Visual Browsing
Το γλυκό πεπρωμένο

Το γλυκό πεπρωμένο

Ίσως είναι καλή ιδέα να παραιτηθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά η εικόνα της αντιπολίτευσης που τρίβει τα χέρια της πάνω από τέτοια συμφορά μού φαίνεται εντελώς απαράδεκτη
© ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI

Στο βιβλίο του Russell Banks «To γλυκό πεπρωμένο», που μετέφερε στον κινηματογράφο ο Atom Egoyan, ένα σχολικό λεωφορείο γλιστράει στο χιόνι και πέφτει στον γκρεμό. Τα περισσότερα παιδιά σκοτώνονται· ένα κορίτσι μένει ανάπηρο· η μικρή πόλη πενθεί· κι ένας δικηγόρος προσπαθεί να μετατρέψει τη θλίψη σε οργή: Ποιος φταίει; Όποιος φταίει θα τιμωρηθεί. Και, με την ευκαιρία, ο δικηγόρος θα βγάλει χρήματα.            

Θυμήθηκα το βιβλίο και την ταινία διότι ήθελα να γράψω ότι δεν πρέπει να βγει κανείς κερδισμένος από την καταστροφή· από τη φρίκη και τη θλίψη του φετινού καλοκαιριού. Ξέρουμε «τι» φταίει που η φωτιά πήρε τέτοιες διαστάσεις και προξένησε τόσες ανθρώπινες απώλειες· δεν φταίει «κάποιος» ή «κάποιοι»· φταίει το πώς έχει χτιστεί και οργανωθεί η κοινωνία μας: η ρυμοτομία των παραθαλάσσιων κοινοτήτων, η οργάνωση και προστασία των δασικών εκτάσεων, η στρατηγική της πολιτικής προστασίας, οι μέθοδοι διαχείρισης πλήθους, η πολιτική οικονομία των υπηρεσιών όπως η πυρόσβεση και η ασφάλεια εκ μέρους του λιμενικού σώματος και της αστυνομίας. Με λίγα λόγια, για την τερατώδη έκταση και καταστροφικότητα της φωτιάς φταίνε οι ελλείψεις των μηχανισμών του κράτους και η παραδοσιακά αναποτελεσματική διαχείριση κρίσεων· στην ουσία η διακυβέρνηση –τοπική και κεντρική– που οδηγεί ξανά και ξανά σε αποτυχία τόσο στην πρόληψη, όσο και στην ελαχιστοποίηση των ζημιών. Με λίγα λόγια τα φυσικά φαινόμενα –σεισμοί, ραγδαίες βροχοπτώσεις, φωτιά και άνεμος– έχουν σχεδόν ανεξέλεγκτες συνέπειες. Ο ρόλος της οργανωμένης κοινωνίας είναι, μεταξύ άλλων, η τιθάσευση των φυσικών δυνάμεων και η καθοδήγηση των πολιτών σε περιπτώσεις κινδύνου και έκτακτης ενάγκης, όπως μια τέτοια πυρκαγιά, μια επιδημία ή ένας πόλεμος.

Κάθε φορά που συμβαίνει μια καταστροφή, αποκαλύπτονται και συζητιούνται η αναρχία στη δόμηση (ρέματα, αποψίλωση δασών, έκνομη προαστιακή εξάπλωση), το μπάζωμα των ποταμών, κάποιες συνιστώσες του ψευτοκαπιταλισμού που αποτελεί το οικονομικό μας σύστημα (κερδοσκοπία, πελατοκρατία), η κλιματική αλλαγή. Παραλλήλως, αναδεικνύονται οι ευθύνες των πολιτών, ιδιαίτερα σε περιστάσεις σαν τη σημερινή εφόσον οι πυρκαγιές οφείλονται συχνά σε ανθρώπινο δόλο ή ανθρώπινο σφάλμα. Λίγες εβδομάδες αργότερα, κι ενώ τα αντικυβερνητικά τηλεοπτικά κανάλια ωρύονται και τα φιλοκυβερνητικά καυχώνται για το αυτονόητο, ενεργοποιείται η μνήμη του χρυσόψαρου: τίποτα δεν αλλάζει· κανείς από τους κυβερνώντες δεν δείχνει ευθιξία – είμαστε παχύδερμα. Και ευχόμαστε ότι δεν θα μας ξανατύχει συμφορά. Πλην όμως μάς τυχαίνει, όπως τυχαίνει σε όλο τον κόσμο.

Η πρόληψη των καταστροφών με την οποία πρέπει να ασχοληθούμε σοβαρά δεν σημαίνει μηδενισμό της πιθανότητας καταστροφής: η φιλοδοξία για ολικό έλεγχο είναι παθολογική και δεν οδηγεί πουθενά. Αλλά το «γλυκό πεπρωμένο» όπως το ονομάζει ειρωνικά ο Russell Banks –η ερείπωση, ο θάνατος, η απώλεια– μπορεί, σε κάποιο βαθμό, να εμποδιστεί. Ξέρουμε τι ευνοεί τις πλημμύρες, τι προξενεί την κατάρρευση των κτηρίων στους σεισμούς, τι διευκολύνει τις πυρκαγιές. Κάθε φορά που φλέγονται εκτάσεις, μουρμουρίζουμε με το γνώριμο συνωμοσιολογικό ύφος: «εμπρηστές», «οικοπεδοφάγοι»… Συνήθως οι αιτίες είναι απλούστερες· εγκληματικές αλλά όχι τόσο θεαματικές: εύφλεκτα υλικά σε μπάζα, καλώδια της ΔΕΗ, καύση σκουπιδιών σε χωματερές – πολλοί Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι μπορεί να προκαλέσει ανάφλεξη κι άλλοι απλούστατα αδιαφορούν. Η αυθαιρεσία παραμένει το θεμελιώδες μας πρόβλημα.

Η δε έλλειψη συντονισμού στην αντιμετώπιση των καταστροφών οφείλεται, όπως σχεδόν τα πάντα στην Ελλάδα, στο ότι δεν υπάρχει αυστηρός καταμερισμός εργασίας και οριοθέτηση καθηκόντων. Όσοι ασχολούνται με την προστασία του περιβάλλοντος επιμένουν ότι η δασοπυρόσβεση δεν πρέπει να αποτελεί αποκλειστικό έργο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας –η οποία, έτσι κι αλλιώς, χρειάζεται ενίσχυση και εκσυγχρονισμό– αλλά σε μια σύμπραξή της με τις Δασικές Υπηρεσίες, δηλαδή τους γεωπόνους και δασολόγους που γνωρίζουν τις διαφορές όχι μόνο μεταξύ της φωτιάς σε κτήρια και της φωτιάς σε δενδρόφυτες εκτάσεις, αλλά και τις ιδιαιτερότητες της φωτιάς στις ποικιλίες των δασών. Είμαι απολύτως σίγουρη ότι όλοι οι άνθρωποι που εμπλέκονται σ’ αυτό το έργο κάνουν ό,τι μπορούν – κι όμως δεν αρκεί εφόσον λείπει η οργάνωση, ο συντονισμός, η μέθοδος.

Εδώ μπαίνει ο παράγοντας της διακυβέρνησης: η σημερινή κυβέρνηση έχει συνειδητοποιήσει, the hard way, ότι δεν είναι τόσο εύκολο να διαχειριστείς μια χώρα με άλυτα και χρόνια δομικά προβλήματα. Πριν από τρία χρόνια, από τη θέση της αντιπολίτευσης, κραύγαζε «είστε ανίκανοι και διεφθαρμένοι: εμείς θα τα κάνουμε όλα καλύτερα» με τη βαθιά άγνοια και την αλαζονεία που τη χαρακτηρίζει. Όμως, για να κυβερνηθούμε πρέπει να αλλάξουν όλα. Και για να αλλάξουν είναι απαραίτητο να καταλάβουμε, εμείς οι πολίτες, τι είναι το σωστό και τι το λάθος. Οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις δημιουργούν ένα παράδοξο: ενώ κολακεύουν τον λαό τους και τον αφήνουν να κάνει βλακείες, δεν καταφέρνουν να τον προστατέψουν – διότι οι βλακείες παρακωλύουν τη διοίκηση. Αν σ’ αυτό προστεθεί μια μορφή αμεριμνησίας και τσαπατσουλιάς, παίρνουμε τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων: υποτίμηση των συνθηκών, καθυστερήσεις, σύγχυση, μοιρολατρία – η ψευδαίσθηση ότι τα ίδια συμβαίνουν παντού. Αλλά, αν δούμε τα διαφορετικά γεγονότα από πιο κοντά, λόγου χάρη τις περσινές πυρκαγιές στην Καλιφόρνια, θα διαπιστώσουμε ότι οι αρχές εκεί πράγματι ελαχιστοποίησαν τις ζημιές, και όχι μόνο επειδή διέθεταν πιο προηγμένα μέσα (πράγμα που είναι αλήθεια). Θα έλεγα πως ίσως είναι καλή ιδέα να παραιτηθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά, όπως υπαινίχθηκα, η εικόνα της αντιπολίτευσης που τρίβει τα χέρια της πάνω από τέτοια συμφορά μού φαίνεται εντελώς απαράδεκτη.

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5