Ισορροπώντας ανάμεσα στη λειτουργικότητα και το προσωπικό στιλ
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
11°
Pete Marifoglou: Ένας Θεσσαλονικιός στο Factory του Άντι Γουόρχολ
Συνέντευξη με τον Pete Marifoglou για την έκθεση Τα χρόνια του Warhol ΧΧΧ, που παρουσιάζεται στο Case Studio του MoMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη
Το «Βασίλισσα Μαίρη» πιάνει Νέα Υόρκη, η νήσος Έλις και το Άγαλμα της Ελευθερίας αχνοφαίνονται στο βάθος. Είναι πρωί, ο πατέρας του τον αγουροξυπνά. Ο Παναγιώτης Μαρίφογλου, που από τούδε και στο εξής θα λέγεται Pete, ρουφάει αχόρταγα τις πρώτες εικόνες της Αμερικής, home of the brave, land of opportunity. Η Θεσσαλονίκη πολύ πίσω του πλέον. Το κρώξιμο των παγωνιών της Μονής Βλατάδων, όπως και το καμπάνισμα από τα σήμαντρα του Αγίου Δημητρίου που τον ξυπνούσε το πρωί («μέναμε στην οδό Πελοποννήσου») παύουν να ηχούν. Ή, καλύτερα, στο εξής θα αντηχούν μόνο μέσα στο μυαλό του, κάθε που θα τον ζώνει η νοσταλγία. Η Θεσσαλονίκη γίνεται ανάμνηση, το όνειρο του Νέου Κόσμου παίρνει μπρος.
«Πήραμε ταξί και κατευθυνθήκαμε στο Μπρονξ. Οι θείοι μου ζούσαν ήδη εκεί όταν το σόι μας εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη. Κι εμείς φύγαμε, όμως η γιαγιά μου δεν ήθελε να ακούει για Αμερική, κι έτσι η οικογένειά μας προτίμησε τη Θεσσαλονίκη. Μόλις η γιαγιά, χρόνια μετά, είπε γεια σας, οι γονείς μου δεν έχασαν χρόνο, πακετάραμε και να ’μαι στο ταξί για το Μπρονξ. Άλλες πρώτες εικόνες από την προσσελήνωσή μου στην Αμερική; Ένας μαύρος, ένας θεόρατος μαύρος! Όσο και να σου φανεί περίεργο, αυτόν θυμάμαι στον δρόμο για το Μπρονξ, κατουρούσε με την τεράστια μαλαπέρδα του να κρέμεται σαν τούνελ».
32 χρόνια έζησε στην Αμερική ο Πιτ Μαρίφογλου, που πιάνει να μας ξετυλίγει την ιστορία της ζωής του, καθώς με τον φωτογράφο Λάζαρο Γραικό και τη Θούλη Μισιρλόγλου, διευθύντρια του MoMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και επιμελήτρια της έκθεσης «Pete Marifoglou: Τα χρόνια του Warholl ΧΧΧ», περιπλανιόμαστε γύρω από και μέσα στην ατμόσφαιρα των εικόνων του. Εικόνες από διάφορες εκδοχές της Νέας Υόρκης, καρέ από δολοφονημένα παιδιά που οι συμμορίες τα ξεκοίλιασαν μόνο και μόνο γιατί… έτσι. Ή γιατί ήθελαν να τα ληστέψουν. Κλικ σε κορίτσια που πήδηξαν από το παράθυρο (ή τα έριξαν;), ουρητήρια, φτώχεια, έγκλημα, διαφημιστικές πινακίδες, όμως για μισό. Πώς ο Μαρίφογλου βρέθηκε να τα καταγράφει όλα αυτά; Από την παιδική ηλικία λέει πως ένιωθε αμήχανα. Πως πάντα, έχοντας την αίσθηση ότι βρισκόταν στη μέση του δρόμου, με έναν δυνατό άνεμο να φυσάει και να σκορπάει εδώ κι εκεί τις σκέψεις, την ορθογραφία, την ανάγνωση και την ομιλία του σαν σκόνη, καταλάγιαζε η αίσθηση του ανοίκειου με το που έπιανε την κάμερα. Δυσλεκτικός; Απολύτως. Και μόνο όταν παρατηρούσε τον κόσμο μέσα από το κάδρο-κλείστρο-σκόπευτρο της μηχανής του («φωτογράφιζα από δέκα χρονών), το χάος ηρεμούσε. Το σάστισμα έμπαινε σε μια τάξη.
Ψυχαναλυτικά, εκτός από τη φωτογραφική μηχανή, υπάρχει ένα ακόμα μέσο-τόπος-ετεροτοπία που κατευνάζει την τρικυμία μέσα του: «Είχα ανάγκη να περπατάω σε σούπερ μάρκετ και μεγάλα καταστήματα. Τα πάντα τακτοποιημένα στα ράφια, γλυκά εδώ, λαχανικά εκεί, σαπούνι μαζί, δημητριακά, μουστάρδες, ζαμπόν, τυριά, βούτυρα. Πουκάμισα εδώ, παπούτσια εκεί, εσώρουχα, φανέλες, παντελόνια, κάλτσες… Νομίζω ότι η πιο σημαντική στιγμή που άνοιξε την προσωπική μου πόρτα ήταν όταν έμαθα ότι και ο Άντι υπέφερε από δυσλεξία».
Άντι Γουόρχολ! Και πώς δένουν οι τροχιές τους, πώς το Θεσσαλονικάκι από την Αγίου Δημητρίου βρίσκεται να περιφέρεται εντός του μυθικού Factory; Πώς κατάφερε να βγάζει μεροκάματο στου Άντι; «Κάθε φορά που ο Γουόρχολ επισκεπτόταν το Λύκειο Τέχνης και Σχεδίου και αργότερα στη Σχολή Εικαστικών Τεχνών (SVA), όπου ήμουν φοιτητής, μας παρουσίαζε πάντα τις ιδέες του για τρέχοντα έργα, ρωτώντας τη γνώμη μας για αυτά. Πώς μας φαίνονται ή τι θα κάναμε εμείς αν ήμασταν στη θέση του. Μαζί του ερχόταν και η μητέρα του, όπως και μια αρμάδα από παρατρεχάμενους, οι οποίοι κατέγραφαν τις παρατηρήσεις μας».
Τυχή βουνό; Μπορεί. Αλλά δεν είναι μόνο ο Γουόρχολ που επισκέπτεται τακτικά τη σχολή όπου φοιτά ο ήρωάς μας. Είναι και ο Νταλί, ο Ρόμπερτ Μάπλθορπ, η Ντάιαν Άρμπους, όλη η αφρόκρεμα. Χίτσκοκ, Καζάν, Μοχάμεντ Άλι συμμετέχουν στο διευρυμένο πρόγραμμα διαλέξεων του campus όπου φοιτά ο Μαρίφογλου. Μνεία αξίζουν και κάποιοι από τους συμφοιτητές του, όπως ο Κάλβιν Κλάιν και ο Μαρκ Τζέικομπς. Γιατί βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’60 και τα πάντα μπορούν να συμβούν: Ντίλαν και Βιετνάμ, Τσάρλι Μπράουν και Λίχτενσταϊν, Κένεντι, Τζάκι και Κούβα, Κάστρο και Beatles, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Νικίτα Χρουτσόφ, Ρίτσαρντ Νίξον και Μέριλιν, Στόουνς, Άλεν Γκίνσμπεργκ.
Επιστροφή στο Factory του Γουόρχολ και φυσικά την εμπλοκή του Μαρίφογλου με τη γουορχολική κολεκτίβα-μύθο. Πλην της pop art με τις τοματόσουπες Κάμπελ και τα πορτρέτα των επωνύμων σε κατεύθυνση μαζικής παραγωγής, την ιδέα του να μανατζάρει τους Velvet Underground, την εμμονή του με τη διασημότητα, όπως και το προμοτάρισμα όλων όσοι ήθελαν να βιώσουν ένα φιξάκι από 15 λεπτά δημοσιότητας, ο Γουόρχολ έκανε και σινεμά. Πειραματικά φιλμ αλλά και σοφτ πορνογραφία. «Η μαζική παραγωγή πορνογραφικών ταινιών, χαμηλού προϋπολογισμού, ήταν ένα από τα εγχειρήματα του Γουόρχολ, ο οποίος πειραματιζόταν με ακατέργαστες ιδέες αποκλίνοντας ριζικά από το μέινστριμ σινεμά», γράφει ο κατάλογος της έκθεσης του Μαρίφογλου. Ο Πιτ στις αρχές του ’70 ξεκίνησε σπουδές σκηνοθεσίας και συγγραφής σεναρίου, κατόπιν εργάστηκε είτε ως ηθοποιός είτε ως εικονολήπτης. Και έτσι να τος ο φιλάρας να αρπάζει την ευκαιρία που του έδωσε ο Άντι και να μπαίνει στην παρέα του Factory. Ένας Θεσσαλονικιός στο Factory της Νέας Υόρκης. Έξω του το Τσέλσι, τοπίο σημαδεμένο με τα παλιά εργοστάσια που μετατράπηκαν σε εργαστήρια και την πρέζα να θερίζει. Βρόμα διάχυτη και φουλ της παραβατικότητας ολούθε, όμως αντικριστά με την κατάπτωση και την ντεκαντάσια, να, να, να και η αστερόσκονη. Τα γκλίτερ μάτια των χαμένων παιδιών του Γουόρχολ που κυκλοφορούν στη γειτονιά, κορίτσια ή τραβεστί, στρέιτ επιβήτορες, αγορογκέι περσόνες που απαρτίζουν την αυλή του.
Τα πλάσματα του Γουόρχολ γίνονται μέρος της ζωής του Πιτ, το σκηνικό των ταινιών του Γουόρχολ, που ο Μαρίφογλου φωτογραφίζει επιμελώς κατά απαίτηση του Άντι, γίνεται το σκηνικό και της δικής του ζωής. «Η πορνογραφία είχε τον χαρακτήρα της υποκουλτούρας, της αντίδρασης στις συντηρητικές αξίες και της προσπάθειας να ανατραπούν τα κοινωνικά ταμπού γύρω από τη σεξουαλικότητα. Η σοφτ φόκους αισθητική, που απέδιδε μια οικεία ως προς τη ζωγραφική αναπαράσταση, συνήθως δεν αξίωνε αισθητική αξία από μόνη της. Ο Μαρίφογλου εστιάζει στην αναλογική ασπρόμαυρη φωτογραφία. Οι λήψεις του μέσα στα κινηματογραφικά πλατό εναλλάσσονται μεταξύ fixed sequence shots και αυτόνομων λήψεων. Την ίδια στιγμή όμως εστιάζει και στους ανθρώπους, στα πρόσωπα των ρόλων στις ταινίες. Γνωρίζει τις προσωπικές τους ιστορίες. Οι φωτογραφίες του, τεκμήρια τόσο των ταινιών όσο και της σκληρής κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας της Νέας Υόρκης, αποκαλύπτουν την ευαισθησία του καλλιτεχνικού του βλέμματος χωρίς επιτηδεύσεις και λάμψη. Άλλοτε αμφίθυμα, άλλοτε φαινομενικώς ψυχρά, άλλοτε φανερά τρυφερά, επανασυστήνει γεγονότα και πρόσωπα και ξαναθυμάται σήμερα τα υπολείμματα της γοητευτικής αμερικανικής ποπ κουλτούρας τη στιγμή της έκρηξής της. Ταυτόχρονα, μας καλεί να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει τέχνη, επιθυμία και ηδονή, επιβίωση, τραύμα, ζωή». Το απόσπασμα είναι από το επιμελητικό κείμενο της Θούλης Μισιρλόγλου για τα αμαρτωλά, τα απαγορευμένα χρόνια του Πιτ στη Νέα Υόρκη.
Αυτές πάνω κάτω είναι οι φωτογραφίες που απαρτίζουν τα «Χρόνια του Warholl ΧΧΧ». Αρσενικοί επιβήτορες και θηλυκές υπάρξεις σε αναπτύγματα τύπου «κάτι σε σεξ», αφού στο σοφτ πορνό είναι η υπόνοια που μετράει και όχι η ντιρέκτ φιλμογράφηση της πράξης. Ο Μαρίφογλου, όμως, δεν έμεινε μόνο στον ρόλο του απλού παρατηρητή-καταγραφέα-κλικαδόρου. Ή όπως τραγούδησε και ο μέγας Μπόουι στο «The Jean Genie», «New York’s a go-go and everything tastes right, poor little Greene», ή όπως παραθέτει ο Μαρίφογλου: «Για αυτές τις νέες γυναίκες είχα τεράστιο σεβασμό. Και με εμπιστεύονταν μιλώντας ανοιχτά κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων. Όλες τους ζούσαν -χωρίς εξαίρεση- είτε με τη γιαγιά τους είτε στον δρόμο. Τους παππούδες τους είχαν δει πολύ λίγες, όπως πολύ λίγες είχαν δει ποτέ τους πατεράδες τους. Οι μητέρες τους ήταν μπλεγμένες με τα ναρκωτικά και την πορνεία. Όλα αυτά τα κορίτσια ονειρεύονταν μια κανονική ζωή, να παντρευτούν έναν κανονικό άντρα και να έχουν κανονικά παιδιά. Αυτό ήταν το μεγάλο τους όνειρο».
Μιλά για αυτές και δακρύζει: «Ήταν ανυπεράσπιστα και πλανεμένα πουλιά, που είδαν φως και μπήκαν στο Factory νομίζοντας πως θα κερδίσουν την ευκαιρία μιας άλλης ζωής. Άρχισα να σέβομαι αυτά τα χαμένα κορίτσια με τις συγκεχυμένες σεξουαλικές ταυτότητες, εκείνα που δεν είχαν σπίτι. Επίσης και τα χαμένα αγόρια χωρίς σπίτι και σεξουαλική ταυτότητα, ναρκωτικά, ποτά, ύπνος οπουδήποτε, κατά προτίμηση πάνω σε σκοτεινά σύννεφα. Άρχισα να τα σέβομαι όλα αυτά τα πλάσματα γιατί άρχισα να σέβομαι τον εαυτό μου». Τον ρωτώ πώς και δεν έμπλεξε μέσα σ’ αυτό περιβάλλον της παρακμής, την οποία διαστροφικά και ανάλγητα άφηνε να αυγατίζει ο Γουόρχολ. Απαντά πως από μικρός είχε αποστροφή και για το αλκοόλ και για τη μαριχουάνα, οπότε όλο αυτό το θέμα με τα ψυχότροπα δεν τον άγγιξε. Φτιαχνόταν μόνο με τζαζ, μπλουζ και ροκενρόλ, μου εξομολογείται, καθώς για να αποφορτίσω το κλίμα τού τραγουδώ στα γρήγορα κάτι από το «Waiting for the Man» των Velvet. «Έχω τα πάντα από Λου Ριντ, με τους Underground αλλά και τα σόλο του» ανταποδίδει.
Πέρα από φωτογράφος, ο Μαρίφογλου επιλέχτηκε από τον Γουόρχολ και σαν ηθοποιός. Έτσι μαζί με τον σούπερ σταρ του «Εργοστασίου», Taylor Mead, έπαιξε στο The Art Student, ταινία που χρηματοδοτήθηκε από την οικογένεια Ανιέλι και γυρίστηκε στο διαμέρισμα του Prince στη Νέα Υόρκη, συν κάποιες σκηνές στο μυθικό Chelsea Hotel: «Κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος στις πρώτες πρωινές ώρες, βγήκα στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του Prince. Ένα μικρό, μολυσμένο, σκοτεινό σύννεφο πλανιόταν πάνω από την Παρκ Άβενιου. Ενημέρωσα τους άλλους. Ο Γουόρχολ το είδε και τότε είπε, α, αυτός είμαι εγώ, ένα σκοτεινό και χαμένο μολυσμένο σύννεφο που πλανιέται πάνω από τη ζωή».
Η κουβέντα μας συνεχίζει για τα χρόνια μετά τη Νέα Υόρκη, μιας και ο Μαρίφογλου πέρασε καιρό στην Κορσική, ξόδεψε χρόνια στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και τη Σερβία, παράγοντας εικόνες, ποίηση, θέατρο και μουσική. Πλάνητας, κοσμοπολίτης, τρυφερός, γλυκός, πράος και χορτάτος, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, ξαναβρίσκοντας το γνώριμο κρώξιμο από τα παγώνια της Μονής Βλατάδων και τα αεράκια που θροΐζουν διαπερνώντας τα άδεια ετοιμόρροπα σπίτια της Άνω Πόλης. Απολαμβάνει την επιστροφή στη γενέθλια πόλη, όλες οι μνήμες και τα ενθύμια από εκείνη τη Θεσσαλονίκη που εγκατέλειψε όταν το «Βασίλισσα Μαίρη» σάλπαρε για τη Νέα Υόρκη, ο Μαρίφογλου βρήκε να τον περιμένουν.
Η έκθεσή του στο Case Studio του MoMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι μια πρώτης τάξης ευκαιρία για επιστροφή στις μέρες του Factory, που με τόση αίγλη, θρύλο, μύθο και δάφνες περιβάλλεται στο παγκόσμιο συλλογικό. Προσοχή όμως στα είδωλα και την γκλαμουρόσκονη: Παρατηρώντας τα κορίτσια και τα «χαλαρού σεξ» κάδρα του, και ακούγοντας τη μαρτυρία του από πρώτο χέρι, κάτι μέσα μου χαλάστηκε. Τον Λου Ριντ βέβαια τον χαλούσαν άλλα πράματα. Το «επεισόδιο» που θα σας μεταφέρω μου το εξομολογήθηκε ο Παναγιώτης Μαρίφογλου: «Είμαστε αραχτοί στο “Εργοστάσιο” και ο Άντι ρωτά τον Λου, έι Λου, με τι ασχολείσαι, τι ετοιμάζεις; Εκείνο τον καιρό ο Ριντ είχε στα σκαριά το “Berlin” (σ.σ. βασισμένο στην ιστορία των τοξικομανών φίλων του Τζίμι και Κάρολαϊν). Όμως ο Λου απάντησε, σιγά μη σου πω. Τίποτα δεν θα σου πω, you fucking thief, τίποτα δεν θα σου πω, γαμημένε κλέφτη ιδέων! Και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια».
«Pete Marifoglou. Τα χρόνια του Warhol ΧΧΧ»
Έως 12 Απριλίου 2026
MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (εντός ΔΕΘ-Helexpo, Θεσσαλονίκη)
Δειτε περισσοτερα
Αφορμή το τέλειο βιβλίο «H τελειότητα», υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο Booker
Η έκθεση Pete Marifoglou: Τα χρόνια του Warhol ΧΧΧ, μας συστήνει έναν φωτογράφο των θρυλικών 70s της Νέας Υόρκης
Γιατί στην Κένυα περπατούν όλοι, τα σαμαράκια έχουν όνομα και το Hotel είναι καφέ
Μέσα από συναρπαστικές ιστορίες, χειρόγραφα και ντοκουμέντα ανακαλύπτουμε τον θρύλο και τη κληρονομιά της γενιάς του ’30
Οι επιμελητές Iλειάνα Δημάδη και Κωνσταντίνος Τζάθας εξηγούν γιατί