους του πριν ξεκινήσει η φωτογραφική καταγραφή;

Αν υπάρχει ένα υλικό που διαμορφώνει τα έργα και τις πράξεις μας με τρόπο τέτοιο που δεν υποκαθίσταται με ευφυολογήματα και τερτίπια του νου, της τεχνικής, και της τεχνολογίας, αυτό είναι ο χρόνος. Η επένδυση χρόνου και προσοχής είναι δήλωση σεβασμού στον άλλο, είναι νοιάξιμο. Αλλιώς από που θα προκύψει η σύνδεση και κατόπιν η ιστορία και η αφήγηση;

Από το 2022 συνεργάζεστε με εκπαιδευτικά προγράμματα για τα σχολεία της Λήμνου. Τι σας έχει διδάξει αυτή η επαφή με τους νέους του νησιού;

Πράγματι, τα τελευταία χρόνια που ζω εδώ έχω την ευκαιρία να παρακολουθώ τις δράσεις των σχολείων και παρατηρώ πως υπάρχουν ιδιαίτερα εμπνευσμένοι παιδαγωγοί που κάνουν σοβαρή δουλειά με τους νέους. Ʃε αυτό το περιβάλλον, ευδοκιμεί και η συνεργασία μου την Places & Traces και τη συντονίστριά της Αγγελική Τσέλιου, που τα τελευταία χρόνια σχεδιάζει και υλοποιεί έργα βιωματικής εκπαίδευσης, με κοινωνικό-πολιτιστικό πρόσημο, στη Λήμνο και το Βόρειο Αιγαίο.

Ʃτα πλαίσια των προγραμμάτων, η φωτογραφία λειτουργεί ως αφηγηματικό εργαλείο στα χέρια των νέων, όπου ασκούνται στην μεθερμηνεία και απόδοση μια πληροφορίας σε φωτογραφική εικόνα. Δεν υπερβάλλω αν σας πω πως έχω εντυπωσιαστεί με το θάρρος κάποιων παιδιών να χειριστούν το περιβάλλον με το φακό του κινητού τους, με τρόπο πραγματικά αξιοζήλευτο!

Αν είναι κάτι που μου διδάσκει και μου κάνει ακόμη πιο ξεκάθαρο αυτή η εμπειρία, είναι το γεγονός πως οι νέοι άνθρωποι με ευαίσθητες κεραίες -που συντονίζονται με πτυχές και συχνότητες του περιβάλλοντος που ίσως δεν είναι αναγνωρίσιμες από όλους- χρειάζονται δίπλα τους καλούς και αφοσιωμένους εκπαιδευτικούς- με-όραμα, για να λάμψουν στο μέλλον.

Πιστεύετε ότι η φωτογραφία μπορεί να βοηθήσει μια τοπική κοινωνία, και ιδιαίτερα τους νέους, να δουν διαφορετικά τον τόπο στον οποίο ζουν;

Υπό όρους και συνθήκες, ναι φυσικά, δεν μπορώ να το σκεφτώ όμως ως γενικό κανόνα υπό την έννοια πως η φωτογραφική πράξη ως εθιστικό αντανακλαστικό, ένα τικ δηλαδή στην ουσία, μάλλον λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το στόχο του να γνωρίσει κάποιος τον τόπο του.

Καθώς η πράξη είναι στιγμιαία, όλη η εσωτερική δουλειά γίνεται περιφερειακά, πριν και μετά τη λήψη. Τι δηλαδή και γιατί; Χωρίς αυτή τη δουλειά κάθε τόπος και κατάσταση, κάθε στιγμή της ζωής μας γίνεται τυπολογία προς γρήγορη κατανάλωση.

Την ίδια στιγμή όμως, για όσους επιλέξουν να επενδύσουν την προσοχή τους σε αυτή τη μορφή γραφής και επικοινωνίας, ο κόσμος τους δεν θα είναι ποτέ πλέον ο ίδιος, καθώς η φωτογραφία είναι μια δυναμική άσκηση ισορροπίας μεταξύ όσων περιγράφονται και όσων αποπνέονται από μια εικόνα, την οποία πρέπει κανείς να συμμαζέψει από τα όλα όσα είναι διαθέσιμα στα μάτια όλων, και να την οργανώσει με τρόπο εύληπτο.

Εκεί κάπου εντοπίζω το όφελος, στο γεγονός ότι πρέπει να βουτήξεις τα μάτια σου ξανά και ξανά στα ίδια πράγματα και κάθε φορά με ανανεωμένο ενδιαφέρον, για να μάθεις πτυχές του τόπου σου.

Συμμετέχετε στη δημιουργική κοινότητα γύρω από το Kournos Music Festival. Πώς συνομιλεί η φωτογραφία με τη μουσική και τις άλλες μορφές τέχνης σε έναν τόπο όπως η Λήμνος;

Με την Αναστασία και τη Λητώ έχουμε μια ανοιχτή συνεργασία τα τελευταία τέσσερα χρόνια, όπου εντοπίζουμε εικόνες από το αρχείο μου για τις αφίσες του φεστιβάλ και αυτό είναι κάτι που με δεδομένη τη σχέση μου με τη μουσική με ιντριγκάρει πάρα πολύ.

Ταυτόχρονα, το ’23 και το ’24 φωτογράφισα επιλεγμένες παραστάσεις για το επικοινωνιακό υλικό του φεστιβάλ. Εκεί είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον σπουδαίο Γάλλο μαριονετίστα Renaud Herbin και την οικογένειά του, με τους οποίους πέρασα μια μέρα στα βάθη και στ’ απάτητα του νησιού, απ’ όπου κράτησα μερικές υπερβατικές στιγμές με το τοπίο να γίνεται ξαφνικά παράδοξο σκηνικό. Ιδιαίτερες στιγμές όπου ο τόπος και οι τέχνες συνυπάρχουν και συνομιλούν έτσι απλά, μόνο και μόνο για τη δική μας ανέμελη χαρά και απόλαυση, δίχως θεατές.

Η σειρά σας για το Ελληνικό εντάχθηκε στη συλλογή του Smithsonian. Τι σημαίνει για εσάς η αναγνώριση ενός έργου που ξεκινά από έναν συγκεκριμένο τόπο και αποκτά παγκόσμιο διάλογο;

Σημαίνει πως η ζωή έχει χιούμορ. Διότι αν σας πω πως πέτυχα το στόχο μου κλπ, θα είναι ανακριβής, επιτηδευμένη διατύπωση, ίσα για να ακουστεί ωραία.

Στο Ελληνικό θέλησα να περιπλανηθώ διότι, όπως και για πολλούς άλλους, ο τόπος αυτός έχει υπάρξει μέρος της οικογενειακής μου ιστορίας, εκεί μεγάλωσα, και από παιδί με ενθουσίαζαν η πτήση, τα ταξίδια και η τεχνολογία. Οπότε το να βουτήξω στα σπλάχνα αυτού του πολυδιάστατου οργανισμού -όπου ουσιαστικά συναντιούνται η τεχνολογία με την αρχιτεκτονική και τον άνθρωπο/στις μνήμες του τόπου αλλά και στις φθορές- ήταν ένα γνώριμο δικό μου αντανακλαστικό.

Σε αυτή τη βάση, με αυτά τα κίνητρα και με το δέος που μ’ έπιασε μόλις πρωτοστάθηκα κάτω απ’ τη μύτη του “B”ravo, (το δεύτερο 747 Jumbo που είχε αγοράσει ο Ωνάσης για τις διηπειρωτικές πτήσεις της Ολυμπιακής), περιπλανήθηκα με τις αναμνήσεις, στα κτήρια, τον διάδρομο και τα αεροσκάφη για έξι χρόνια και αυτό μου αρκούσε. Δεν βρισκόμουν εκεί επιδιώκοντας διακρίσεις, ο ζήλος για το end- game με απωθεί ως χαρακτηριστικό και στους ανθρώπους, παράγει διαρκή ένταση, αγωνία και με κουράζει.

Κάτι που μεθόδευσα ωστόσο, ήταν να παρουσιάσω το υλικό σε κοινά που δεν είχαν συναισθηματική σύνδεση και στοιχήματα με τον τόπο και την ιστορία του. Έτσι, πίστευα πως θα έχω μια πιο καθαρή και ψύχραιμη ανατροφοδότηση για την επίδραση αυτού του έργου και την αποτελεσματικότητα της αφήγησης, check points σε μια διαδρομή δηλαδή.

Πολλά χρειάστηκε να συμβούν, και οι συμπτώσεις συνέβαλαν επαρκώς για να φτάσουμε εδώ. Ʃκεφτείτε πως συζητάμε σήμερα για τον παγκόσμιο χαρακτήρα αυτής της δουλειάς, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου ξεκίνησα τις επισκέψεις μου στο Ελληνικό. Αυτό λοιπόν για ‘μένα έχει μια γοητεία, επειδή ακριβώς δικαιώνει τη διαδρομή και το Modus Operandi.

Την ίδια στιγμή όμως, μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί και κάποιες υποχρεώσεις, σε σχέση με τις οποίες δεν έχω σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Μέχρι στιγμής δηλαδή δεν έχω επενδύσει χρόνο και προσοχή στην εξωστρέφεια και επικοινωνία του έργου, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, γεγονός που ανά διαστήματα -πάντα με πολύ διακριτικό τρόπο και ευγένεια- μου το υπενθυμίζει η καλή κ. Russo και στην οποία κάθε φορά λέω, τώρα δουλεύω σ’ αυτό, μετά σ’ εκείνο, κλπ. Η αλήθεια είναι πως απολαμβάνω τη ζωή περισσότερο όταν δουλεύω στο πεδίο, όπως κάνω και τώρα στη Λήμνο με τη Χωρογραφία για παράδειγμα. Η διαδικασία με γεμίζει τόσο, που η διοργάνωση μιας έκθεσης μου φαίνεται μπελάς και σα να κλέβει χρόνο απ’ το παιχνίδι μου.

Έχοντας πει όλ’ αυτά και επειδή το πράγμα έχει φτάσει στο μη περαιτέρω μετά από τόσα χρόνια, νομίζω πως μπορώ να μοιραστώ μαζί σας ότι εδώ και μερικούς μήνες έχει συσταθεί μια ομάδα όπου συζητάμε και εξετάζουμε το ενδεχόμενο μιας παρουσίασης του συνόλου του έργου τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας φυσικά από την Αθήνα.

Όμως, το πιο σημαντικό ίσως εν τέλει, απ’ όσα σηματοδοτεί η συνεργασία μου με το Smithsonian, είναι το γεγονός ότι διατηρεί ζωντανό και ένα νεανικό όνειρο. Να συνεργαστώ ενδεχομένως κάποια στιγμή στη ζωή μου με τη NASA. Μπορώ επομένως να ονειρεύομαι στα Τσιμάντρια. Αυτό δεν είναι το νόημα και η σημασία μιας αναγνώρισης;

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο να φωτογραφίζεις έναν τόπο και στο να προσπαθείς να τον «διαβάσεις»;

Θα έλεγα πως έχει να κάνει με το βαθμό σύνδεσης και ενδιαφέροντος. Αν πας πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη/μιας και την έχουμε πρόχειρη, για ένα σύντομο ταξίδι, το πιο πιθανό είναι να φωτογραφίσεις το Empire State Building, τη γέφυρα του Brooklyn, κλπ. Αν όμως μείνεις εκεί για λίγο καιρό, τότε ίσως σου τραβήξουν το ενδιαφέρον οι κολλημένες τσίχλες στα πεζοδρόμια.

Οι τσίχλες θα μπορούσαν να σου αποκαλύψουν πιο πολλά για το πως ζουν οι άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο, απ’ ό,τι ενδεχομένως τα τοπόσημα. Μένεις ακόμη περισσότερο, ζεις εκεί και ξαφνικά ο τόπος γίνεται οι άνθρωποι και η δυναμική των σχέσεών τους. Ο χρόνος επαφής και το ενδιαφέρον είναι που προσανατολίζουν το βλέμμα, εκεί έγκειται η διαφορά, νομίζω.

Στο έργο σας «My Attention Is Not For Free» εξετάζετε τη σχέση μας με την προσοχή και την εικόνα. Πώς έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπουμε και καταναλώνουμε τις εικόνες σήμερα;

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται ως Attention Economy/Οικονομία της Προσοχής, διότι η αγορά έχει στη διάθεσή της εργαλεία που της επιτρέπουν να μπαίνει στο μεδούλι του καθενός μας, σε κλίμακα μικροδευτερολέπτων, και να αλωνίζει με κίνητρο το οικονομικό κέρδος και όχημα την εικόνα, που μεταφέρει μια πληροφορία με ταχύτητα φωτός.

Η συνθήκη αυτή, λειτουργεί ως τοξικός διαλύτης στον πυρήνα της ταυτότητάς μας που είναι η προσοχή, και εμείς, σαγηνεμένοι απ’ τη γοητεία των εργαλείων και των τάσεων, έχουμε ανοίξει τις πόρτες διάπλατα και λέμε περάστε, καλώς ορίσατε...

Θα ήθελα σας παραθέσω ένα απόσπασμα από την εναρκτήρια ομιλία του κοινωνικού ψυχολόγου και καθηγητή στο NYU, Jonathan Haidt, στην τελετή αποφοίτησης της τάξης του 2026, όπου μιλά για την σημασία της προσοχής: «Paying attention is in fact one of the most challenging and meaningful things you can do. Because what you pay attention to shapes what you care about. And what you care about shapes who you become».

Θα μπορούσα επίσης να σας παραθέσω αποσπάσματα από το έργο και τα σχόλια της Simone Weil ή του Επίκτητου για το θέμα της προσοχής, αλλά νομίζω καταλαβαίνετε που το πάω, και μπορείτε αν θέλετε να τα αναζητήσετε. Είναι διαχρονικό προφανώς το ζήτημα. Η ένταση ωστόσο στις μέρες μας φτάνει σε σημείο να προκαλεί νόσηση και αυτό ίσως είναι κάτι που θα πρέπει να το δούμε άμεσα και σοβαρά. Ειδικά στις νέες γενιές.

Όμως, προς το παρόν, δίνουμε υπεργολαβία κρίσιμες νοητικές δεξιότητες, όπως είναι ο προσανατολισμός για παράδειγμα, ή η αναζήτηση συντρόφου, γιατί πλέον βιαζόμαστε από φοβό μην τυχόν και ζήσουμε το λάθος, τη σιωπή, την επαφή, την έκθεση, και δανειζόμαστε χρόνο από τη ζωή για να σκρολάρουμε stories.

Οι άπειρες επιλογές και εκδοχές εαυτού και ρόλων που συγκροτούμε με τις εικόνες που μοιραζόμαστε στο ψηφιακό περιβάλλον, και η ένταση στη ροή της πληροφορίας, έχουν κατακερματίσει την προσοχή μας, μπολιάζοντάς μας με τις οθόνες.

Η δήλωση «My Attention Is Not For Free» ακουμπά στην ανάγκη που διαισθάνομαι ότι υπάρχει ανάμεσά μας για εγρήγορση πάνω στο θέμα. Το βλέπω στις παρέες και στις κατ’ ιδίαν επαφές με τους ανθρώπους, όλοι το συνειδητοποιούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά δεν έχουν τα λόγια να το εκφράσουν και να συντάξουν μια πρόταση, να δουν έναν ορίζοντα σε αυτή την κατάσταση.

Θα ήθελα λοιπόν, αν μπορώ, να συμβάλλω προς αυτή την κατεύθυνση με τα μέσα που διαθέτω. Ʃυνεπώς, την εργασία MAINFF, την αντιλαμβάνομαι ως μια πρωτοβουλία-πρόσκληση σε συζήτηση για την αξία του χρόνου που επενδύουμε, και των σκέψεων που αφιερώνουμε στην προσοχή μας και τη διαχείρηση της στο ψηφιακό περιβάλλον.

Σε μια εποχή όπου παράγονται αμέτρητες εικόνες καθημερινά, τι κάνει μια φωτογραφία ουσιαστική και όχι απλώς εντυπωσιακή;

Οι ανάγκες του αποδέκτη.

Ποια εικόνα ή ποιο στοιχείο της Λήμνου αισθάνεστε ότι δεν έχετε ακόμη καταφέρει να αποτυπώσετε και συνεχίζετε να αναζητάτε;

Ένα στοιχείο, μια διάσταση που ξεπηδά καμιά φορά στις περιπλανήσεις μου, είναι ο παράδοξος τρόπος που στέκονται κάποια πράγματα μέσα στο τοπίο, φυσικά χαρακτηριστικά του ανάγλυφου, ανθρώπινες επεμβάσεις, κατασκευές, αντικείμενα, το φως το ίδιο συχνά-πυκνά, παίζουν κρυφτό με τα μάτια και τη σκέψη μου.

Να κάτι που αναζητώ, που δεν ελέγχω και σκέφτομαι πως, ίσως, η παραδοξότητα μας αποκαλύπτεται όσο πιο αγνοί γινόμαστε στις προθέσεις μας; Αυτό είναι γερό μέτρημα θάρρους, είναι δύσκολη άσκηση και τις πιο πολλές φορές αποτυγχάνω.

Και βεβαίως, υπάρχουν και τα Unknown-Unknowns, που γι’ αυτά τι να πει κανείς... Ίσως ο χρόνος αποκαλύψει κάτι και επανεστιάσει ακόμη μια φορά το ενδιαφέρον μου, προς μια, άγνωστη-μέχρι-σήμερα, πτυχή του τόπου.

Μετά από αυτή τη διαδρομή ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και τη Λήμνο, τι σημαίνει για εσάς σήμερα η έννοια του «τόπου»;

Ο «τόπος» είναι έννοια δυναμική και μεταβαλλόμενη. Έχει τρεις συνιστώσες, τον φυσικό χώρο, τον χρόνο και το συγκινησιακό αποτύπωμα που περιβάλλει και συνδέει χώρο και χρόνο, στη σκέψη μας.

Όταν ακούω τη φράση 11η Ʃεπτεμβρίου, μου έρχεται στο νου το σπίτι του φίλου μου του Γρηγόρη, μιάς και εκεί βρισκόμουν όταν το δεύτερο αεροσκάφος έπεφτε πάνω στο κτήριο, εκεί το είδα να συμβαίνει σε ζωντανή μετάδοση. Αυτή είναι η δική μου προσωπική κλίμακα όπου ένα γεγονός με ισχυρό συγκινησιακό φορτίο μετατρέπει έναν γνώριμο χώρο σε τόπο για εκείνες τις ώρες, αλλά και για το μέλλον ως ανάμνηση.

Τα ωραία φιλιά δημιουργούν τόπους, οι χαρές και οι απογοητεύσεις, οι παρέες, η απουσία, ο πόλεμος, οι φυσικές καταστροφές. Εμείς μ’ άλλα λόγια με τις πράξεις ή/και τις παραλείψεις μας φτιάχνουμε ιστορίες, και οι ιστορίες ξεκινάν μ’ ένα που κι ένα πότε: «Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ έναν τόπο μακρινό, ήταν ο άνθρωπος».