Με αφορμή τη συνεργασία με το γραφείο Foster & Partners του σερ Νόρμαν Φόστερ για το The Grid στο Μαρούσι, μιλήσαμε με τους δύο καταξιωμένους αρχιτέκτονες
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Γιώργος Ανδρεάδης & Νίκος Βενιανάκης: Διεθνές όραμα με ελληνικά δεδομένα
Με έργα σε τρεις ηπείρους, το γραφείο YAP Architects υλοποιεί πρότζεκτ που απαιτούν τη δύσκολη προσαρμογή μιας «ελβετικής ακρίβειας» στην ελληνική πραγματικότητα
Η συνεργασία του αρχιτεκτονικού γραφείου Yorgos Andreadis and Partners (YAP) με το φημισμένο βρετανικό αρχιτεκτονικό γραφείο Foster + Partners –που ιδρύθηκε το 1967 από τον βαρόνο Νόρμαν Φόστερ– ξεκίνησε το 2023, για τον σχεδιασμό και την ανέγερση του κτιρίου The Grid στο Μαρούσι.
Δεν ήταν η πρώτη συνεργασία του Γιώργου Ανδρεάδη και του συνεργάτη του, Νίκου Βενιανάκη, με διεθνή αρχιτεκτονικά γραφεία. Στο ενεργητικό τους έχουν συνεργασίες που περιλαμβάνουν πρότζεκτ σε Αλ Σιντάγκα (Ντουμπάι), Ντόχα, Ραστ (Ιράν), Φρανκφούρτη, Παρίσι και άλλες πόλεις του εξωτερικού. Αλλά και στην Ελλάδα έχουν υλοποιήσει σημαντικά έργα, όπως, μεταξύ άλλων, τις εγκαταστάσεις του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, το Virtual Reality Room στο Μουσείο της Ακρόπολης, την Ψυχιατρική Κλινική Κατερίνης, το εμπορικό κέντρο στον Γέρακα Αττικής και το City Gate στη Θεσσαλονίκη, καθώς και το κτίριο γραφείων Butterfly στο Χαλάνδρι.
Συναντηθήκαμε στο γραφείο τους στους Αμπελοκήπους, έναν χώρο που θυμίζει περισσότερο αρχιτεκτονικά γραφεία της Ευρώπης και της Αμερικής, με μοναδική έντονα ελληνική πινελιά το πρόσφατα ανακαινισμένο μωσαϊκό στο δάπεδο, που με τα ξεχωριστά του μοτίβα μάς μεταφέρει σε μια παλαιότερη, αριστοκρατική εποχή.
Στόχος ήταν να διερευνήσουμε δύο άκρως αντιθετικούς κόσμους: αφενός, την εμπειρία συνεργασίας με ένα διεθνές γραφείο –τις ομοιότητες, τις διαφορές, την ιεραρχία και τη δημιουργική ένταση– και αφετέρου την πραγματικότητα της μελέτης μικρών, θεσμικών έργων για το ελληνικό Δημόσιο, όπως ένα ερευνητικό κέντρο, μια αστυνομική διεύθυνση ή έναν βρεφονηπιακό σταθμό. Μια συζήτηση για την κλίμακα, την ταχύτητα, τη γραφειοκρατία, τις ανακαινίσεις παλαιών κτιρίων, τη βιωσιμότητα των κτιρίων.
Το πρότζεκτ The Grid στο Μαρούσι
— Το πρότζεκτ The Grid (2023) στο Μαρούσι αποτελεί μια συνεργασία σας με το γραφείο Foster & Partners, που ιδρύθηκε από τον διάσημο Βρετανό αρχιτέκτονα σερ Νόρμαν Φόστερ. Πώς ξεκίνησε αυτή η συνεργασία;
Ν.Β.: Για το έργο αυτό είχε γίνει αρχιτεκτονικός διαγωνισμός στον οποίο συμμετείχαμε κι εμείς, χωρίς αποτέλεσμα. Οι πελάτες αποφάσισαν να αναθέσουν στο γραφείο Foster & Partners αυτό το πρότζεκτ και πρότειναν σ’ εμάς αυτή τη συνεργασία. Με την Noval (έναν από τους δύο πελάτες) είχαμε συνεργαστεί στο παρελθόν, για το κτίριο Butterfly. Έμειναν, λοιπόν, πολύ ευχαριστημένοι από το αποτέλεσμα και τη συνεργασία μας και μας ζήτησαν να δουλέψουμε μαζί με το γραφείο Foster & Partners σ’ αυτό το πρότζεκτ, γιατί ήθελαν αφενός το όνομα, το κύρος και την τεχνογνωσία του Foster για ένα τόσο μεγάλο έργο και αφετέρου την ασφάλεια της συνεργασίας με ένα ελληνικό γραφείο που γνώριζαν και με το οποίο συνεργάζονταν άρτια. Υπήρχε, λοιπόν, η ανάγκη να προσαρμοστεί στα ελληνικά δεδομένα η όποια μελέτη γινόταν στο εξωτερικό κι εμείς παίξαμε αυτόν τον ρόλο. Ακόμα «παλεύουμε» με κάποια απ’ αυτά τα προβλήματα, και είναι φυσικό, γιατί το γραφείο Foster & Partners είναι συνηθισμένο να δουλεύει σε άλλης κλίμακας έργα, με άλλης κλίμακας εργολάβους και με επίπεδα κατασκευών που έχουν μηδενικές ανοχές, ενώ από την άλλη υπάρχει η ελληνική πραγματικότητα, στην οποία κάποιος έπρεπε να τους προσγειώσει.
Γ.Α.: Εμείς έχουμε τον δύσκολο ρόλο να μεταφέρουμε στην εδώ πραγματικότητα τις απαιτήσεις του γραφείου Foster & Partners. Εκείνοι έχουν κριτήρια τα οποία πλησιάζουν περισσότερο το αντικείμενο και λιγότερο το κτίριο, με μια ακρίβεια συνολικού σχεδιασμού απόλυτα τεκμηριωμένου και με σκοπό και αποτέλεσμα που αγγίζουν την τελειότητα ενός iPhone, κάτι που χαρακτηρίζει την ποιότητα των έργων που αναλαμβάνει το συγκεκριμένο γραφείο. Αυτή, λοιπόν, η σχεδόν «ελβετική ακρίβεια» έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με την «ελληνική ακρίβεια».
— Είναι πολύ διαφορετικό το σύστημα που ακολουθεί ένα γραφείο όπως αυτό του Φόστερ από ένα ελληνικό;
Γ.Α.: Τώρα πια τα συστήματα έχουν ομογενοποιηθεί. Με την παγκοσμιοποίηση, όλα είναι πλέον στα αγγλικά, με τα RIBA stages και διάφορους οδηγούς για το πώς να κάνεις κάτι. Δεν είχαμε, λοιπόν, πρόβλημα εκεί. Αυτό που ήταν ενδιαφέρον ήταν η μεθοδικότητα και η τεκμηρίωση σε κάθε στάδιο της μελέτης. Σε κάθε στάδιο, ακόμα και στην κατασκευή, γίνονται παρουσιάσεις εναλλακτικών προτάσεων προς τον πελάτη για να επιλέξει. Μου έκανε εντύπωση το ότι δεν είναι ποτέ απόλυτοι, αλλά ανοιχτοί στις επιθυμίες του πελάτη. Και έχουν δίκιο, ο αρχιτέκτονας χωρίς τον εργοδότη δεν υπάρχει.
Ν.Β.: Όταν ένας επενδυτής ξεκινάει ένα πρότζεκτ, έχει στο μυαλό του έναν συγκεκριμένο προϋπολογισμό. Στο τέλος, όμως, συνήθως το κόστος τον υπερβαίνει κατά 40 με 50% και ο επενδυτής θέλει να μάθει τον λόγο. Εφόσον, όμως, βάζεις ονόματα όπως τον Φόστερ στο τραπέζι, αυτά είναι αναμενόμενα και θα πληρώσεις κάτι παραπάνω.
— Καθώς έχετε εργαστεί στο εξωτερικό σε πολλά πρότζεκτ μεγάλης κλίμακας, πού θα λέγατε ότι υπάρχει η μεγαλύτερη γραφειοκρατία και πού οι ιδανικές συνθήκες για να δουλέψει ένας αρχιτέκτονας; Η Ελλάδα σε ποια θέση βρίσκεται;
Ν.Β.: Δεν είναι πάντα θέμα γραφειοκρατίας. Για παράδειγμα, τα πιο αυστηρά πλαίσια τα είχαμε συναντήσει στο Ντουμπάι, που ακολουθεί τα βρετανικά στάνταρ σε όλα. Η διαδικασία αδειοδοτήσεων και πιστοποιήσεων είναι πολύ μεθοδική και σωστή, κατά τη γνώμη μου. Ήδη από τότε –δηλαδή μεταξύ του 2009 και του 2016– όλα γίνονταν ηλεκτρονικά. Και τώρα, όπως μαθαίνω από συνεργάτες, τα πράγματα έχουν γίνει ακόμα πιο αυστηρά.
Γ.Α.: Εμείς είχαμε ξεκινήσει πριν έρθει η ελληνική κρίση να έχουμε δουλειές και επαφές με το Ντουμπάι και επομένως ταξιδεύαμε συνέχεια και κάναμε μελέτες εκεί. Επειδή η νομοθεσία τους έχει βασιστεί στην εμπειρία που είχαν με τις εξορύξεις πετρελαίου, έχει δανειστεί πολλά τέτοια χαρακτηριστικά και είναι γενικά πολύ αυστηρή. Εδώ η κατάσταση βελτιώνεται, αλλά εξακολουθεί να είναι προβληματική.
Ν.Β.: Σε όλες σχεδόν τις χώρες που δουλέψαμε είχαμε κάποια τοπικά γραφεία με τα οποία συνεργαζόμασταν, όπως ακριβώς συνεργάζεται μαζί μας εδώ το γραφείο Foster & Partners για το Grid. Συνεργαστήκαμε, λοιπόν, με γραφεία στην Αίγυπτο, στο Ιράν, στο Μπαχρέιν και στο Ντουμπάι. Όλες τις αδειοδοτήσεις τις αναλάμβαναν εκείνοι. Στην Αίγυπτο, βέβαια, και στο Ιράν, η κατάσταση θυμίζει την Ελλάδα πριν από 30 χρόνια. Εμείς, ευτυχώς, είχαμε τον «καλό ρόλο» και απλώς πηγαίναμε και κάναμε τη δουλειά μας. Στο Ιράν, οι συνεργασίες μας άρχισαν να διακόπτονται μετά την εκλογή του Τραμπ και τις κυρώσεις που επέβαλε η Αμερική στη χώρα.
— Το «YAP Architects» ιδρύθηκε το 1992. Από τότε μέχρι σήμερα έχετε αναλάβει δεκάδες ιδιωτικές κατοικίες, δημόσια κτίρια, γραφεία εταιρειών, πολυκατοικίες και άλλα πρότζεκτ μεγάλης κλίμακας. Μπορείτε να ξεχωρίσετε κάποια έργα σας για τα οποία νιώθετε ιδιαίτερα περήφανοι;
Γ.Α.: Το 1992, επιστρέφοντας στην Ελλάδα από τη Γαλλία –όπου είχα πάει αρχικά για σπουδές και τελικά έμεινα σχεδόν μία δεκαετία–, άρχισα να δουλεύω εδώ, και σιγά σιγά το γραφείο απέκτησε εταιρική μορφή. Αυτό που μας ενδιαφέρει πολύ είναι η διεθνής εμπειρία, άρα και οι διεθνείς συνεργασίες. Έτσι είχα ξεκινήσει και στη Γαλλία, κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990, μέσα σε έναν διεθνή κόσμο, κι όταν ήρθα εδώ, συνέχισα να συνεργάζομαι με Γάλλους αρχιτέκτονες αλλά και με τον καθηγητή μου, τον Γιάννη Τσιώμη, που είχε διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια στην Ευρώπη και την Αμερική.
Ν.Β.: Έχουμε κάνει έργα όλων των ειδών: Από μουσεία μέχρι εμπορικά κέντρα, και από υπεραγορές μέχρι συγκροτήματα κατοικιών, θέατρα και αστικές αναπλάσεις. Τελευταία και πολλά κτίρια γραφείων. Η ελληνική αγορά φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη ανάγκη από γραφειακούς χώρους την τελευταία δεκαετία, οπότε αυτά αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι των πρότζεκτ μας – είτε αφορούν καινούρια κτίρια είτε «fit-outs» σε υφιστάμενα. Τώρα μόλις ολοκληρώσαμε τα γραφεία της Boston Consulting Group.
Γ.Α.: Από τα παλιά πρότζεκτ, το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού –το θέατρο και η θόλος που είχαμε κάνει– είχε μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί είχε όλη αυτή τη διάσταση του πολιτιστικού κέντρου, με κάποιες πρωτοποριακές λειτουργίες που προσθέσαμε και εφαρμόστηκαν τότε. Μετά, το 2016, κάναμε το κτίριο Butterfly –ένα από τα πρώτα κτίρια γραφείων που αναλάβαμε–, που ήταν, ίσως, ένα από τα πρώτα βιοκλιματικά, με πιστοποιήσεις LEED, που έγιναν στην Αθήνα, και μπορέσαμε να δουλέψουμε όλες τις λεπτομέρειες όπως ακριβώς θέλαμε: τη σχέση τοπίου και χώρου εργασίας. Αυτά είναι μερικά πρότζεκτ στα οποία μπορούμε να πούμε ότι δώσαμε τον καλύτερό μας εαυτό.
— Το γραφείο σας ειδικεύεται σε κτίρια που έχουν σχέση με τον πολιτισμό, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Πότε ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τους μοντέρνους μουσειακούς χώρους ή γκαλερί;
Γ.Α.: Το εικαστικό ενδιαφέρον το είχαμε ούτως ή άλλως από μικροί και το καλλιεργούσαμε. Αργότερα, στον επαγγελματικό χώρο, ήταν θέμα συναντήσεων, εμπειριών και αναθέσεων που ήρθαν σ’ εμάς. Προς το παρόν, έχουμε καταφέρει (και επιλέξει) να κάνουμε τα πάντα. Αυτό είναι που μας ενδιαφέρει: το να μην κάνουμε συνέχεια τα ίδια πράγματα. Έτσι ανακαλύπτεις συνεχώς κάτι καινούριο. Συνεχείς προκλήσεις.
Ν.Β.: Είναι κάτι που, τελικά, δεν το επιλέγεις. Έχει να κάνει με το πώς θα τα «φέρει η μοίρα». Υπάρχουν, για παράδειγμα, γραφεία που κάνουν αποκλειστικά ξενοδοχεία. Δεν νομίζω ότι κάποια στιγμή επέλεξαν να κάνουν μόνο αυτό, απλώς ήρθαν έτσι τα πράγματα και πήραν αυτή την «ειδικότητα» ή «ταμπέλα».
— Ασχολείστε και με την ανέγερση δημόσιων κτιρίων. Σε ποια εργάζεστε τώρα;
Γ.Α.: Διαθέτουμε μελετητικό πτυχίο που μας επιτρέπει να κάνουμε δημόσια έργα. Τώρα, για παράδειγμα, σχεδιάζουμε έναν βρεφονηπιακό σταθμό. Επομένως, μας αφορά και η άλλη, η μικρή κλίμακα. Επίσης, σχεδιάζουμε κάποια μεγάλα συγκροτήματα αυτή τη στιγμή, για Αστυνομικές Διευθύνσεις. Οι διαδικασίες δεν είναι πάντα εύκολες, οπότε από εκείνες εξαρτάται το πώς μπορεί κανείς τελικά να καταφέρει να σχεδιάσει ένα δημόσιο κτίριο στην Ελλάδα. Είναι κάτι που μας ενδιαφέρει να βελτιώσουμε και προσπαθούμε προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά υπάρχουν πολλές παράμετροι που πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του. Καλούμαστε, δηλαδή, να μετακινήσουμε όλους τους μηχανισμούς που είναι συνηθισμένοι να δουλεύουν με έναν «κλασικό» τρόπο, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να πείσουμε όλους τους ενδιαφερόμενους ότι αυτό γίνεται για καλό σκοπό.
Ν.Β.: Ξεκινάμε πάντα, αναγκαστικά, από την εικόνα που έχει η πλειονότητα του κόσμου για το πώς πρέπει να είναι ένα δημόσιο κτίριο. Στην Ελλάδα, η εικόνα αυτή τείνει να είναι πάρα πολύ συγκεκριμένη: Με την ίδια ψευδοροφή, το ίδιο πάτωμα και την ίδια καρέκλα αναμονής. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να είναι έτσι. Προσπαθούμε, λοιπόν, να το αναθεωρήσουμε όλο αυτό, αλλά πολλές φορές χτυπάμε σε τοίχο. Καμιά φορά, οι προϋπολογισμοί είναι πολύ σφιχτοί και πρέπει να κάνεις ό,τι μπορείς μ’ αυτούς. Βέβαια, μια διαφορετική πρόταση δεν σημαίνει πως θα είναι οπωσδήποτε και ακριβότερη. Απλά, ειδικά στο Δημόσιο, όλα λειτουργούν βάσει προδιαγραφών και δύσκολα μπορείς να κάνεις αλλαγές. Γίνονταν κάποτε ωραία δημόσια κτίρια. Υπάρχουν, για παράδειγμα, πολύ όμορφα πανεπιστημιακά κτίρια από τη δεκαετία του 1970, στην Πανεπιστημιούπολη και την Πολυτεχνειούπολη, τα οποία είχαν αναλάβει εξαιρετικοί αρχιτέκτονες, είτε μέσω ανάθεσης είτε με διαγωνισμούς. Από το 1980 και μετά, όμως, θεωρώ πως δεν έχουμε κάτι το ενδιαφέρον. Ήταν σαν να χάθηκε η διάθεση το δημόσιο κτίριο να αντικατοπτρίζει κάτι «καλύτερο». Σήμερα, με τη γενικότερη βελτίωση της αρχιτεκτονικής ποιότητας, βελτιώνονται και τα δημόσια κτίρια.
— Έχετε εργαστεί και σε ανακαινίσεις νεοκλασικών και άλλων κτιρίων. Είναι περιοριστικό το να δουλεύετε πάνω στο όραμα κάποιου άλλου ή σας δίνει δυνατότητες που αρχικά δεν είχατε φανταστεί ότι υπήρχαν;
Γ.Α.: Πρόσφατα τελειώσαμε ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο στην Πλατεία Καπνικαρέας, όπου ανακαινίσαμε ένα διατηρητέο που παρέμενε για χρόνια σε κατάσταση ερείπωσης. Το επιμελήθηκαν ο Μιχάλης Κανταρτζής και η Γεωργία Κότσαρη. Μελετούσαμε τον φάκελο στο γραφείο επί σχεδόν μία οκταετία. Σήμερα στους χώρους του στεγάζει το ARKET, το COS και τα γραφεία της H&M. Το κτίριο αυτό, λοιπόν, ανέκτησε τον χαρακτήρα του αναλλοίωτο. Η εργασία μας έγινε «άυλη», κάτι που ήταν ιδανικό για τον σκοπό του συγκεκριμένου έργου. Ωστόσο, το εγχείρημα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, καθώς υπήρχαν πολλές στρώσεις κτιρίων, με το ένα διατηρητέο μέσα στο άλλο, και απαιτήθηκαν εξαιρετικά πολύπλοκες στατικές επεμβάσεις.
Ν.Β.: Είναι πολλές οι φορές που η εργασία μας δεν φαίνεται. Βλέποντας ένα τέτοιο ανακαινισμένο κτίριο απ’ έξω, μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι κάποιος απλώς το ξανάβαψε. Πίσω απ’ αυτό που φαίνεται, ωστόσο, υπάρχει πολλή οικοδομική εργασία, που απαίτησε σκέψη και μελέτες.
Γ.Α.: Με την έκταση που γνωρίζει η δόμηση, η γη έχει «φρακάρει», γεγονός που καθιστά την ανάπλαση και την επανάχρηση παλαιότερων κτιρίων πολύ σημαντική. Σαφώς, λοιπόν, τα διατηρητέα, που προσπαθούμε να τους αλλάξουμε χρήση με τον ηπιότερο δυνατό τρόπο –αν και αυτό συνήθως δεν εξαρτάται από εμάς–, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Επίσης ενδιαφέρουσες είναι και κάποιες κατοικίες που έχουμε αναλάβει στην Ύδρα, σε έναν προστατευμένο οικισμό, στις οποίες κάνουμε μόνο εσωτερικές μικροεπεμβάσεις. Μέσα από τα κτίρια αυτά έρχεσαι σε επαφή με την ιστορία και με τον τόπο, πράγμα που σαφώς μας συναρπάζει και μας ενδιαφέρει. Δεν έχουμε, λοιπόν, πρόβλημα να δουλέψουμε σαν τρελοί και τελικά η εργασία μας να φαίνεται μόνο σε μια μικρή λεπτομέρεια, όπως ένα χρώμα σε μια γωνία, ένα δάπεδο ή κάτι ελάχιστο. Είναι ευχάριστο να είσαι ταπεινός σε τέτοιες περιπτώσεις.
— Υπάρχει μια γενικότερη τάση σήμερα να χτίζονται κτίρια με περισσότερους «πράσινους» χώρους, που κάνουν χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ανακυκλώσιμων υλικών. Είναι αυτό ένα θέμα που σας απασχολεί; Πώς ενσωματώνετε το φυσικό τοπίο στα δικά σας αρχιτεκτονικά σχέδια;
Γ.Α.: Ανέκαθεν είχαμε μια ευαισθησία, κατ’ αρχάς ως προς την ποσότητα και την ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιούμε, προκειμένου να έχουμε το ελάχιστο αποτύπωμα και κατ’ επέκταση να είμαστε πιο οικονομικοί. Επιπλέον, έχουμε μεγαλώσει με το «genius loci» –το «πνεύμα του τόπου». Στη Ρώμη πίστευαν ότι κάθε πράγμα ή κάθε σπίτι έχει το δικό του πνεύμα. Αυτό το «πνεύμα» του κάθε τόπου και του κάθε χώρου πρέπει να το αναδεικνύουμε· είναι πάρα πολύ σημαντική η σχέση τού μέσα με το έξω. Ανάλογα, λοιπόν, με το μέρος και τον εκάστοτε χώρο, θα υπάρχει όσο γίνεται περισσότερο πράσινο, αλλά δεν είναι το πράσινο αυτό με βάση το οποίο θα σχεδιαστούν τα πάντα. Για μένα, τα κτίρια πρέπει να έχουν όσο περισσότερη αυτονομία γίνεται, αλλά πρέπει να είναι και «low tech». Θα πρέπει, δηλαδή, να διαθέτουν ό,τι θετικό μας δίνει η τεχνολογία, αλλά με μέτρο, ούτως ώστε, αν, για παράδειγμα, κοπεί το ρεύμα, το κτίριο να μπορεί να λειτουργήσει για μία ή δύο μέρες και ο κόσμος μέσα να μην πεθαίνει από τη ζέστη ή το κρύο. Πρέπει τα κτίρια να είναι από σχεδιασμού τους λειτουργικά, ακόμα κι αν τους «τραβήξεις την πρίζα».
Ν.Β.: Έχει επικρατήσει το να θεωρείται βιοκλιματικό οτιδήποτε του βάζεις επάνω πράσινο. Δεν είναι, όμως, αυτό. Η βιωσιμότητα ξεκινάει από την οικονομία της κλίμακας, των υλικών και των επεμβάσεων. Δεν είναι το πιο σημαντικό πράγμα οι ζαρντινιέρες στην όψη του κτιρίου. Το σίδερο και το μπετό που θα χρησιμοποιήσεις για να κάνεις την αρχιτεκτονική χειρονομία που θέλεις έχει πολύ σημαντικό αντίκτυπο στο περιβάλλον. Το γκαζόν στην ταράτσα είναι δευτερεύον. Από τα πρώτα βήματα της ανέγερσης ενός κτιρίου πρέπει να θέτεις τις βάσεις για τη βιωσιμότητά του.
— Υπάρχει κάποιου είδους κτίριο που θα θέλατε να σχεδιάσετε, αλλά δεν σας έχει δοθεί μέχρι στιγμής η ευκαιρία; Τι κτίριο θα ήταν αυτό και γιατί;
Ν.Β.: Δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι που δεν έχουμε κάνει. Εγώ, ωστόσο, θα ήθελα να σχεδιάζω περισσότερες μονοκατοικίες. Τώρα ξεκινάει μία στην Αίγινα. Όταν έχεις συνηθίσει να κάνεις μεγάλα έργα, υπάρχουν φορές που θα ήθελες να κάνεις και κάτι μικρό για αλλαγή.
Γ.Α.: Εκείνο που θα με ενδιέφερε προσωπικά θα ήταν ένα διαφορετικό πρόγραμμα, έξω από τα συμβατικά, εμπορικά στάνταρ, που να έχει μια πιο κοινωνική διάσταση. Κάτι που να βρίσκεται πιο μακριά από την επένδυση και το προϊόν αυτό της παραγωγής, και να είναι πιο επαναστατικό, όσον αφορά τα υλικά ή τον τρόπο δημιουργίας του. Θα ήθελα να ασχοληθώ με ένα πρότζεκτ για το οποίο δεν θα είχα εύκολα την πρόταση, αλλά θα έπρεπε να σκεφτώ ξανά τα πάντα από το μηδέν, και βέβαια να έχουμε χρόνο!
Δειτε περισσοτερα
Μια διαδρομή μέσα στο τραγούδι, τη νύχτα και τη δημοσιογραφία
Στο στενάκι της Αβραμιώτου, εκεί που βρισκόταν κάποτε το Six d.o.g.s, ήρθε με νέο αέρα το Κλακάζ
Ακούμε ένα προς ένα όλα τα τραγούδια. Βρόμικη δουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει
Νοσταλγία και μεταμοντέρνα ματιά για τον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1960 και για τους ηθοποιούς που παραμένουν ζωντανοί μέσα μας
Η φετινή διοργάνωση μοιάζει να θέτει ένα ερώτημα που ξεπερνά την ίδια την τέχνη: Πώς μπορούμε να υπάρχουμε μέσα σε έναν κόσμο που απαιτεί διαρκή αντίδραση, διαρκή εικόνα, διαρκή θέση;