Design & Αρχιτεκτονικη

Το τοπίο πάνω από την Αθήνα

Οι αθηναϊκές ταράτσες, αυτό το αθέατο τοπίο πάνω από την πόλη, δεν είναι ένα παγωμένο υπόλειμμα, αλλά ένα ζωντανό, υπερκείμενο σύστημα

Ελένη Βαγιανού
ΤΕΥΧΟΣ city lives 2
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η αρχιτέκτων Ελένη Βαγιανού γράφει για την αθέατη Αθήνα των δωμάτων: ένα ενδιάμεσο τοπίο ανάμεσα στην πολυκατοικία, τον ουρανό και τη συλλογική ζωή της πόλης.

«Δεν είναι πραγματικά παράλογο μια ολόκληρη επιφάνεια της πόλης να μένει αχρησιμοποίητη και να περιορίζεται στα ρομαντικά τετ-α-τετ των κεραμιδιών με τα άστρα;» - Λε Κορμπιζιέ

Στο πλαίσιο του Μοντέρνου κινήματος, αυτή η σκέψη που διατύπωσε το 1923 ο Λε Κορμπιζιέ πήρε σαφή μορφή μέσα από τη διακήρυξη της κατοίκησης του δώματος. Η απόληξη του κτιρίου αντιμετωπίστηκε ως ένας βατός χώρος, ικανός να φιλοξενήσει ανθρώπινες δραστηριότητες και λειτουργίες. Πρόκειται για μια ουσιαστική αλλαγή στην αρχιτεκτονική αντίληψη: το δώμα δεν είναι απλώς το τέλος του κτιρίου, αλλά μια πιθανή αρχή.

Στην Αθήνα αυτή η υπόσχεση παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτη. Τα περισσότερα δώματα παραμένουν σιωπηλά, ξεχασμένα, αποσυνδεδεμένα από τον οργανισμό της ζωντανής πολυκατοικίας και της πολύβουης πόλης. Ως «μη-τόπο» περιγράφει ο ανθρωπολόγος Μarc Augé έναν κόσμο που έχει παραδοθεί στην απομόνωση και στην ατομικότητα, στο φευγαλέο και στο εφήμερο. Με αυτή την έννοια, το αθηναϊκό δώμα μοιάζει εκ πρώτης όψεως να εντάσσεται σ’ αυτή τη συνθήκη: Ο άνθρωπος, ο μόνος που μπορεί να νοηματοδοτήσει έναν χώρο, να συσχετιστεί μαζί του και τελικά να τον μετατρέψει σε βιωμένο τόπο, απουσιάζει από τα περισσότερα δώματα σχεδόν κάθε ελληνικής «πάνω» πόλης. Ακόμη κι όταν εμφανίζεται μια απλή, καθημερινή δραστηριότητα –όπως το άπλωμα ρούχων–, δεν φαίνεται να αναπτύσσεται ουσιαστική σχέση, ούτε με τον ίδιο τον χώρο ούτε με την κατοικία που βρίσκεται από κάτω.

© Ελένη Βαγιανού

Κι όμως, το δώμα δεν κατατάσσεται εύκολα στους «μη-τόπους». Δεν είναι ένας χώρος χωρίς ιστορία ή ταυτότητα· είναι μάλλον ένας χώρος χωρίς σαφή συλλογική χρήση και σκοπό. Επηρεάζει ήδη την εικόνα και τον χαρακτήρα της πόλης όταν τη βλέπουμε από ψηλά, ακόμη κι αν σπάνια έχει αποτελέσει αντικείμενο συνειδητού σχεδιασμού. Η σιωπή του και η άψυχη φύση του δεν αναιρεί τη δυναμική του. Αντίθετα, ακριβώς αυτή η αμφίθυμη συνθήκη είναι που ενθαρρύνει τη σύνθεση ενός ιδιότυπου και πυκνού τοπίου πάνω από την πόλη.

Είναι ίσως οι χώροι με τις κεραίες, τους θερμοσίφωνες και τις διαφημιστικές πινακίδες, που μέσα από τις πυκνώσεις και τις αραιώσεις τους, τις εντάσεις και τις αντιθέσεις τους, διαμορφώνουν απρόσμενες και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες χωρικές σχέσεις – σχέσεις που μόνο εκεί θα συναντήσουμε και που αποτελούν απόδειξη ότι το δώμα λειτουργεί ήδη ως υβριδική υποδομή. Δεν είναι άγραφος καμβάς· είναι ένας χώρος ήδη κατειλημμένος, αν και χωρίς σαφή οργάνωση ή ιεράρχηση. Γι’ αυτό και δεν βιώνεται άμεσα, αλλά προσλαμβάνεται και ερμηνεύεται κυρίως ως εικόνα: θέα ανοίκεια που παρατηρούμε από απόσταση και που συχνά συνδέεται με εμβληματικά σημεία της πόλης, όπως η Ακρόπολη, η κορυφογραμμή του Λεκανοπεδίου και ο Σαρωνικός.

© Τάσος Ανέστης

Άλλωστε η Αθήνα των δωμάτων δεν σχεδιάστηκε, προέκυψε. Βασίστηκε στην ανάγκη και την εφευρετικότητα. Το μεμονωμένο δώμα, ως «προέκταση» της πολυκατοικίας προς τα πάνω, ήταν και παραμένει ένας χώρος ανοιχτός, αναξιοποίητος, επιβαρυμένος, ένα «καπάκι» που δεν έχει ξεκαθαρίσει αν δίνει τον επίλογο της πολυκατοικίας ή αν «αναμένει» κάτι ακόμα. Άλλωστε, οι αναμονές για την επόμενη πλάκα –ως υπόβαθρο μελλοντικής επέκτασης– είναι μια συχνή εικόνα στις ελληνικές πόλεις, με σπάνια την ενσωμάτωσή τους στο στηθαίο, όπως είχε προτείνει ο Αντώνης Τρίτσης. Την εικόνα συμπληρώνουν οι αυθαίρετες κατασκευές των χρηστών, μόνιμες ή προσωρινές, που προσπαθούν να καλύψουν την έλλειψη χώρου μέσα στην κατοικία. Στην ουσία, αποτυπώνουν τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες των σύγχρονων ενοίκων και δηλώνουν την πίεση του εσωτερικού χώρου προς τα έξω και προς τα πάνω.

Ο Άρης Κωνσταντινίδης το είχε διατυπώσει ως εξής: «…κατασκευάζουνε αυτό που πραγματικά τους χρειαζότανε (η ανάγκη γεννάει την καλή μορφή)… Έτσι που, όταν το κτίσμα τους ήταν μικρό, να εφεύρουνε έναν τρόπο για να κοιμούνται το καλοκαίρι επάνω στις στέγες, όπου βρίσκανε κάποια δροσιά».

Αν τώρα από το μεμονωμένο κτίριο περάσουμε στην κλίμακα του οικοδομικού τετραγώνου, της γειτονιάς και του Λεκανοπεδίου, το δώμα παύει να είναι ένα επεισόδιο και γίνεται σύστημα. Η επανάληψη της πολυκατοικίας, κυρίαρχης μορφής του αθηναϊκού κτιριακού αποθέματος, συγκροτεί μια δεύτερη αστική τοπογραφία: ένα υπερκείμενο οριζόντιο πεδίο, σχεδόν συνεχές, που απλώνεται πάνω απ’ τον δρόμο. Την ημέρα αυτή η εκτεθειμένη επιφάνεια δέχεται πρώτη τη θερμότητα, την αντηλιά και τον άνεμο· τη νύχτα σχεδόν εξαφανίζεται, αφήνοντας την πόλη να φωτίζεται από κάτω προς τα πάνω, από το εσωτερικό των διαμερισμάτων, τα μπαλκόνια και τους δρόμους.

Έτσι, το τοπίο πάνω απ’ την πόλη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως κοσμικό, ως ενδιάμεσο, που χωρίζει το επίγειο από το αιθέριο και μεσολαβεί για την επικοινωνία με ένα ευρύτερο περιβάλλον πιο ρευστό και χαοτικό. Ενώνοντας και ταυτόχρονα χωρίζοντας το «συγκεκριμένο» από το «άπειρο», η δυναμική των δωμάτων μάς ταξιδεύει στα σχεδιασμένα και πάντα επίκαιρα δώματα του Λε Κορμπιζιέ, όπου συχνά εκφράζεται η πιο σουρεαλιστική πλευρά της φαντασίας του αρχιτέκτονα, όπως στο Beistegui Penthouse στα Ηλύσια Πεδία του Παρισιού. Μέσα από τη μετάθεση στοιχείων από το φυσικό έδαφος στο δώμα (τζάκι, περισκόπιο, γκαζόν και θάμνοι, καθρέπτες κ.λπ.) στήνεται ένα θεατρικό τοπίο, δημιουργούνται νέες χρήσεις, ενεργοποιείται το βλέμμα και η σχέση του ενοίκου με την πόλη και τα τοπόσημά της.

Μήπως, λοιπόν, η ξεχασμένη, «πάνω» Αθήνα μπορεί να απαντήσει εύστοχα στις πολύπλευρες ανάγκες και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες των ενοίκων της πολυκατοικίας και τελικά της πόλης; Μεμονωμένα και συλλογικά. Ίσως τα δώματα της Αθήνας –η τελευταία μεγάλη διαθέσιμη οριζόντια υποδομή– να μην είναι ούτε τόπος ούτε μη-τόπος, αλλά σε αναμονή. Αν η πολυκατοικία αποτέλεσε τη βασική μονάδα συγκρότησης της μεταπολεμικής Αθήνας, τότε το δώμα είναι ίσως το μόνο σημείο όπου αυτή μπορεί ακόμη να επαναδιαπραγματευτεί τη σχέση της με το περιβάλλον και τη συλλογική ζωή. Όχι μόνο ως ρομαντική προέκταση προς τον ουρανό, αλλά ως ένας χώρος ικανός να εκφράσει εύστοχα την κατακόρυφη εκτόνωση – μια εκτόνωση που είτε θα δώσει έναν ενσυνείδητο επίλογο στην πολυκατοικία είτε θα τη συνεχίσει και θα την εξελίξει, σε μια προσθετική λογική εύκολου και μη ζημιογόνου «ξεπαγώματος» της πόλης. Έτσι, το τοπίο πάνω από την Αθήνα μετατρέπεται από όριο σε υπόβαθρο, ικανό να εμπλουτίσει τις σχέσεις των κατοίκων, συγκροτώντας σταδιακά μια πολυεπίπεδη, τρισδιάστατη μελλοντική Αθήνα.

Σημ. Τα τελευταία χρόνια, αυτή η ανοιχτότητα και η συλλογική διάσταση του δώματος τείνει να περιοριστεί, καθώς σύγχρονες κανονιστικές πρακτικές και αόριστα κίνητρα βιοκλιματικού σχεδιασμού μετατόπισαν το δώμα από ένα ακαθόριστο και εν δυνάμει πεδίο δράσης σε μια ορισμένη και συχνά ιδιωτικοποιημένη ζώνη, η αξιοποίησή της οποίας δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε ελεύθερη. Μετά τις πρόσφατες ρυθμίσεις του 2025 για τα κίνητρα και τα «bonus» του ΝΟΚ έγινε, όμως, σαφές ότι η αξιοποίησή τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως οριζόντιο και αδιακρίτως εφαρμοζόμενο προνόμιο, αλλά ως ζήτημα τοπικού πολεοδομικού σχεδιασμού.

© Τάσος Ανέστης

* Η Ελένη Βαγιανού είναι αρχιτέκτων, συνιδρύτρια με τον Τάσο Θεοδωρακάκη, του αρχιτεκτονικού γραφείου OM60 με έδρα την Αθήνα