Design & Αρχιτεκτονικη

Η αρχιτεκτονική στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τον σχεδιασμό, τον ρόλο του αρχιτέκτονα και τα όρια της δημιουργίας

Λουκάς Βελιδάκης
ΤΕΥΧΟΣ city lives 2
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τρεις αρχιτέκτονες, ο Δημήτρης Παπανικολάου, ο Γιώργος Τσολάκης και ο Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος, μιλούν για τα όρια της δημιουργίας, την ταχύτητα και τον ρόλο του σχεδιαστή στην εποχή της ΤΝ. 

Η τεχνητή νοημοσύνη (TN) δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή τεχνολογική υπόσχεση για την αρχιτεκτονική, αλλά μια δύναμη που ήδη αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, οργανώνονται και υλοποιούνται τα κτίρια. Από τη σύλληψη μιας ιδέας έως την τεχνική τεκμηρίωση και τη λειτουργία ενός έργου, εισέρχεται δυναμικά στην καθημερινή πρακτική των γραφείων.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου το 40-50% των αρχιτεκτόνων χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία ΤΝ.

Η επίδρασή της δεν περιορίζεται στην επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλά επεκτείνεται στον ίδιο τον χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής εργασίας, επηρεάζοντας τη δημιουργία, την ανάλυση και τη λήψη αποφάσεων.

Παράλληλα, ενισχύει τη βελτιστοποίηση των έργων, επιτρέποντας την ανάλυση μεγάλων όγκων δεδομένων για την ενεργειακή απόδοση, τη βιωσιμότητα και τη διαχείριση πόρων, ενώ αυτοματοποιεί χρονοβόρες εργασίες όπως οι φωτορεαλιστικές ή τρισδιάστατες αποδόσεις ενός έργου και τα τεχνικά έγγραφα.

Ωστόσο, αυτή η επιτάχυνση συνοδεύεται από κρίσιμα ερωτήματα, όπως το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Πέρα απ’ αυτά, αναδύεται κι ένας ευρύτερος πολιτισμικός προβληματισμός: ο κίνδυνος μιας πιο ομογενοποιημένης, «ανώνυμης» αρχιτεκτονικής, αποκομμένης από τον τόπο και την ιδιαιτερότητα. 

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το αν η ΤΝ αλλάζει την αρχιτεκτονική, αλλά και το προς ποια κατεύθυνση την οδηγεί

Μιλήσαμε λοιπόν με τρεις αρχιτέκτονες της Αθήνας, ζητώντας τους να μας πουν την άποψή τους.

Δημήτρης Παπανικολάου: Από τον διεκπεραιωτικό σχεδιασμό στον κριτικό διάλογο με την ΤΝ

Ο δρ. Δημήτρης Παπανικολάου, επίκουρος καθηγητής στο ΕΜΠ, βλέπει την ΤΝ ως παράγοντα που μπορεί να μεταβάλει σταδιακά όλη την αρχιτεκτονική αλυσίδα: από την καθημερινή πρακτική του γραφείου και τη ζήτηση της αγοράς μέχρι την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και, τελικά, το ίδιο το κοινωνικό πεδίο στο οποίο παράγεται η αρχιτεκτονική. «Όπως κάθε νέα τεχνολογία, η ΤΝ μπορεί ν’ αλλάξει τον αρχιτεκτονικό κλάδο αντικαθιστώντας το ποσοστό αυτού που αφορά διεκπεραιωτικό σχεδιασμό» – μια εκτίμηση που φτάνει ακόμη και στο 90%.

«Αυτή η μεταβολή δεν θα ξεκινήσει αναγκαστικά από τους ίδιους τους αρχιτέκτονες, αρχικά θα ξεκινήσει από τους κατασκευαστές και την αγορά – από εκείνους που αναζητούν γρήγορες λύσεις σε χαμηλή τιμή. Αυτό μεσοπρόθεσμα μπορεί ν’ αλλάξει την ισορροπία ζήτησης-προσφοράς και μακροπρόθεσμα τις εισαγωγές σε ΑΕΙ, ενώ δεν αποκλείεται και μια κάποια αύξηση της ανεργίας στον κλάδο». Ο κος Παπανικολάου φέρνει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την αυτοματοποίηση επίλυσης κατόψεων, την οποία περιγράφει ως ενεργό πεδίο έρευνας σε ακαδημία και βιομηχανία.

Στέκεται στον εφαρμοσμένο επιστημονικό σχεδιασμό – την πολεοδομία, τη στατική, τον βιοκλιματικό σχεδιασμό. Εκεί η αλλαγή είναι ήδη ορατή, καθώς «οτιδήποτε μπορεί να διατυπωθεί με κριτήρια για τα οποία υπάρχουν εμπειρικά δεδομένα, μπορεί σε κάποιον βαθμό να εκτελεστεί από την ΑΙ».

Η παρατήρησή του εδράζεται στη σημερινή ερευνητική εικόνα: «Από τη μία, στη βελτιστοποίηση, όπου μοντέλα ΤΝ προσεγγίζουν τη συμπεριφορά θεωρητικών μαθηματικών μοντέλων μέσα από την εκπαίδευσή τους με δεδομένα, κι από την άλλη, στην προσομοίωση, όπου μοντέλα ΤΝ μιμούνται τη συμπεριφορά ενός υπολογιστικά ακριβού μοντέλου φυσικού συστήματος για ανάλυση σεναρίων. Αυτή η περιοχή αποτελεί επίσης ενεργό πεδίο έρευνας στην ακαδημία».

Ερωτηθείς για τη σχέση της ΤΝ με τη σκέψη του σχεδιαστή, εκτιμά ότι «η ΤΝ ενδέχεται να κάνει τη σχεδιαστική διαδικασία πιο κριτική και διαλεκτική, καθώς το “τι” σταδιακά αποκτά μεγαλύτερη σημασία από το “πώς” και ενισχύεται η ανάγκη για σαφέστερη διατύπωση στόχων, κριτηρίων και αιτιολόγησης – δηλαδή για ένα ισχυρότερο “γιατί” πίσω από κάθε σχεδιαστική απόφαση».

Κι αυτό γίνεται με τον ίδιο τρόπο που δύο συνεργάτες ανταλλάσσουν ιδέες μέσα από λόγια και σκίτσα, αξιολογώντας και υποστηρίζοντας αμφότεροι τις θέσεις τους. «Για παράδειγμα, η περιοχή του prompt engineering αφορά τη διατύπωση καθαρών στόχων, βημάτων και κριτηρίων από έναν άνθρωπο σε ένα μοντέλο ΑΙ, με σκοπό την εύρεση βέλτιστων λύσεων σε συγκεκριμένα προβλήματα».

Ωστόσο, μια τέτοια διαλεκτική προσέγγιση προϋποθέτει ότι ο σχεδιαστής ξέρει τι να ρωτήσει, πράγμα το οποίο –ειδικά στα πρώτα στάδια του σχεδιασμού– συχνά δεν ισχύει. Το κατά πόσο κάτι τέτοιο θα εξελιχθεί ως τάση θα εξαρτηθεί από το πόσο “κριτικά” μοντέλα ΑΙ (τεχνητούς συνεργάτες οι οποίοι περισσότερο ρωτούν παρά εκτελούν) θα φτιάχνουμε στο μέλλον».

Το επόμενο κύμα της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να κάνει τη σημερινή λατρεία της εικόνας λιγότερο σημαντική – «η εντυπωσιακή ιδέα χάνει σταδιακά το ειδικό της βάρος, ενώ η τεκμηριωμένη και προσωπικά καταρτισμένη θέση αξίζει ολοένα περισσότερο».

Το ηθικό πεδίο αποτελεί έναν από τους πιο αχαρτογράφητους χώρους. «Η ΤΝ επιφέρει ζητήματα ηθικής ως προς το ποιος είναι ο δημιουργός και ποια η έννοια της δημιουργίας».

Η ιδέα του υπολογιστή ως διαλεκτικού συνεργάτη δεν είναι καινούργια, καθώς χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970. «Σήμερα βέβαια, το ζήτημα έχει άλλη βαρύτητα, ακριβώς επειδή η ΤΝ δεν μαθαίνει μόνο από τον δημιουργό αλλά κι από εκατομμύρια άλλους. Αυτό κάνει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για προσωπική τεκμηρίωση στην τέχνη και στην αρχιτεκτονική, όχι μόνο της ίδιας της ιδέας, αλλά και της σχέσης της με τον δημιουργό».

Η μεγαλύτερη τομή δεν θα προκύψει από το πώς η ΤΝ αλλάζει τη μεθοδολογία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, αλλά από το πώς μετασχηματίζει την ίδια την κοινωνία. «Η αρχιτεκτονική πάντα ακολουθούσε τις κοινωνικές και τεχνολογικές μεταβολές, ποτέ δεν ίσχυε το αντίστροφο. Γι’ αυτό, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι τι είδους χώρους θα χρειαστεί μια κοινωνία υποστηριζόμενη από την ΤΝ».

Γιώργος Τσολάκης: Η ΤΝ δεν παράγει νέο, επιταχύνει το ήδη υπάρχον

Ο Γιώργος Τσολάκης (Tsolakis Architects) περιγράφει μια ήδη ενεργή αλλά και σαφώς οριοθετημένη χρήση της ΤΝ μέσα στην αρχιτεκτονική πρακτική. Όσον αφορά το γραφείο του, η ΑΙ είναι ένα εργαλείο που έχει μπει σε πολύ συγκεκριμένα στάδια της δουλειάς: αφενός στη λειτουργία του backoffice, αφετέρου στην παραμετροποίηση του σχεδιασμού.

Η πρώτη μεγάλη χρήση αφορά την εσωτερική οργάνωση και τον τεχνικό έλεγχο. «Η ΤΝ έχει βοηθήσει το γραφείο μας στην επίλυση θεμάτων τεχνικών εκθέσεων, διαγράμματος κάλυψης και εσωτερικής λειτουργίας. Έχουμε συνδέσει τα προγράμματά μας με πρότυπα που προκύπτουν από τη νομοθεσία κι έχουμε αναπτύξει έναν δικό μας αλγόριθμο –στον εσωτερικό μας χώρο–, ο οποίος λειτουργεί ως δεύτερο μάτι ελέγχου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η ΑΙ λειτουργεί ως ένας νέος σύμβουλος», ο οποίος λύνει λειτουργίες backoffice με πάρα πολύ γρήγορο τρόπο.

Η δεύτερη χρήση είναι πιο σύνθετη και αγγίζει τον πυρήνα της αρχιτεκτονικής διαδικασίας. «Στο γραφείο μας δεν υιοθετούμε την ιδέα πως σχεδιάζουμε μόνοι μας αυτόν τον κόσμο. Σχεδιάζουμε ακούγοντας τον άνθρωπο που θα είναι ο χρήστης του κτιρίου».

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΑΙ αξιοποιείται στο να παραμετροποιούνται «οι ανάγκες, το περιβάλλον και η θέση, κι έπειτα εξετάζεται πώς αυτό το πλέγμα δεδομένων επενεργεί στο αρχιτεκτονικό αντικείμενο. Εκεί όπου παλαιότερα η διαδικασία γινόταν χειροκίνητα, μετακινώντας μακέτες και μοντέλα, σήμερα μπορεί να γίνεται realtime». Το αποτέλεσμα είναι σαφές: «Η ΤΝ έχει επιταχύνει απόλυτα τη διαδικασία».

Όταν η συζήτηση περνά από τη διαδικασία στον ρόλο του αρχιτέκτονα ως δημιουργού, ο κ. Τσολάκης είναι κατηγορηματικός: η αλλαγή είναι ήδη μεγάλη. Για να το αποδείξει παραθέτει ένα παράδειγμα από έργο που ετοιμάζει το γραφείο του, στο οποίο όλη η λειτουργία του backoffice –η επικοινωνία, η συντήρηση, η επικοινωνία του χρήστη με το προσωπικό– θα γίνεται μέσω ρομπότ.

Το γραφείο επιχείρησε να προσεγγίσει το πρότζεκτ, βάζοντας έξι ανθρώπους να συνομιλούν σε έξι διαφορετικά chats, με διαφορετικά IDs, χρησιμοποιώντας τόσο το ChatGPT όσο και το Claude. Η εμπειρία αυτή είχε για εκείνον αποκαλυπτική αξία. Αυτό που διαπίστωσαν ήταν ότι τα μοντέλα μπορούσαν να επιστρέψουν, με εντυπωσιακή ταχύτητα, γνώση σχετική με το ερώτημα, ακόμη και υλικό που παρέπεμπε σε προηγούμενα δικά τους έργα, τα οποία ήταν ήδη δημοσιευμένα στο διαδίκτυο. «Η ΤΝ δεν είναι ένα εργαλείο το οποίο θα μας δώσει κάτι καινοτόμο. Είναι όμως ένα εργαλείο το οποίο θα μας δώσει πάρα πολύ γρήγορα μία γνώση την οποία, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν δύσκολο να βρούμε. Είναι ένα επιπλέον όπλο».

Στο ερώτημα αν η σημερινή ΤΝ παράγει γνήσια νέα αρχιτεκτονική σκέψη, απαντά: «Γίνεται αναπαραγωγή του παλιού, όλα τα μοντέλα της ΤΝ μάς δίνουν παραδείγματα που έχουν ήδη φτιαχτεί». Ακόμη κι όταν τα prompts είναι εξαιρετικά αναλυτικά –«να φτάνουν και 30 σειρές»– η αίσθησή του κ. Τσολάκη είναι ότι «η τεχνολογία αυτή δεν έχει τη δυνατότητα να παράγει μόνη της πράγματα». Δεν αποκλείει, ωστόσο, μια ραγδαία μεταβολή αυτής της εικόνας, καθώς, όπως υπογραμμίζει, ζούμε μια στιγμή ανάλογη των βιομηχανικών επαναστάσεων.

«Ως προς την υπερβολική εξάρτηση από τον αλγόριθμο, ο κίνδυνος δεν αφορά τόσο τη δική μας γενιά, αλλά τις νεότερες και την παγίδα της ευκολίας. Όταν μια διαδικασία που παλαιότερα απαιτούσε ώρες ή και χρόνια συμπιέζεται δραστικά, δημιουργείται μια ολόκληρη κουλτούρα αμεσότητας και αποτελέσματος. Γι’ αυτό και αποδίδει κεντρικό βάρος στην εκπαίδευση. Τα πολυτεχνεία πρέπει να επανέλθουν στις ρίζες της σκέψης και να διδάξουν στους φοιτητές την υπομονή, όπως επίσης φιλοσοφία και ηθική». 
Την αρχιτεκτονική των επόμενων ετών τη φαντάζεται πολυσυλλεκτική: «Εδώ και χρόνια γίνεται όλο και πιο προσαρμοσμένη στον συγκεκριμένο χρήστη, όχι σε έναν αφηρημένο μέσο όρο».

Ο νέος αρχιτέκτονας, κατά τον Γ. Τσολάκη, δεν αρκεί να μάθει τα νέα εργαλεία, πρέπει ταυτόχρονα να προσαρμόζεται σ’ έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος: Η ΤΝ μπορεί να αμβλύνει  τις δεξιότητες και να οδηγήσει σε ομογενοποίηση

Ο Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος (Tense Architecture Network), καθηγητής ΕΜΠ, προσεγγίζει την ΤΝ ως ένα τεχνολογικό εργαλείο ταχύτητας. Για τον ίδιο, αυτό είναι και το βασικό γνώρισμα της τεχνολογίας από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά: η διαρκής αύξηση της ταχύτητας. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει και την ΤΝ, της οποίας οι εφαρμογές αυξάνονται και στην αρχιτεκτονική, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν παρακολουθεί από κοντά κάθε νέα εξέλιξη.

Η δική του εκτίμηση είναι ότι η ΤΝ θα είναι σύντομα σε θέση να παράγει εγκυρότερα αποτελέσματα από τον μέσο απόφοιτο της αρχιτεκτονικής. Σπεύδει όμως να διευκρινίσει ότι αυτό δεν σημαίνει πως θα παράγει και καλύτερη αρχιτεκτονική.

Ο κ. Ανδριανόπουλος μιλά για αποτελέσματα στον χώρο, δηλαδή για πιο επαρκείς λειτουργικές λύσεις και κατασκευές, όχι κατ’ ανάγκην για ανώτερη αρχιτεκτονική σύνθεση. «Ακριβώς επειδή πρόκειται για εργαλείο επιτάχυνσης, στα χέρια όσων έχουν αληθινή επιδεξιότητα η ισχύς του θα είναι τεράστια. Η δεξιοτεχνία δεν ακυρώνεται αυτομάτως – μπορεί και να ενισχυθεί, ακριβώς επειδή θα δρα με μεγαλύτερη ταχύτητα».

Το γραφείο του δεν έχει εντάξει μέχρι τώρα την ΤΝ στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό – τη χρησιμοποιούν ελάχιστα, κυρίως για την επεξεργασία εικόνων και τη διόρθωση κειμένων. Δεν εντοπίζει παντού κίνδυνο, αντιθέτως αναγνωρίζει ότι «όταν κάποιος ξέρει τι του γίνεται, μπορεί να χρησιμοποιήσει τέτοια εργαλεία με ωραίο τρόπο». Για παράδειγμα, παραδέχεται ότι «έχει αυξηθεί η ταχύτητα για τη διόρθωση κειμένων, με επάρκεια και ακρίβεια, ή σε απλές επεξεργασίες». Ωστόσο εκεί ακριβώς εντοπίζει το πρόβλημα: «Η ταχύτητα δεν έρχεται χωρίς κόστος – η ΤΝ θα μειώσει τις δεξιότητες, γιατί παρακάμπτει τις επίπονες διαδικασίες μέσω των οποίων αυτές αποκτώνται».

Για να επεργαστεί κάποιος σωστά μια εικόνα, ακόμη και σ’ ένα πρώτο επίπεδο, πρέπει να ξέρει να χειρίζεται τα εργαλεία του, να αντιλαμβάνεται τις τονικές και χρωματικές διαφορές, να έχει εκπαιδεύσει το μάτι και την κρίση του. «Τώρα, αν μπορείς απλώς να ζητήσεις από το πρόγραμμα να προσθέσει δύο χαρουπιές με συγκεκριμένη φωτοσκίαση και να πάρεις αμέσως τρεις ή τέσσερις εναλλακτικές, τότε οι δικές σου αντιληπτικές ικανότητες ή οι δεξιότητες που θα σου επέτρεπαν να πετύχεις το ίδιο αποτέλεσμα, με περισσότερα κλικ, αναγκαστικά θα μειωθούν». Κι αυτό για τον κ. Ανδριανόπουλο είναι το ουσιαστικό ζήτημα.

Στο ερώτημα αν η μείωση των δεξιοτήτων θα επηρεάσει μόνο την ικανότητα ή και τη δημιουργικότητα, απαντά: «Στην αρχιτεκτονική το τεχνικό και το πνευματικό μέρος του έργου δεν διαχωρίζονται εύκολα». Με άλλα λόγια, μορφή και περιεχόμενο δεν είναι δύο χωριστές έννοιες που μπορούν να λειτουργούν ανεξάρτητα. «Αν δεν ξέρεις πώς να σχεδιάσεις, δεν είναι πολύ εύκολο να ξέρεις τι θα σχεδιάσεις. Κατά συνέπεια, αν μειωθεί το τεχνικό μέρος και ατροφήσουν οι δεξιότητες, αυτό θα συμπαρασύρει και τη δύναμη του δημιουργικού μέρους».

Στη σκέψη του υπάρχει κι ένας ακόμη φόβος: η ομογενοποίηση. Αν και αναγνωρίζει ότι κάθε εργαλείο είναι κατ’ αρχάς ενδιαφέρον και χρήσιμο, θεωρεί ότι υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχυθεί μια κατάσταση όπου «όλα θα μοιάζουν με όλα και όλα θα συνδυάζονται με όλα, οδηγώντας τελικά σε μια αδύναμη, επίπεδη ενότητα». Τη συνθήκη αυτή τη συμπυκνώνει στην εικόνα μιας μεγάλης νερόβραστης σούπας, μέσα στην οποία οι δημιουργοί θα μοιάζουν, όπως λέει δανειζόμενος μια φράση του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, με «καυτερές κόκκινες πιπεριές που θα κολυμπούν απελπισμένες». 

Ο βασικός κίνδυνος, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι ακριβώς η ομογενοποίηση, όσο η συνολικότερη αποδυνάμωση των δεξιοτήτων. «Η ΑΙ, διευκολύνοντας τα πάντα, μπορεί να περιορίσει τη δύσκολη και μακρά διαδικασία μέσα από την οποία αποκτώνται οι δεξιότητες».