- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Δημήτρης Ανδριόπουλος: «Αντιμετωπίζουμε τα κτίρια ανθρωποκεντρικά»
Ο Δημήτρης Ανδριόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της DIMAND μιλά για το όραμα της εταιρείας, την αρχιτεκτονική της Αθήνας, τη βιώσιμη ανάπτυξη και το μέλλον των γειτονιών
Με τον Δημήτρη Ανδριόπουλο, διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου DIMAND, δώσαμε ραντεβού για τη συζήτησή μας στο The Ilisian, πρώην Hilton. Πήγα για πρώτη φορά από τότε που άνοιξε και πάλι, και πρέπει να πω ότι, ως γέννημα-θρέμμα της Αθήνας, ένιωσα κάποια συγκίνηση. «Και για μένα είναι η πρώτη φορά εδώ, και όντως είναι πολύ ιδιαίτερο το συναίσθημα», μου λέει.
Δημήτρης Ανδριόπουλος: Τα κτίρια, οι άνθρωποι και η νέα εικόνα της Αθήνας
— Για το ξεκίνημα της συζήτησης, μου ήρθε στο μυαλό ο ιδρυτής των Hilton. Δημιούργησε το πρώτο ξενοδοχείο το 1925 και, στο κραχ του 1929, ενώ όλα έδειχναν ότι θα καταστρεφόταν κι αυτός, άντεξε. Τότε είπε μια πολύ ενδιαφέρουσα φράση: «Εκεί κατάλαβα ότι τα ξενοδοχεία δεν είναι τα κτίρια, είναι οι άνθρωποι». Έχω την αίσθηση ότι αυτός είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζετε κι εσείς στην DIMAND τα κτίρια που αναπτύσσετε. Φαντάζεστε τους ανθρώπους που θα τα χρησιμοποιήσουν;
Από τη στιγμή που μπήκα σ’ αυτόν τον χώρο, αντιμετωπίζαμε και αντιμετώπιζα τα κτίρια ανθρωποκεντρικά. Κάθε έργο που σχεδιάζαμε είχε ως επίκεντρο τον άνθρωπο. Φανταζόμασταν όσους θα δουλεύουν μέσα και επιδιώκαμε να δημιουργούμε μεγάλα lobby που να τους υποδέχονται. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα μικρά lobby. Γενικά τα ελληνικά κτίρια είχαν ασφυκτικά μικρά lobby, χωρίς την ουσιαστική έννοια της «υποδοχής». Αρχίσαμε να βάζουμε και την τέχνη στα lobby, όπως και στα lobby των ξενοδοχείων, κάτι που είχα δει στο εξωτερικό. Δεν πρέπει ο άνθρωπος να νιώθει πάντα στο επίκεντρο; Οπότε σκεφτήκαμε τον άνθρωπο, τον άνθρωπο ως εργαζόμενο και ως επισκέπτη. Τα χρώματα, το ύψος της οροφής, το οξυγόνο του κτιρίου.
— Προφανώς θα δίνετε σημασία και στην όψη ενός κτιρίου…
Είναι κάτι που με συγκλονίζει. Συνήθως ζεις στην πόλη όπου δημιουργείς ένα κτίριο, ή την επισκέπτεσαι, και δεν θες να ντρέπεσαι γι’ αυτό που έφτιαξες, να ακούς αρνητικά σχόλια. Δεν μπορώ να τα ονομάσω τοπόσημα, είναι πολύ βαριά κουβέντα, αλλά, στα είκοσι και πλέον χρόνια της εταιρείας, τα κτίριά μας κατορθώσαμε να σχολιάζονται πολύ θετικά. Γι’ αυτό, αρχιτεκτονικά μιλώντας πάντα, ντρέπομαι για ένα από τα πρώτα μου πρότζεκτ το 2000. Παρότι το 1999 προσλάβαμε μια αμερικανική εταιρεία αρχιτεκτόνων, η οποία σχεδίασε αυτό που βλέπουμε σήμερα, όποτε περνώ από εκείνο το σημείο, ντρέπομαι γι’ αυτό το δημιούργημα. Είχε βέβαια ένα ενδιαφέρον, γιατί ήταν ένας από τους μεγαλύτερους σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών στην Ευρώπη. Παρασυρθήκαμε όμως από τη δόξα που έδινε το μέγεθος και παρότι αρχιτεκτονικά είχε μια πινελιά, και τότε μέτριο ήταν.
— Την Αθήνα αρχιτεκτονικά πώς θα την περιγράφατε, και κυρίως τι λέτε ότι χρειάζεται;
Καταρχάς, από το 2008 και μέχρι το 2019, εξαιτίας των απανωτών κρίσεων, η Αθήνα ασχήμυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό, διότι τα κτίρια έμειναν αφρόντιστα και ασυντήρητα. Μετά το 2019, με την οικονομική ανάπτυξη, η πόλη άρχισε να ομορφαίνει και γιατί πολλά κτίρια συντηρήθηκαν αλλά και επειδή υπήρχε η οικονομική άνεση τα νέα κτίρια να έχουν καλύτερη σχέση και «συνομιλία» με την πόλη. Είδαμε καλύτερες όψεις, πιο ενδιαφέροντα concepts, ήρθαν και καινούργιοι αρχιτέκτονες και πρόσθεσαν στοιχεία. Είδαμε πόσο άλλαξε η πόλη με το ίδρυμα Νιάρχος στο Φάληρο, με τον Renzo Piano να δίνει κάτι πολύ σημαντικό στην περιοχή, αλλά και με τον Πύργο Πειραιά, που κάναμε εμείς.
Και τα κτίρια του Παπαστράτου –που δεν τα κατεδαφίσαμε, αλλά ανανεώσαμε τις όψεις τους και κρατήσαμε την αρχιτεκτονική του 1934-1974, με καινούργια υλικά και λίγο μεγαλύτερα ανοίγματα– πόσο ενδιαφέροντα έγιναν. Άρα, εγώ δίνω μεγάλη σημασία στην ομορφιά που προέρχεται και από τον χαρακτήρα του ακινήτου. Η Αθήνα έχει πολλά και πολύ ενδιαφέροντα κτίρια τα οποία εγκαταλείπονται και καταρρέουν. Οπότε, η πρώτη μεγάλη προσπάθεια είναι να φροντίσουμε τα υπάρχοντα και μετά να λειτουργήσουν οι αρχιτεκτονικές επιτροπές, οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες, οι σύλλογοί τους, ώστε καθετί που προστίθεται να έχει άποψη και να εντάσσεται αρμονικά στο σύνολο.
— Όταν εγκαταλείπεται το κέντρο της πόλης, στην πραγματικότητα είναι σαν οι κάτοικοι της πρωτεύουσας να εγκαταλείπουν τον εαυτό τους. Ανεπαίσθητα περνάει και στους ανθρώπους αυτή η εγκατάλειψη.
Το πιστεύω απόλυτα και υπάρχει εξήγηση. Η κατοικία προοδευτικά έφυγε από το κέντρο, πλην Κολωνακίου, και πήγε κυρίως στα βόρεια και νότια Προάστια. Στο κέντρο έμεινε ένα απόθεμα κτιρίων, ίσως και της τάξης του 80%, που ήταν χώροι του Δημοσίου. Το Δημόσιο παραδοσιακά δεν συντηρούσε τα ακίνητά του, και οι άνθρωποι που πηγαίνουν να εργαστούν στο κέντρο δεν έχουν ενδιαφέρον για τα κτίρια, γιατί είναι περαστικοί. Οπότε το κέντρο άρχισε να βελτιώνεται από το 2019, όταν αυξήθηκε ο τουρισμός, γιατί ο τουρίστας έχει απαίτηση. Το Hilton, όπου καθόμαστε τώρα, χωρίς να αλλάξει την όψη του αλλά ανανεώνοντας τη φρεσκάδα του, βελτίωσε πολύ την αισθητική της περιοχής.
— Είναι πολύ ενδιαφέρον το πόσο πολύ έχει αλλάξει το κέντρο, κρατώντας όμως τον χαρακτήρα του. Είναι η αρχιτεκτονική της ανθρώπινης ψυχής.
Ακριβώς. Υπάρχει και στα κτίρια αυτό, αλλά σε άλλη διάσταση, χωρίς τόσο συναίσθημα. Αυτό που συμβαίνει εδώ τώρα στο The Ilisian θα έχει δυναμική αντίδρασης σε όλη την περιοχή, για πάνω από δέκα χρόνια. Θα παρασύρει όλα τα κτίρια και τους χρήστες γύρω γύρω ώστε να βελτιωθούν. Θα θέλουν να του «μοιάζουν» και να του «ταιριάζουν», να είναι συμπληρωματικά, οπότε θα βελτιωθούν και οι όψεις και το περιεχόμενο των γύρω κτιρίων.
Οι πεζοδρομήσεις, οι πλατείες και το ελεύθερο πράσινο είναι πλέον ο καινούργιος τρόπος για να δημιουργείς τη γειτονιά. Στην Αθήνα αυτό είναι που μας λείπει.
— Νέοι Έλληνες αρχιτέκτονες υπάρχουν;
Ναι. Υπάρχει μια καλή καινούργια γενιά αρχιεκτόνων, μεταξύ 30 και 45, οι οποίοι ευτυχώς, με την οικονομική ανάπτυξη, επειδή η δουλειά δεκαπλασιάστηκε σε σχέση με το 2017, βρήκαν χώρο ώστε να αναδείξουν το έργο τους. Οπότε, βλέπουμε συνέχεια να ξεπετάγεται το καινούργιο ταλέντο, κάτι πολύ ελπιδοφόρο σε μια εποχή που αποσύρονται κάποιοι παλαιοί.
— Εσείς δίνετε δουλειές σε νέους αρχιτέκτονες;
Για τα γραφεία μας στη Νερατζιώτισσα εμπιστευτήκαμε τότε για το concept δύο τεταρτοετείς φοιτητές της Αρχιτεκτονικής, οι οποίοι είχαν κερδίσει το βραβείο για το κέντρο επισκεπτών Renzo Piano στο Ίδρυμα Νιάρχος. Και από ένα άρθρο στην «Καθημερινή» που τους παρουσίαζε για τη βράβευσή τους, τους πήραμε και σχεδίασαν τα γραφεία μας το 2016-2017. Για την όψη του Πύργου Πειραιά, μεταξύ των οκτώ γραφείων που κατέθεσαν πρόταση, επιλέξαμε το PILA, το γραφείο ενός νεαρού ζευγαριού αρχιτεκτόνων, του Ηλία Παπαγεωργίου και της συζύγου του, Χριστίνας Παπαλεξανδρή. Την όψη του Μινιόν, μέσα από διαδικασία από εννιά προτάσεις, τη δώσαμε σε έναν σχετικά νεαρό και άγνωστο εδώ στην Ελλάδα Έλληνα που ζει στη Βαρκελώνη, τον Μίνω Διγενή.
— Τι ποσοστό τεχνητής νοημοσύνης βάζετε στον σχεδιασμό ενός κτιρίου; Θέλετε να συμμετέχει και ο παλιός, παραδοσιακός τρόπος;
Εμείς δεν σχεδιάζουμε μέσα στην εταιρεία τα κτίρια, ωστόσο συνεργαζόμαστε στενά με τα μελετητικά γραφεία. Θεωρώ όμως πως τα καλά concept design, όπως τα λέμε, τα καλά προσχέδια δηλαδή, είναι όλα στο χέρι και μετά αναλαμβάνει τη δουλειά η τεχνολογία. Χρησιμοποιούμε τεχνητή νοημοσύνη στην εταιρεία, αλλά σε άλλους τομείς.
— Έχει ελπίδα η αναβίωση της γειτονιάς στην Αθήνα;
Σαφώς έχει ελπίδα, αν επιμείνουμε όλοι οι συντελεστές. Θα έβαζα ως κυριότερο τον ρόλο αυτών που έχουν την ευθύνη να εξηγήσουν στους κατοίκους της γειτονιάς τι σημαίνει η αναβίωσή της. Αυτό που έχει χαθεί είναι η επικοινωνία, δεν μιλάει κανείς με κανέναν. Το 1991 βρέθηκα να ζω για 6 μήνες σε ένα προάστιο του Μπέρμιγχαμ. Η εταιρεία που με εκπαίδευε μου είχε διαθέσει ένα μικρό μπάνγκαλοου. Τα Χριστούγεννα, ήρθε η γυναίκα μου για να τα περάσουμε μαζί και καλέσαμε στο σπίτι τρεις από τις οικογένειες με τις οποίες έλεγα «καλημέρα» και «καλησπέρα». Εκείνη τη μέρα στο σπίτι μου βρέθηκαν και μεταξύ τους όλοι για πρώτη φορά και συστήθηκαν. Το λέω για να μην τα φορτώσουμε όλα στο ΑΙ.
Για τις γειτονιές, λοιπόν, πρώτα θα έλεγα ότι θα πρέπει να εξηγήσουμε στους ανθρώπους της περιοχής τι σημαίνει η ανάπλαση, μετά το κράτος σε όλες του τις εκφάνσεις να δημιουργεί πάντοτε το φιλικό πλαίσιο, και έπειτα οι ιδιώτες να θέλουν να κάνουν κάτι που αφήνει αποτύπωμα στη γειτονιά κι όχι μόνο στην τσέπη τους. Την ευθύνη, όμως, να ταρακουνήσει και να κινητοποιήσει όλους αυτούς την έχει ο επενδυτής, ο ιδιώτης. Αυτός πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία, να μην περιμένει από τους άλλους. Υπάρχει «η πόλη των 15 λεπτών» που ξεκίνησε από τη Γαλλία, νομίζω. Να δημιουργήσουμε τις γειτονιές που μπορεί κανείς να τα βρει όλα μέσα σε 15 λεπτά. Οι πεζοδρομήσεις, οι πλατείες και το ελεύθερο πράσινο είναι πλέον ο καινούργιος τρόπος για να δημιουργείς τη γειτονιά. Στην Αθήνα αυτό είναι που μας λείπει.
— Άρα η Αθήνα δεν χρειάζεται ύψος σε κτίρια.
Είμαι οπαδός του ύψους, αν γίνεται με στρατηγική και ορίζοντα 30-40 ετών, και σε συγκεκριμένες περιοχές, γιατί το ύψος δημιουργεί περισσότερο ελεύθερο χώρο κάτω. Αρκεί αυτό να εντάσσεται σ’ έναν ευρύτερο αστικό σχεδιασμό.
— Υπάρχει ένα στοιχείο της παλιάς Αθήνας το οποίο λέτε ότι ίσως θα μπορούσε να αναβιώσει ως στοιχείο του χαρακτήρα της;
Για τον χωματόδρομο που λέμε ότι χάθηκε, θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Πριν από 45 χρόνια, η Τοσκάνη, ως περιφέρεια, αποφάσισε να διατηρήσει όλους τους χωματόδρομούς της για να επικοινωνούν τα χωριά, και ως στοιχείο σύνδεσης με το παρελθόν αλλά και ως τουριστικό εργαλείο. Το αποτέλεσμα είναι οι strade bianche να έχουν γίνει τώρα πόλος έλξης τουριστών απ’ όλο τον πλανήτη. Γιατί θέλεις να ποδηλατήσεις, να οδηγήσεις, αντί να πας από την άσφαλτο, από τη Σιένα στο Σαν Τζιμινιάνο, να πας από strade bianche. Βέβαια οι strade bianche δεν είναι σαν τους ελληνικούς χωματόδρομους, είναι αυτό που λέμε πατημένο χαλίκι 3Α. Γιατί συντηρούνται από το σύστημα, από το κράτος.