Design & Αρχιτεκτονικη

Μπλε-πράσινες στέγες: το νέο «έδαφος» της πόλης

Το πρόγραμμα Blue-Green Tops επιχειρεί να μετατρέψει τα δώματα της πόλης σε μπλε-πράσινες στέγες που διαχειρίζονται το νερό και μειώνουν τη θερμοκρασία

Λουκάς Βελιδάκης
ΤΕΥΧΟΣ city lives 2
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μπορούν οι ταράτσες της Αθήνας να γίνουν η νέα πράσινη υποδομή της πόλης; Το Blue-Green Tops επιχειρεί να μετατρέψει τα δώματα σε εργαλεία κλιματικής ανθεκτικότητας.

Αν ανεβείτε στον λόφο του Λυκαβηττού ή σε οποιαδήποτε ταράτσα πολυκατοικίας στην Αθήνα και κοιτάξετε τριγύρω, θα δείτε ένα τοπίο που μοιάζει να έχει παραιτηθεί από κάθε αξίωση. Γκρίζο, σκουριασμένες κεραίες, ηλιακοί θερμοσίφωνες σε διάφορα στάδια φθοράς – μια ατέλειωτη επιφάνεια που απλώνεται στον ορίζοντα. Αυτό το τοπίο –το «πέμπτο πρόσωπο» της Αθήνας, όπως το ονομάζουν οι αρχιτέκτονες– είναι η καρδιά ενός εγχειρήματος που θέλει να επανανοηματοδοτήσει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τη σχέση της πόλης με το νερό, τη θερμοκρασία, τη βιοποικιλότητα και τους ίδιους τους κατοίκους της.

Το εγχείρημα με την ονομασία Blue-Green Tops

Είναι μια πρωτοβουλία επιστήμης πολιτών που αναπτύσσεται στην Αθήνα υπό την καθοδήγηση της καθηγήτριας Αστικού Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Άλκηστης Ρόδη. Με εταίρους το Alan Turing Institute, το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, τo Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο της Γενεύης και τον Δήμο Αθηναίων, και με την υποστήριξη του ευρωπαϊκού προγράμματος Science Us, στοχεύει στο να μετατρέψει τις επίπεδες ταράτσες της ελληνικής πρωτεύουσας σε υποδομή κλιματικής ανθεκτικότητας. Μπλε-πράσινες στέγες: πράσινες, επειδή φυτεύονται. Μπλε, επειδή αποθηκεύουν και διαχειρίζονται το νερό της βροχής.

Το μέγεθος της ευκαιρίας γίνεται κατανοητό μόλις αντιληφθείς τι ακριβώς είναι η Αθήνα από ψηλά. Σε αντίθεση με τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη ή το Παρίσι, όπου οι κεκλιμένες στέγες κυριαρχούν στο αστικό τοπίο, «το 85% των στεγών της Αθήνας είναι επίπεδες», λέει η κ. Ρόδη και εξηγεί: «Οι μπλε-πράσινες στέγες συνδυάζουν τη φύτευση –τον παράγοντα πράσινο– και το μπλε, που σημαίνει ότι το νερό της βροχής συγκρατείται, καθυστερεί σε μια έντονη βροχόπτωση, και σταδιακά το αποδεσμεύουμε. Άρα λειτουργεί και ως αντιπλημμυρικό μέτρο, ενώ μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί». Η ιδέα δεν είναι καινούργια. Από τους κρεμαστούς κήπους της Μεσοποταμίας και τα ρωμαϊκά impluvium μέχρι τα κυκλαδίτικα σπίτια, που αξιοποιούσαν τις ταράτσες για συλλογή βρόχινου νερού, η ανθρωπότητα ξέρει από καιρό πώς να διαχειρίζεται αυτή την επιφάνεια. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι δύο πράγματα: η τεχνολογία και η επιτακτικότητα λόγω κλιματικής αλλαγής.

Rooftop Revolution στο Άμστερνταμ © ALICE WIELINGA

Η τεχνολογία σήμερα έχει κάνει αυτές τις κατασκευές ελαφριές, αρθρωτές και συντηρήσιμες. Τα συστήματα modules και trays –ελαφριά, αρθρωτά, εύκολα στη συντήρηση και την αντικατάσταση– επιτρέπουν τοποθέτηση σε ήδη υπάρχουσες στέγες χωρίς να απαιτούνται εκτεταμένες κατασκευαστικές επεμβάσεις. Ένα τυπικό tray σύστημα όντας άδειο ζυγίζει 12 κιλά ανά τετραγωνικό μέτρο, έχει ικανότητα αποθήκευσης 40 λίτρων νερού ανά τετραγωνικό μέτρο και διαστάσεις 500x500x150 χιλιοστά. Το κόστος έχει πέσει δραματικά. Και το αποτέλεσμα; Μια μπλε-πράσινη στέγη μπορεί να μειώσει την απορροή βρόχινου νερού κατά 70% έως 97% σε ακραία καιρικά φαινόμενα – έναντι 12% που επιτυγχάνει μια συμβατική πράσινη στέγη.

Τα νούμερα αυτά αποκτούν άλλη βαρύτητα όταν θυμάται κανείς τι συνέβη στην οδό Μαρασλή, τι έδειξαν οι πλημμύρες στη Μάνδρα και τι σημαίνει ο ταμιευτήρας του Μόρνου, που το 2024 έχασε 40 μέτρα στάθμης εξαιτίας της παρατεταμένης ξηρασίας. Η Αθήνα αντιμετωπίζει και τα δύο άκρα: +1,73°C μέση αύξηση θερμοκρασίας από τη δεκαετία του ’60, κύματα καύσωνα που το 2021 άγγιξαν τους 45°C, και παράλληλα σπάνιες αλλά καταστροφικές βροχοπτώσεις σε ένα σύστημα αποχέτευσης που δεν σχεδιάστηκε για το κλίμα που ζούμε σήμερα.

Πέρα από τη μόδα του «πράσινου»

Η Άλκηστις Ρόδη αναλύει τα οφέλη με τη συστηματικότητα κάποιου που τα έχει μελετήσει ενδελεχώς και τη θέρμη κάποιου που πιστεύει σ’ αυτά. «Πρώτον, γιατί ρίχνουν τη θερμοκρασία του αέρα του περιβάλλοντος. Εξοικονομούμε ενέργεια, γιατί μειώνεται η θερμοκρασία μέσα στο ίδιο το κτίριο. Προωθούμε τη βιοποικιλότητα – τις μέλισσες, όλους τους επικονιαστές». Λόγω της εντατικής χρήσης φυτοφαρμάκων στην περιφέρεια των πόλεων, οι μέλισσες έχουν ανακαλύψει τα αστικά κέντρα ως καταφύγιο – κάτι που πόλεις όπως η Κοπεγχάγη έχουν ήδη εντάξει στον αστικό σχεδιασμό στις στάσεις λεωφορείων. «Αν δεν υπάρχει μέλισσα, δεν μπορεί να μεταφερθεί η γύρη».

Στέγη Resilio στο Άμστερνταμ

Υπάρχει επίσης η διάσταση της ηχορύπανσης και της αέριας ρύπανσης: τα φύλλα των φυτών απορροφούν ντεσιμπέλ και σωματίδια. Υπάρχει η ενέργεια: τα modules έχουν υποδοχές για ηλιακά πάνελ, επιτρέποντας τη δημιουργία «κίτρινης» λειτουργίας παράλληλα με την μπλε και την πράσινη. Και υπάρχει αυτό που η κ. Ρόδη θεωρεί πιο σημαντικό από όλα: ο κοινωνικός χώρος. «Σε ένα τεχνοδομημένο περιβάλλον όπως είναι η Αθήνα, που δεν έχουμε ανοιχτούς δημόσιους χώρους, μπορείς να έχεις εκεί έναν χώρο εκτόνωσης, αναψυχής». Σ’ αυτόν τον πράσινο χώρο μπορείς να πας σε ένα λεπτό παίρνοντας τον ανελκυστήρα.

Το επιχείρημα αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος για συγκεκριμένες κατηγορίες κατοίκων: ηλικιωμένους, ανθρώπους με κινητικά προβλήματα, παιδιά που για λόγους ασφάλειας δεν μπορούν να παίζουν στον δρόμο. Στην Αθήνα της ακτινωτής αστικής επέκτασης, όπου οι πλατείες είναι συχνά ανύπαρκτες ή ακατάλληλες, αυτή η λεπτομέρεια έχει σημασία.

Ο Γιαν Χενκ Τίγκελαρ και η ολλανδική εμπειρία

Ο Γιαν Χενκ Τίγκελαρ είναι ο διευθυντής της οργάνωσης Rooftop Revolution στο Άμστερνταμ, μιας ΜΚΟ που εδώ και δέκα χρόνια προσπαθεί να κάνει τις πράσινες-μπλε στέγες κανόνα στις Κάτω Χώρες. «Το όνειρό μας είναι να γίνει φυσιολογικό ότι οι στέγες προσφέρουν χώρο για τη φύση». Ξεκίνησε από μια συνεργασία μεταξύ δύο οργανισμών –μιας ΜΚΟ για την «υγιή πόλη» και μιας εταιρείας βιώσιμης ανακαίνισης ιστορικών κτιρίων– που κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το θέμα ήταν μεγαλύτερο από οποιονδήποτε από τους δύο. Έτσι γεννήθηκε η Rooftop Revolution.

Γιαν Χενκ Τίγκελαρ, διευθυντής της Rooftop Revolution

Για τον ίδιο, ο κύριος μοχλός στην Ολλανδία είναι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή – και ειδικά οι δύο της όψεις: «Έχουμε εντονότερες καταιγίδες, περισσότερη βροχή, και οι μπλε-πράσινες στέγες συγκρατούν τη βροχή, ώστε το αποχετευτικό σύστημα να μην υπερφορτωθεί. Από την άλλη, έχουμε και περισσότερη ζέστη, οι πόλεις μας θερμαίνονται, και τα κτίρια δεν είναι κατάλληλα να αντιμετωπίσουν αυτή τη ζέστη». Η φυτική βλάστηση στις στέγες λύνει και τα δύο.

Η διαδικασία της εξάτμισης είναι ο κρυφός μηχανισμός. Όταν το αποθηκευμένο νερό εξατμίζεται κατά τη διάρκεια της ημέρας, η στέγη λειτουργεί σαν φυσικό κλιματιστικό. «Αν δεν έχεις μπλε στρώμα, η πράσινη στέγη είναι πιο ευάλωτη στα ακραία καιρικά φαινόμενα. Ξεραίνεται γρηγορότερα – μια ξερή πράσινη στέγη δεν είναι τόσο αποτελεσματική στη δροσιά».

Στο φαινομενικά πρακτικό ζήτημα της φέρουσας ικανότητας, αρνείται να είναι αποθαρρυντικός: «Υπάρχει μια φράση που λέμε εδώ στην κοινότητα των στεγών: “Δεν είναι πάντα δυνατά όλα, αλλά κάτι είναι πάντα δυνατό”. Έτσι, δεν είναι παράξενη ιδέα ότι κάθε στέγη μπορεί να προσφέρει χώρο για τη φύση».

Τα παραδείγματα από τις Κάτω Χώρες είναι πειστικά. Το De Boel στο Άμστερνταμ – μια έξυπνη μπλε-πράσινη στέγη σε πολυκατοικία με ενοικιαστές, προσβάσιμη σε όλους τους κατοίκους. Το FLOOR, μια ανακαίνιση γραφείων σε κατοικίες όπου η Rooftop Revolution έπεισε τον ιδιοκτήτη να μετατρέψει μια σχεδιασμένη βοτσαλένια ταράτσα σε έξυπνη μπλε-πράσινη στέγη. Και το εμβληματικό Dak Akker στο Ρότερνταμ – μια αγροτική ταράτσα 1.000 τ.μ., το μεγαλύτερο υπαίθριο αγρόκτημα στέγης στην Ολλανδία, με λαχανόκηπο, άνθη, μελίσσια και έξυπνο σύστημα διαχείρισης νερού.

Πράσινη στέγη βιοποικιλότητας στο Άμστερνταμ

Για τη χρηματοδότηση, ο Τίγκελαρ αναφέρει ότι στην Ολλανδία πολλές πόλεις διαθέτουν επιδοτήσεις που καλύπτουν περίπου το 50% του κόστους εγκατάστασης. «Στην ουσία η πόλη πληρώνει τη μισή επένδυση». Το κόστος εκκίνησης για μια απλή πράσινη στέγη χαμηλής συντήρησης ξεκινά από περίπου 60 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και μπορεί να φτάσει τα 1.000 ευρώ για έναν πλήρως σχεδιασμένο κήπο-ταράτσα.

Η επιστήμη των πολιτών

Η Νάντια Μπέιτς είναι ερευνήτρια στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Βερολίνου και project coordinator στο πρόγραμμα Science Us της Horizon Europe, όπου εντάχθηκε το Blue-Green Tops ανάμεσα στις πέντε επιλεγμένες πρωτοβουλίες ύστερα από πανευρωπαϊκό ανοιχτό διαγωνισμό. Για την ίδια, η συμμετοχή των πολιτών δεν είναι συμπλήρωμα του εγχειρήματος, αλλά η καρδιά του. «Ουσιαστικά, πριν μπορέσεις να δημιουργήσεις μια μπλε-πράσινη στέγη και να κατασκευάσεις την υποδομή, χρειάζεσαι δεδομένα για την καταλληλότητα της ίδιας της ταράτσας: πόσο μεγάλη είναι, τι είδους υλικό υπάρχει εκεί, πώς είναι, πόσο προσβάσιμη είναι, αν ανήκει στον ιδιοκτήτη του κτιρίου ή στους ενοίκους». Αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούν να παραχθούν από δορυφόρο ή από αρχεία. Χρειάζονται τους ανθρώπους που ζουν στα κτίρια.

Στην Ελλάδα, μέσα από μια σχετικά απλή διαδικασία –ακόμα και με την κάμερα του κινητού–, μπορούν να σαρώσουν τις ταράτσες τους και να τροφοδοτήσουν την πλατφόρμα Colouring Athens, το ελληνικό παράρτημα του Colouring Cities Research Programme, που συνδέει 30 χώρες και έχει γεννηθεί από το Alan Turing Institute σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

Η ομάδα της Science Us της Horizon Europe

«Ανεβάζουμε τα χαρακτηριστικά κάθε κτιρίου – τι ηλικία έχει, ποια είναι η επιφάνειά του, ποια είναι τα υλικά του, αν η στέγη είναι επίπεδη ή κεκλιμένη. Και υπάρχει μια πληροφορία που δεν μπορούμε να ανεβάσουμε εμείς: οι κάτοικοι», περιγράφει η Άλκηστις Ρόδη. Εδώ ακριβώς έρχεται η «επιστήμη των πολιτών»: τα μικρο-χωρικά δεδομένα, που δεν φαίνονται από ψηλά: αν απλώνονται ρούχα στην ταράτσα, αν υπάρχουν παλιές κεραίες ή λέβητες που πρέπει να φύγουν, αν η ταράτσα χρησιμοποιείται καθόλου.

Τα ευρήματα της έρευνας που έχει ήδη γίνει στην Κυψέλη είναι αποκαλυπτικά: μόλις 15% των Αθηναίων γνωρίζουν τι είναι μια μπλε-πράσινη στέγη. Κατόπιν ενημέρωσης, το 80% απαντά θετικά στο ερώτημα αν θα ήθελαν μια τέτοια στέγη στο κτίριό τους. Η Μπέιτς θέτει και τη δεύτερη διάσταση της συμμετοχής: «Είναι κρίσιμο οι πολίτες να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων και να μην αποφασίζεται απλώς από πάνω προς τα κάτω ότι θα φτιάξουμε αυτές τις μπλε-πράσινες στέγες, χωρίς καν να συμβουλευτούμε τους ανθρώπους που ζουν στα κτίρια». Η αποφυγή αποφάσεων που λαμβάνονται «κυριολεκτικά πάνω από τα κεφάλια» των κατοίκων χωρίς διαβούλευση είναι, στην περιγραφή της, βασική αρχή της επιστήμης των πολιτών. «Δεν αρκεί να μιλάς με τη γλώσσα της πολιτικής ή της ακαδημαϊκής κοινότητας. Πρέπει να εξηγείς γιατί αξίζει να συμμετάσχουν, σε ένα πιο συναισθηματικό επίπεδο».

Η Αθήνα ως ευκαιρία

Η Άλκηστις Ρόδη δεν διστάζει να διατυπώσει μια πρόκληση: «Για να κάνω λίγο τον προβοκάτορα: το μεγάλο πρόσωπο της Αθήνας δεν είναι το Ελληνικό ούτε ο Ελαιώνας. Είναι τα δώματα». Κατά την ίδια, τα δώματα της πόλης συγκροτούν μια τεράστια αδρανή επιφάνεια: «Αν βάλουμε όλα τα δώματα της πρωτεύουσας, τότε τα άλλα φαντάζουν μικρά. Μιλάμε για χιλιόμετρα». Η συλλογιστική για το Ελληνικό είναι χαρακτηριστική: στα νέα κτίρια, η εγκατάσταση μπλε-πράσινων στεγών είναι τεχνικά ευκολότερη και φθηνότερη, καθώς μπορεί να ενσωματωθεί στον αρχικό σχεδιασμό. Το Άμστερνταμ έχει ήδη θεσμοθετήσει την υποχρεωτική εγκατάστασή τους στα νέα κτίρια. «Γιατί να μη γινόταν αυτό στο Ελληνικό;» ρωτά.

Άλκηστις Ρόδη © ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ

Το κλειδί βρίσκεται στα κρατικά προγράμματα. «Πρέπει να μπει σε αυτά που χρηματοδοτούνται», λέει η Ρόδη αναφερόμενη σε σχήματα τύπου «Εξοικονομώ». «Τα οφέλη είναι ότι, αντί να έχουμε μια επιφάνεια γκρίζα, που δεν την επισκέπτεται κανείς, θα έχουμε έναν πολύ ωραίο κήπο, που θα μειώνει και την ενέργεια που καταναλώνουμε μέσα στο σπίτι».

Ο Τίγκελαρ, από τη δική του εμπειρία, επιμένει στη σημασία της ευαισθητοποίησης: «Ξεκινά με το να μάθουν οι άνθρωποι ότι είναι εφικτό. Αυτό είναι και το μεγαλύτερό μας εγχείρημα στην Ολλανδία εδώ και 10 χρόνια». Ο στόχος της Rooftop Revolution είναι το 25% του πληθυσμού να βλέπει τη στέγη ως χώρο που μπορεί να φιλοξενήσει φύση. «Τότε, η ομαλοποίηση έρχεται μόνη της».

Για την Μπέιτς, η πολιτική προοπτική είναι εξίσου σαφής: «Η προσαρμογή είναι πάντα ένα τοπικό ζήτημα. Ορισμένες πόλεις έχουν πολύ σοβαρό πρόβλημα με τις θερμικές νησίδες, άλλες αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά προβλήματα πλημμυρών. Αν έχεις αυτή την προσέγγιση από τα κάτω προς τα πάνω, όπου οι πολίτες συμμετέχουν στη διαμόρφωση της απάντησης και της πολιτικής, μπορείς να αναπτύξεις πολύ πιο στοχευμένες στρατηγικές προσαρμογής». Και προσθέτει κάτι που αφορά ειδικά τον ρυθμό των πολιτικών διαδικασιών: «Η επιστήμη των πολιτών μπορεί να προσφέρει μια ταχύτερη και χαμηλού κόστους απάντηση σε κάποια από αυτά τα πολύ πιεστικά ζητήματα».

Μια ιδανική περίπτωση

«Μέσα σε διάστημα ενός χρόνου, θα μπορούσε να αλλάξει όλη η Αθήνα, όπως την κοιτάμε από ψηλά, αν υπήρχε θέληση – να γίνει πράσινη και μπλε. Σε μια ιδανική περίπτωση που θα συμφωνούσαν όλοι και θα υπήρχαν και τα χρήματα. Αυτό δεν είναι επιστημονική φαντασία», λέει η κ. Ρόδη, συμπληρώνοντας ότι το εγχείρημα απαιτεί θέληση, νομοθετική βούληση, επικοινωνία και πολίτες που ξέρουν τι στέκεται πάνω απ’ τα κεφάλια τους.

Υπάρχει και μια οικονομική διάσταση: «Δημιουργούνται θέσεις εργασίας. Είναι ο κατασκευαστής, είναι ο γεωπόνος που το παρακολουθεί, είναι ο κηπουρός. Είναι ένας καινούργιος, ισχυρός κύκλος εργασίας». Και για τις πολυκατοικίες με ηλιακά πάνελ υπάρχει και η προοπτική σύνδεσης με το δίκτυο της ΔΕΗ –όπως γίνεται ήδη σε ολόκληρες πόλεις της Αυστραλίας–, ώστε η παραγόμενη ενέργεια να μειώνει τον λογαριασμό των κατοίκων. Το σχέδιο επέκτασης του Blue-Green Tops είναι φιλόδοξο αλλά μεθοδικό: δραστηριότητες «Scan Your Roof» μέσω mobile εφαρμογής, «Open Your Roof Walk» με την Open House Athens, mapathons με νέους και επαγγελματίες, policy round tables με δήμους και πολεοδόμους. Και δύο πιλοτικά έργα –ένα σε ιδιωτικό κτίριο, ένα σε δημόσιο–, που θα λειτουργήσουν ως απτές αποδείξεις.

Κοντολογίς, η τεχνολογία υπάρχει, τα παραδείγματα υπάρχουν, τα δεδομένα υπάρχουν. Το μόνο ερώτημα είναι αν η Αθήνα θα αποφασίσει να κοιτάξει τις ταράτσες της όχι ως υπόλοιπο, αλλά ως το επόμενο της έδαφος.