Περιβαλλον

Το A(σ)ττικό οικοσύστημα

Για μια Αθήνα βιώσιμη και ανθεκτική: Προκλήσεις και στρατηγικές του αστικού χώρου

Ελένη Αλεξάνδρου
ΤΕΥΧΟΣ city lives 2
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η αρχιτέκτων μηχανικός και σύμβουλος βιώσιμου περιβαλλοντικού σχεδιασμού εξετάζει την προσαρμοστικότητα του αστικού οικοσυστήματος 

Οι πόλεις αποτελούν σύνθετα και πολυδιάστατα κοινωνικο-οικολογικά δυναμικά συστήματα, τα οποία μετασχηματίζονται υπό την επίδραση κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών δυνάμεων. Η αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπινων δραστηριοτήτων και φυσικού περιβάλλοντος παράγει το αστικό οικοσύστημα (urban ecosystem), ένα σύστημα ανοιχτό και δυναμικό, ριζικά διαφορετικό από το προϋπάρχον φυσικό τοπίο. Η ισορροπία αυτών των συστημάτων εξαρτάται από τη διάδραση των ανθρώπων με το φυσικό περιβάλλον, και επηρεάζεται άμεσα από τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες, οι οποίες καθορίζουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των πόλεων και τη βιωσιμότητά τους.

Αστικά οικοσυστήματα και η πρόκληση της βιωσιμότητας

Σήμερα, το 58% του συνολικού πληθυσμού της Γης κατοικεί σε αστικές περιοχές και, παρά το γεγονός ότι οι πόλεις καλύπτουν μόνο το 3% της επιφάνειάς της, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και των αερίων του θερμοκηπίου που παράγονται σ’ αυτές είναι της τάξης του 70-75% και 30% αντίστοιχα, ενώ καταναλώνουν περίπου το 65% της ενέργειας του πλανήτη. Παράλληλα, αποτελούν δοχεία εισροής υλικών και τους κύριους καταναλωτές των παγκόσμιων φυσικών πόρων και αποθεμάτων (ενέργεια, νερό και πρώτες ύλες), ενώ παράγουν περίπου 10 δισεκατομμύρια τόνους απορριμμάτων. Όλα τα παραπάνω θέτουν την ανθεκτικότητα των πόλεων σε μεγάλη δοκιμασία και τα οικοσυστήματά τους σε οριακές ισορροπίες. Την ίδια στιγμή η κλιματική κρίση, της οποίας οι πόλεις αποτελούν βασικούς συντελεστές, ενεργοποιεί έναν φαύλο κύκλο όπου τα ακραία φυσικά φαινόμενα καταστρέφουν υποδομές και κτίρια, παράγοντας τόνους δομικών και άλλων αποβλήτων, και επιταχύνοντας έτσι την ανάγκη για αναδόμηση, για την οποία απαιτούνται νέοι πόροι και ενέργεια και εκλύονται ρύποι.

Το 2020, για πρώτη φορά στην ανθρωπόκαινο εποχή, η συνολική μάζα των ανθρωπογενών υλικών ξεπέρασε τη συνολική βιομάζα του πλανήτη. Έτσι, τα τελευταία χρόνια, η βασικότερη προτεραιότητα για τη βιωσιμότητα των αστικών περιοχών, και ως έναν βαθμό του πλανήτη, δεν είναι μόνο η μείωση της καταναλισκόμενης μη ανανεώσιμης ενέργειας, των πόρων και των εκπομπών ρύπων, τα οποία βέβαια αποτελούν τη βάση του προβλήματος, αλλά και η ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας των πόλεων και της προσαρμοστικής ικανότητάς τους στο πολυπαραγοντικό πλαίσιο αλληλεπίδρασης κλιματικών και κοινωνικοοικονομικών πιέσεων. Η ανθεκτικότητα μιας πόλης καθορίζεται από την ικανότητά της να μετριάζει, να αντέχει και να ανακάμπτει από κραδασμούς, όπως φυσικές καταστροφές και μακροπρόθεσμες πιέσεις, και να προσαρμόζεται με προληπτικό σχεδιασμό σε μελλοντικούς κινδύνους. Σε αυτό το παγκόσμιο περιβαλλοντικό και κλιματικό πλαίσιο, η Αθήνα, μια σύγχρονη μητρόπολη της Μεσογείου με αδιάλειπτη κατοίκηση από την αρχαιότητα, αντιμετωπίζει, στη δική της κλίμακα και με ένταση αντίστοιχη των χαρακτηριστικών της, πολλά από τα προβλήματα των σύγχρονων πόλεων.

Δρόμος της Αθήνας

Οι αστικές θερμικές νησίδες και η ανάγκη για πράσινες υποδομές

Το αστικό της οικοσύστημα διαμορφώνεται από ένα σύνθετο πλέγμα φυσικών και κοινωνικών διεργασιών. Οι έντονες περιβαλλοντικές πιέσεις που δέχεται σχετίζονται με την κλιματική κρίση (climate related risks), τα μικροκλιματικά και τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά της. Τα φαινόμενα που εντείνονται τα τελευταία χρόνια είναι οι υψηλές θερμοκρασίες, οι παρατεταμένοι καύσωνες, η ανομβρία και η ξηρασία, τα οποία αυξάνουν το δυναμικό των πυρκαγιών, και, τέλος, τα έντονα πλημμυρικά επεισόδια. Οι μικροκλιματικές συνθήκες στην ευρύτερη αστική ενότητά της, διαφοροποιούνται ανά περιοχή ανάλογα με τη γεωμορφολογία και, κυρίως, τη χωρική οργάνωση, δηλαδή τη γεωμετρία και σύνθεση του δομημένου περιβάλλοντος, την επιδερμίδα της πόλης και την έκταση των πράσινων επιφανειών. Βασικό χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα στην περιοχή του ευρύτερου κέντρου, είναι η υψηλή και ανισοβαρής σε σχέση με τις εκτάσεις πρασίνου πυκνότητα του δομημένου περιβάλλοντος και η κυριαρχία υλικών όπως το σκυρόδεμα και η άσφαλτος, τα οποία, λόγω της μεγάλης θερμοχωρητικότητάς τους λειτουργούν ως θερμοσυσσωρευτές, αυξάνοντας έτσι τη θερμοκρασία του αέρα και δημιουργώντας την αστική θερμική νησίδα. Το φαινόμενο επιδεινώνεται κατά τις παρατεταμένες περιόδους καύσωνα, που η θερμοκρασία του αέρα παραμένει υψηλή και τη νύχτα.

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις αυξημένες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων και οξειδίων του αζώτου από μεταφορές και κτίρια, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον στην πόλη. Ένας τρόπος μετρίασης αυτών των φαινομένων θα ήταν η αύξηση των ανακλαστικών επιφανειών, χρησιμοποιώντας, για παράδειγμα, ανοιχτόχρωμα επιχρίσματα στα κτίρια και τις υποδομές, (ακόμα και στην άσφαλτο, όπως γίνεται πιλοτικά στο Λος Άντζελες). Κι όμως τα τελευταία χρόνια συμβαίνει το παράδοξο, κατά τη γνώμη μου, στις νέες αλλά και τις ανακαινισμένες κατασκευές να επιλέγονται σε σημαντικό ποσοστό σκούρα επιχρίσματα και επενδύσεις, αυξάνοντας έτσι τις επιφάνειες απορρόφησης θερμικής ακτινοβολίας. Αντίστοιχα, η έλλειψη αστικής βλάστησης, (η αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο είναι ιδιαίτερα χαμηλή) επιβαρύνει τη βιοποικιλότητα, την απορροφητικότητα και διαχείριση των ομβρίων, τη ρύθμιση του μικροκλίματος και την ποιότητα του αέρα. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάπτυξη πράσινων και μπλε υποδομών αποτελεί κρίσιμο εργαλείο. Αστικά πάρκα, δεντροφυτεύσεις, φυτεμένα δώματα ή εξώστες και διαπερατές επιφάνειες συμβάλλουν στη μείωση της θερμικής επιβάρυνσης και στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των υδάτων, ενώ, σε συνδυασμό με τις μπλε υποδομές, ενισχύουν τη βιώσιμη χρήση των υδάτινων πόρων.

Η Αθήνα από ψηλά

Παρά το γεγονός ότι αυτές οι πρακτικές είναι ευρέως γνωστές και εφαρμόζονται ήδη σε πόλεις όπως το Παρίσι, όπου έχουν ενεργοποιηθεί προγράμματα δημιουργίας πράσινων δικτύων, οι λεγόμενες «οάσεις δροσισμού», στην Αττική εξακολουθεί να επεκτείνεται η κάλυψη του φυσικού εδάφους, η οποία τείνει να γίνει ολική σχεδόν, σφραγίζοντας έτσι την επιδερμίδα της πόλης και μειώνοντας σημαντικά τη δυνατότητα διαχείρισης των πλημμυρών.

Στο ίδιο πλαίσιο προβληματισμού, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η παραγωγή δομημένων χώρων με βιώσιμες και περιβαλλοντικά φιλικές πρακτικές. Ο σχεδιασμός με βάση τον κύκλο ζωής των κτιρίων προσδίδει ευελιξία στο δομημένο περιβάλλον και ενισχύει τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της πόλης. Πιο συγκεκριμένα, η επανάχρηση και ανακύκλωση –με την έννοια της επανένταξης στη διαδικασία– ουσιαστικά προσεγγίζει το κτίριο ως «αποθήκη υλικών» (material bank). Επιπλέον, ο σχεδιασμός για αποσυναρμολόγηση (DFD Design for Disassembly) και η απόλυτα κυκλική διαδικασία C2C (Cradle to Cradle) αποτελούν σχεδιαστικές και κατασκευαστικές αποφάσεις που στοχεύουν στα μηδενικά δομικά απόβλητα.

Κυκλική οικονομία, επανάχρηση κτιρίων και το μέλλον του αθηναϊκού οικοσυστήματος

Στην Αθήνα, τα τελευταία χρόνια, η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για τουριστικά καταλύματα αλλά και άλλοι λόγοι έχουν οδηγήσει στην ανακαίνιση κτιρίων του κέντρου κυρίως, δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία στο υποβαθμισμένο και γερασμένο κτιριακό του απόθεμα. Με την προσαρμοστική επανάχρηση (adaptive reuse) υφισταμένων κελυφών διατηρούνται η εμπεριεχόμενη ενέργεια και οι εκπομπές άνθρακα που είναι «ενσωματωμένα» στα κτίρια από την αρχική κατασκευή τους.

Στον αντίποδα των παραπάνω, η πίεση για ανάπτυξη και αξιοποίηση της γης έχει οδηγήσει στην κατεδάφιση κτιρίων, συχνά χωρίς επαρκή αξιολόγηση της ιστορικής και πολιτιστικής τους αξίας, δημιουργώντας τον κίνδυνο να χάσουμε της αναφορές μας στην εξέλιξη και την ιστορία της πόλης. Η προστασία και διαρκής χρήση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν είναι μόνο περιβαλλοντική αναγκαιότητα που ενισχύει την ανθεκτικότητα και τη χωρική και πολιτιστική συνέχεια της πόλης αλλά συμβάλλει επίσης στη διατήρηση της αστικής ταυτότητας.

Η προσαρμοστικότητα του αστικού οικοσυστήματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από την ενημέρωση και την ενεργό συμμετοχή των πολιτών. Τόσο η θεσμική ικανότητα όσο και οι συμμετοχικές διαδικασίες στις τοπικές κοινότητες, και κυρίως σε κλίμακα γειτονιάς, είναι σημαντικές και μπορούν να ενισχύσουν τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών διαχείρισης. Ο συνδυασμός πόρων και στρατηγικών σε όρους κυκλικής οικονομίας, επανάχρησης υλικών και βιοκλιματικού σχεδιασμού είναι καθοριστικός για τη βιωσιμότητα της Αθήνας και την ποιότητα της ζωής των πολιτών, απαντώντας και στο σοβαρό ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας.

Δρόμος στην Αθήνα

Το αστικό οικοσύστημα της Αθήνας βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση μετάβασης, απαιτώντας μια ολιστική προσέγγιση που θα συμπεριλαμβάνει τις αρχές της βιωσιμότητας και της κυκλικής οικονομίας. Μέσω συντονισμένων δράσεων και θεσμικής συνέπειας, η Αθήνα μπορεί να εξελιχθεί σε ένα πιο ανθεκτικό και περιβαλλοντικά βιώσιμο αστικό σύστημα, ικανό να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις. Είναι σαφές ότι οι προσαρμοστικές στρατηγικές και η ενεργή συμμετοχή των πολιτών θα κρίνουν την επιτυχία του αττικού οικοσυστήματος στο μέλλον. Η αστική ανθεκτικότητα και βιωσιμότητα δεν είναι μόνο ζητήματα τεχνικής διαχείρισης, αλλά και πολιτιστικής επιλογής.

«Όποτε και όπου οι κοινωνίες άκμασαν και ευημερούσαν, αντί να μένουν στάσιμες και να παρακμάζουν, οι δημιουργικές και λειτουργικές πόλεις βρίσκονταν στον πυρήνα του φαινομένου (...). Οι πόλεις που παρακμάζουν, οι πτωτικές οικονομίες και τα αυξανόμενα κοινωνικά προβλήματα ταξιδεύουν μαζί. Ο συνδυασμός δεν είναι τυχαίος».

– Jane Jacobs, «The death and life of great American cities» (1961)

* Η Ελένη Αλεξάνδρου είναι αρχιτέκτων μηχανικός και σύμβουλος βιώσιμου περιβαλλοντικού σχεδιασμού, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες (UCLA), απ’ όπου απέκτησε τον τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών March II, με ειδίκευση στην Αρχιτεκτονική Τεχνολογία και τον Βιώσιμο και Βιοκλιματικό Σχεδιασμό.

Είναι καθηγήτρια στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ στον Τομέα IV, «Συνθέσεις Τεχνολογικής Αιχμής» και διευθύντρια του Εργαστηρίου Βιώσιμης Αρχιτεκτονικής. Έχει πραγματοποιήσει ερευνητικό έργο σε θέματα βιοκλιματικού, βιώσιμου περιβαλλοντικού σχεδιασμού και ενεργειακής απόδοσης κτιρίων και ιδιαίτερα σε ιστορικά και παραδοσιακά κτίρια, με πολλές δημοσιεύσεις.