Design & Αρχιτεκτονικη

Θωμάς Δοξιάδης: «Η καλή αρχιτεκτονική δίνει απλές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα»

Πώς η φύση μπορεί να επιστρέψει στην πόλη
Πάρις Δόμαλης
ΤΕΥΧΟΣ city lives 2 - 998
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο διεθνώς αναγνωρισμένος αρχιτέκτονας τοπίου Θωμάς Δοξιάδης μιλά στην ATHENS VOICE για τη φύση, την Αθήνα, το Ελληνικό, τη βιοφιλία και την ανάγκη για πιο ανθρώπινες πόλεις

Ο Απόλλωνας, θεός του φωτός και της μουσικής, συνδέεται με την έννοια της αρμονίας. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Απόλλωνας ήταν ο θεός (και) της αρμονίας. Κάπως έτσι, στην οδό που φέρει το όνομά του στο κέντρο της Αθήνας, ο Θωμάς Δοξιάδης μοιάζει να ασκεί καθημερινά μια δική του τέχνη ισορροπίας. Ανάμεσα στην πόλη και τη φύση, στο μυαλό και το σώμα, στο παρελθόν και το παρόν.

Ο Θωμάς Δοξιάδης είναι αρχιτέκτονας και αρχιτέκτονας τοπίου, ένας από τους ανθρώπους που έχουν δώσει στην αρχιτεκτονική τοπίου στην Ελλάδα διεθνή υπόσταση. Γεννήθηκε το 1970, σπούδασε στο Χάρβαρντ και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη, πριν επιστρέψει στην Αθήνα. Ασχολήθηκε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, δίδαξε αρχιτεκτονική τοπίου και έχει συνδέσει τη δουλειά του με την πόλη, το τοπίο, την οικολογία και την κλιματική προσαρμογή. Το 1999 ίδρυσε το γραφείο doxiadis+, μια δυναμική ομάδα που σήμερα αριθμεί 25 αρχιτέκτονες.

Στο κτίριο όπου μας φιλοξενεί σήμερα στεγάζεται ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά γραφεία αρχιτεκτονικής. Στην Ελλάδα έχει συνδεθεί με έργα όπως το Ελληνικό, το Amanzoe, το Four Seasons Astir Palace, το Αχίλλειο στην Κέρκυρα και το Landscapes of Cohabitation στην Αντίπαρο, το οποίο ξεχώρισε διεθνώς, καθώς και με διεθνείς συνεργασίες και έργα από την Πορτογαλία και το Μαρόκο μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Δοξιάδης επιμένει πολύ στην έννοια της ομάδας. Μιλά για την καλή συνεργασία, για τη γνώση που συγκεντρώνεται με τα χρόνια, για την ανάγκη να κοιτάζεις κάθε έργο με φρέσκια ματιά, χωρίς να θέλεις να επιβάλεις απλώς μια λύση. Η χειρότερη μέρα της εβδομάδας, λέει γελώντας, είναι η μέρα που ασχολείται με τα διοικητικά θέματα του γραφείου. Οι καλύτερες είναι εκείνες που ταξιδεύει ή βρίσκεται γύρω από ένα τραπέζι με την ομάδα, λύνοντας πραγματικά ζητήματα σχεδιασμού.

Η φιλοσοφία του, η ιδέα της συμβίωσης (forming symbiosis), σημαίνει να βλέπεις τον κόσμο μέσα από το πώς συνδέονται τα ζωντανά στοιχεία, οι τόποι, οι ανάγκες, οι άνθρωποι και τα φυσικά συστήματα. Ο στόχος είναι να δημιουργούνται χώροι όμορφοι και βιώσιμοι, όπου ο άνθρωπος μπορεί να ζει σε ισορροπία με το περιβάλλον του.

Η συμβίωση ανθρώπου, πόλης και φύσης ως αρχιτεκτονική φιλοσοφία

Τι σημαίνει, όμως, στην πράξη αυτή η συμβίωση ανθρώπου και φύσης; Και πώς μεταφράζεται σε μια μέθοδο εργασίας; Ο Δοξιάδης μιλά με ενθουσιασμό για αυτό που ονομάζει «ευαίσθητη μέθοδο εργασίας»: «Στην Πορτογαλία, όπου δημιουργείται ένα μεγάλο resort, πολύ υψηλής ποιότητας, αλλά με την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε περιοχή προστασίας της φύσης, οι τεχνικές που χρησιμοποιούμε είναι φυσικής αποκατάστασης. Είναι μια περιοχή που είχε και προστατευόμενα στοιχεία αλλά και πολλά κατεστραμμένα σημεία. Άρα έπρεπε να γίνει “γιάτρεμα” της φύσης. Εκεί παίρνεις την οικολογική και οικοσυστηματική αποκατάσταση που θα έκανες σε ένα λατομείο ή σε μια βιομηχανική περιοχή, και τη συνδυάζεις με ένα high-end resort. Παντρεύεις δύο πράγματα και φτιάχνεις κάτι καινούργιο».

Και συνεχίζει με ένα ακόμη παράδειγμα: «Στο Μαρόκο, πάλι σε high-end resort, φροντίζουμε οι επισκέπτες να περνούν μέσα από ένα αγροτικό δάσος. Στη συγκεκριμένη χώρα υπάρχουν αγροτικές περιοχές που, λόγω ζέστης, λειτουργούν σαν δάση γεμάτα με καρποφόρα. Είναι πάρα πολύ όμορφα. Παίρνουμε λοιπόν τις παραδοσιακές τεχνικές και την αισθητική της μαροκινής αγροτικής όασης και φτιάχνουμε ένα resort που το μισό του θα είναι μια τέτοια όαση. Και τα φρούτα και τα λαχανικά, που θα είναι μεγάλη παραγωγή, θα καταναλώνονται τοπικά».

Γι’ αυτό και το ζητούμενο, όπως υπογραμμίζει ο Δοξιάδης, δεν είναι η πολυτέλεια, αλλά η ποιότητα ζωής. Σε μια εποχή που περνάμε όλο και περισσότερο χρόνο μπροστά στην οθόνη και όλο και λιγότερο με τους άλλους, ο ίδιος επιστρέφει στο φως, στο χώμα, στα δέντρα και στους κήπους.

Η παιδική ηλικία ανάμεσα σε κήπους και θάλασσα

— Εσείς, κύριε Δοξιάδη, μεγαλώσατε σε σπίτι με κήπο;

Μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας τα πρώτα χρόνια της ζωής μου και μετά στα βόρεια της πόλης, σε ένα περιβάλλον που ήταν κάτι ανάμεσα σε κήπο και φάρμα. Υπήρχαν δέντρα, εσπεριδοειδή, ελιές, οπωροκηπευτικά, κι ένας μεγάλος σωρός κομποστοποίησης, πάνω (και μέσα) στον οποίο χοροπηδούσαμε. Ο κήπος συνδέθηκε για μένα με τη χαλάρωση και την οικογένεια.

Ο πατέρας μου δούλευε και τα Σάββατα, όπως συνηθιζόταν τότε, οπότε τις Κυριακές πηγαίναμε όλοι μαζί στον κήπο. Το άλλο βίωμα που έχω είναι του καλοκαιριού. Μέσα στη χρονιά ήμασταν στο σχολείο, στην Αθήνα, και μόλις τελείωναν τα μαθήματα μάς έστελναν στους παππούδες στο Πόρτο Ράφτη και αργότερα στις Κυκλάδες. Οι ευτυχισμένες στιγμές ήταν πάντα είτε στον κήπο, είτε στη θάλασσα, είτε σ’ ένα βραχάκι κάτω απ’ τον ήλιο και με ένα νησάκι στο βάθος.

— Ποια οικογενειακά βιώματα επηρέασαν τον τρόπο που σκέφτεστε;

Θα έλεγα πως σ’ αυτά τα βιώματα υπάρχει μια οικογενειακή καταβολή. Ένα κομμάτι της οικογένειας ήταν γιατροί, κι έτσι υπήρχε πάντα η αίσθηση ότι τα πράγματα πρέπει να είναι «γιατρεμένα», υγιή. Αυτό επηρέασε πολύ τον τρόπο που σκέφτομαι. Στον τρόπο σκέψης μου με έχει επηρεάσει και ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης, αδερφός του παππού μου. Η οικογένεια ήταν πολύ δεμένη. Αδέλφια, θείοι, παππούδες, ξαδέρφια μεγαλώσαμε μαζί. Τα καλοκαίρια ζούσαμε σε έναν οικισμό που είχε σχεδιάσει εκείνος και τον χειμώνα σε σπίτια επίσης δικά του. Παρότι πέθανε το 1975, ο κύκλος του παρέμεινε πολύ ζωντανός γύρω μας.

Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι ανήκαν σε μια παλιά γενιά Ελλήνων μηχανικών, που είχαν ζήσει προσφυγιά, πόλεμο, εμφύλιο και πίστευαν ότι μπορούν να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο μέσα από την επιστήμη και τη δουλειά τους. Αυτόν τον κόσμο δεν τον έβλεπαν σαν μια τεχνολογική ουτοπία, όπως οι Γερμανοί, οι Γάλλοι ή οι Αμερικανοί. Τον έβλεπαν με έντονο το ελληνικό στοιχείο. Αυτός ο καλύτερος κόσμος είχε μέσα την οικογένεια, την πλατεία, τη λεμονιά, το ψαράκι. Αυτές ήταν οι αξίες τους.

— Αυτές οι αξίες πέρασαν και στην αρχιτεκτονική;

Στην ιστορία της αρχιτεκτονικής υπάρχει ο μοντερνισμός κι αργότερα εμφανίστηκε ο διεθνιστικός μοντερνισμός, που έφερε μεγάλες αλλαγές παγκοσμίως, αλλά λειτούργησε και σαν οδοστρωτήρας, γιατί είδε όλο τον κόσμο ομοιόμορφα. Υπάρχει όμως και μια πιο τοπικιστική ή πιο ανθρωπιστική πτυχή στην αρχιτεκτονική. Η Ελλάδα έβγαλε ανθρώπους όπως ο Πικιώνης, ο Δοξιάδης, ο Κωνσταντινίδης, ο Αντωνακάκης, οι οποίοι προσπάθησαν να παντρέψουν ένα πιο μοντέρνο αύριο με τις αξίες που αγαπάμε.

— Γιατί γίνατε αρχιτέκτονας;

Οι αξίες περνούν μέσα μας από μικρή ηλικία. Ως έναν βαθμό ήταν επιλογή μου να γίνω αρχιτέκτονας, αλλά κυρίως έχει να κάνει με το περιβάλλον. Το περιβάλλον όπου μεγάλωσα είχε μια ευαισθησία και μια ροπή προς την καινοτομία, προς τα ζωντανά πράγματα, προς τα όμορφα, προς τη συνθετική σκέψη, προς την αρμονία. Προς κάτι πιο λιτό και αρμονικό, όχι πολύ φορτωμένο ή «φωνακλάδικο».

Για παράδειγμα, από μικρός είχα πάντα μεγάλη δυσπιστία στους ανθρώπους που μιλούν πολύ και δυνατά. Σκεφτόμουν ότι κάτι έχουν να κρύψουν αυτοί οι άνθρωποι. Συνήθως η ουσία είναι κάτι απλό και λέγεται απλά. Θεωρώ ότι η καλή αρχιτεκτονική δίνει απλές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα. Το χειρότερο είναι να δίνει σύνθετη λύση σε απλό πρόβλημα.

Η αρχιτεκτονική πέρα από το lifestyle και τη μόδα

— Ποιες αξίες έχει λοιπόν η αρχιτεκτονική;

Ως επιστήμη και επάγγελμα, η αρχιτεκτονική είχε κάποιες αρχές, μπορεί ακόμα να έχει. Αλλά είναι και θέμα του κάθε ανθρώπου. Η αρχιτεκτονική είχε πάντα ως αρχή τα πράγματα να στέκονται, να λειτουργούν καλά και να είναι όμορφα, όπως έβλεπε κάθε εποχή το όμορφο. Από τον Παρθενώνα και την Αγία Σοφία μέχρι τα κτίρια του μοντερνισμού. Η αίσθησή μου είναι ότι από τη δεκαετία του 1990 και μετά η αρχιτεκτονική έχασε αυτές τις αρχές κι έγινε lifestyle και μόδα. Και η μόδα έχει ημερομηνία λήξης, ό,τι γίνεται μόδα κάποια στιγμή τελειώνει. Η αρχιτεκτονική έχασε το βάθος της κι έτσι άρχισαν να στήνονται κτίρια για φωτογράφιση, ενώ ένα καλό κτίριο πρέπει να λειτουργεί, να αναπνέει, να μυρίζει σωστά, να μην κάνει αντήχηση, να ακουμπάς τους τοίχους και να το αισθάνεσαι αληθινό.

— Η εποχή που η αρχιτεκτονική ήταν μόδα έχει περάσει;

Πιστεύω πως περνάει. Κι ελπίζω ότι επιστρέφουμε σε μια εποχή όπου οι αξίες αποκτούν ξανά σημασία. Νομίζω ότι στις μέρες μας έχουν περισσότερο να κάνουν με τη σχέση μας με τη φύση, με τη σωματική μας διάσταση και με τον συνάνθρωπό μας. Σε αντιδιαστολή με τη σχέση με την οθόνη.

Η ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να επιστρέψει στη φύση

— Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος απομακρύνθηκε από τον κήπο και τώρα επιστρέφει σ’ αυτόν;

Όταν γύρισα στην Ελλάδα, μία από τις σταθερές μου ενασχολήσεις ήταν το Ελληνικό και το πάρκο του. Άρχισα να το μελετώ το 1995 και ευτυχώς εργαζόμαστε εκεί μέχρι σήμερα. Στην αρχή, τη δεκαετία του 1990, που οι Αθηναίοι δεν πήγαιναν στα πάρκα, το ερώτημα ήταν πώς φτιάχνεις ένα πάρκο 2.000-3.000 στρεμμάτων που δεν θα είναι άδειο. Τώρα πια ο κόσμος πηγαίνει. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει γιατί έχει χαθεί η επαφή με το χωριό. Είμαστε Αθηναίοι που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στην πόλη, οπότε το πάρκο γίνεται μια διέξοδος. Το δεύτερο είναι ότι ζούμε μια ζωή με όλο και περισσότερη φασαρία, άγχος και αλλαγές. Οπότε είναι φυσικό να θέλουμε χώρους ηρεμίας. Η πλατεία είναι κοινωνικός χώρος, αλλά πού και πού χρειάζεσαι έναν χώρο όπου το μυαλό και η καρδιά να ηρεμούν.

— Το περιγράφετε σαν μια ανάγκη περισσότερο…

Υπάρχει η θεωρία της βιοφιλίας, που λέει ότι ο άνθρωπος, επειδή αναπτύχθηκε ως μέρος της φύσης, τη χρειάζεται για να είναι καλά. Όταν δεν βρίσκεται σε επαφή με φυσικά συστήματα, κάτι αρχίζει να διαταράσσεται. Έχει χαθεί η ισορροπία ανάμεσα στο μυαλό και το σώμα. Για εκατομμύρια χρόνια λειτουργούσαν μαζί. Τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά τη βιομηχανική επανάσταση, δίνουμε πάρα πολλά στο μυαλό. Θέατρο, σινεμά, υπολογιστής, τηλεόραση, Netflix, κινητά. Περνάμε τη μέρα μας κυρίως μέσα στο μυαλό μας, όχι με το σώμα μας. Κι αυτό έρχεται μετά ως ανάγκη: να βγω, να τρέξω, να κινηθώ.

— Υπάρχει ένα μέρος όπου αισθάνεστε σπίτι σας;

Η Αθήνα, σίγουρα, γιατί έχω ζήσει σχεδόν όλη μου τη ζωή εδώ. Ένα βραχάκι σε οποιοδήποτε νησί στο Αιγαίο ή στο Ιόνιο. Εκεί που κάθεσαι και είστε μόνο το βραχάκι, η θάλασσα κι εσύ, και όλα είναι καλά. Το ίδιο και σ’ ένα δάσος.

— Τι σημαίνει αρχιτεκτονική τοπίου; Πώς μπορεί να συνυπάρξει ο άνθρωπος της πόλης με τη φύση;

Πάντα μας βοηθά να βλέπουμε τα πράγματα μέσα στον χρόνο. Οι άνθρωποι, τουλάχιστον εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια, διαμορφώνουμε τη γη πάνω στην οποία ζούμε. Την καλλιεργούμε, κάνουμε πεζούλες, περιτοιχίσματα, φράγματα, αγρούς. Κόβουμε δάση, διαχειριζόμαστε το νερό, τη φωτιά, την παραγωγή τροφής. Από τους γεωμέτρες της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, που πήραν πεδιάδες και τις έκαναν ορθογώνια για να καλλιεργούνται, μέχρι τους αιγυπτιακούς κήπους στους ναούς και στα μεγάλα σπίτια, ο άνθρωπος έφτιαχνε τοπίο. Το έκανε για λόγους παραγωγής, για λόγους μηχανικής, για να σταματήσει μια πλημμύρα, για άμυνα, αλλά και για λόγους συμβολικούς. Πριν από περίπου εκατό χρόνια αυτό οργανώθηκε στην Αμερική ως επάγγελμα και ονομάστηκε αρχιτεκτονική τοπίου: δηλαδή η δομή του χώρου όχι στο κτίριο, αλλά στο τοπίο.

Αν στην αρχιτεκτονική του κτιρίου τα βασικά συστήματα είναι το μπετόν, το ατσάλι, ο τοίχος, το παράθυρο, η σκάλα, στην αρχιτεκτονική τοπίου μπαίνουν η ύπαιθρος, ο καιρός, οι μεταβολές και τα φυσικά συστήματα: το νερό, η λίμνη, η διάβρωση, η πλημμύρα, το φυτό, το δάσος, η φωτιά. Σήμερα έρχεται να λύσει προβλήματα της εποχής μας. Πώς ξαναφέρνεις τη φύση μέσα στην πόλη. Πώς οργανώνεις έναν χώρο ώστε να περιορίζεται η πυρκαγιά. Πώς κάνεις ένα ρέμα ζωντανό οικοσύστημα που διαχειρίζεται πλημμύρες, φέρνει ζωή και δροσερό αέρα στη γειτονιά και γίνεται κοινωνικός χώρος. Πώς στήνεις ένα τουριστικό θέρετρο ώστε να έχει δραστηριότητες, μικροκλίμα, ομορφιά και να ανήκει στον τόπο του. Η αρχιτεκτονική τοπίου συνδυάζει τις επιστήμες του μηχανικού με τις βιολογικές επιστήμες. Ενώνει τον κόσμο του μπετού, του ατσαλιού και των δρόμων με τον κόσμο του δάσους, του ποταμού, του φυτού, ακόμα και του βακτηρίου. Και σήμερα αυτό είναι αναγκαίο, γιατί οι πόλεις μας, και οι ζωές μας, δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς φυσικά στοιχεία.

— Για τον δημόσιο χώρο υπάρχουν πάντα διαφωνίες. Διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικές αξίες, διαφορετικά συμφέροντα. Πώς σχεδιάζει κανείς όταν δεν υπάρχει κοινή συμφωνία για το τι είναι «καλό»;

Στα αγγλικά αυτό που κάνουμε ονομάζεται design και δίνει έμφαση στη μορφή. Στα ελληνικά όμως ονομάζεται σύνθεση. Και η λέξη αυτή έχει μεγάλη σημασία, γιατί αναγνωρίζει ότι οι λύσεις βρίσκονται στη διαχείριση και εξισορρόπηση των πολλών διαφορετικών αναγκών. Αυτό γίνεται πρώτα σε επίπεδο κοινωνίας. Αυτή είναι που πρέπει να πει τι θέλει να συνθέσει στο μέλλον της. Ο αρχιτέκτονας μπορεί να φανταστεί ή να προτείνει, αλλά η κοινωνία πρέπει να αποφασίσει. Για παράδειγμα, αν θέλει δημόσιες πλατείες με λίγα τραπεζοκαθίσματα και πολλά δέντρα. Εκεί υπάρχει το εμπορικό κομμάτι, το φυσικό και το κοινωνικό. Αυτή είναι μια μορφή σύνθεσης.

Μετά έρχεται ο τρόπος που δουλεύει το κάθε γραφείο. Στους doxiadis+, με 25 χρόνια εμπειρίας και με μια ομάδα 25 ανθρώπων, έχουμε μαζέψει πολύ ειδική γνώση. Εξετάζουμε το κάθε έργο χωρίς προκαταλήψεις, με φρέσκο μάτι, και δουλεύουμε για λύσεις από τις οποίες θα βγαίνουν όλοι κερδισμένοι, από τα παιδιά και τους ενήλικες μέχρι τα δέντρα και τα πουλιά.

— Θα ορίζατε ποτέ κάποιο έργο ως τέλειο;

Θα μπορούσαμε να μιλάμε πολλή ώρα γι’ αυτό! Το τέλειο μάλλον δεν υπάρχει, αλλά υπάρχουν, πιστεύω, κάποια έργα που γνωρίζω καλά τα οποία πλησιάζουν την τελειότητα, όπως οι διαμορφώσεις του Πικιώνη γύρω από την Ακρόπολη. Το «Απολλώνιο» του Κωνσταντίνου Δοξιάδη. Ή το κτίριο των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων του Λε Κορμπιζιέ, στο οποίο είχα την τύχη να περάσω τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο. Υπάρχει, κατά την άποψή μου, μια τελειότητα και στα τείχη της Ακρόπολης. Αλλά και η «Μικρή Μητρόπολη» (Άγιος Ελευθέριος / Παναγία Γοργοεπήκοος) είναι εξαιρετική.

— Συχνά ζητάμε ταυτόχρονα ανάπτυξη, προστασία του περιβάλλοντος, οικονομική βιωσιμότητα, κοινωνική αποδοχή και υψηλή αισθητική. Μήπως δεν γίνονται όλα μαζί;

Νομίζω ότι γίνεται, αλλά μέσα από πολύ κόπο. Για να πετύχεις μια καλή σύνθεση, είτε μιλάς για μουσική είτε για την κοινωνία και την πολιτική, χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά, ακριβώς επειδή πρέπει να συγκεράσεις τόσα διαφορετικά πράγματα. Και πρέπει να περάσει μέσα από ξεκαθάρισμα προτεραιοτήτων. Γιατί μπορείς να συνθέσεις δέκα κατευθύνσεις, αλλά δεν μπορούν όλες να είναι εξίσου κυρίαρχες. Όπως στη μουσική μπορεί να έχεις δέκα νότες, αλλά δεν έχουν όλες την ίδια αξία μέσα στη συγκεκριμένη μελωδία.

Το μέλλον της Αθήνας και η πόλη μετά το ΙΧ

— Έχετε ασχοληθεί με το Ελληνικό σχεδόν από την αρχή. Τι σημαίνει για εσάς σήμερα αυτό το έργο και το πάρκο του;

Από το 1995 ασχολούμαι ενεργά και το 2012 έτυχε να είμαστε στην ομάδα της Lamda, η οποία στη συνέχεια κέρδισε τον διαγωνισμό, οπότε έχουμε παρακολουθήσει το έργο σε όλες του τις φάσεις. Αυτή τη στιγμή ένα μεγάλο κομμάτι του χώρου υλοποιείται. Περνώντας, βλέπεις κυρίως τα κτίρια, γιατί είναι κάθετα. Το πάρκο είναι οριζόντιο, γι’ αυτό δεν φαίνεται ακόμα έντονα. Υλοποιούνται όμως κομμάτια του, ενώ ήδη μπορεί κανείς να κυκλοφορήσει στο Experience Park. Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα θα μπορούμε να κυκλοφορούμε και σε μεγαλύτερα κομμάτια του πάρκου. Το Ελληνικό είναι ένα πολύ μεγάλο στοίχημα. Ελπίζω να πάει καλά, γιατί αν όχι θα είναι κακό και για την πόλη και για την οικονομία. Οι μεγάλες αναπτύξεις από το μηδέν είναι πολύ δύσκολες και γεμάτες ρίσκα. Το δουλεύουμε για να πάει καλά όμως.

— Σκέφτεστε κάποιο παράδειγμα από το Ελληνικό όπου συνυπάρχουν το παλιό με το νέο;

Στο Experience Park, την πρώτη φάση του πάρκου του Ελληνικού, έπρεπε να λύσουμε το εξής βασικό πρόβλημα: Πώς θα τι κάνουμε όσο πιο οικολογικό γίνεται, ξεκινώντας όμως από έναν χώρο αεροδρομίου, που είχε πάρα πολύ μπετόν και άσφαλτο. Πώς θα έχουμε τις λιγότερες αλλαγές, άρα και περιβαλλοντικό και ενεργειακό αποτύπωμα, από τη μία, και το περισσότερο πράσινο από την άλλη. Άλλο ερώτημα ήταν, τι θα κάναμε τα υλικά που χαλάσαμε. Εκεί μας έδειξε τον δρόμο το παρελθόν. Τα ανακυκλώσαμε.

Αν κοιτάξεις την παλιά Αθήνα, είναι πόλη ανακύκλωσης. Από τα τείχη της Ακρόπολης μέχρι τα παλιά σπίτια, όλα ήταν φτιαγμένα από ανακυκλωμένα υλικά παλιότερων εποχών. Κάπως έτσι λειτουργήσαμε κι εμείς. Το μπετόν, όταν το σπάσεις, γίνεται πέτρα. Δουλεύτηκε λοιπόν από παραδοσιακούς πετράδες, με τον παραδοσιακό τρόπο, και έγινε καλντερίμι, πεζούλα, παγκάκι, όπως φτιάχνεται εδώ και χιλιάδες χρόνια. Κάποια άλλα υφιστάμενα μπετά κόπηκαν με τροχό και απέκτησαν καθαρές, ωραίες επιφάνειες μωσαϊκού, με πιο «πολυτελή» εμφάνιση. Αυτό είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του πώς μπορείς να κινηθείς προς ένα οικολογικό μέλλον μαθαίνοντας από το παρελθόν.