Life in Athens

Πολυκατοικία: Από την αντιπαροχή στο Airbnb

Ο δημοσιογράφος και αθηναιογράφος Νίκος Βατόπουλος, η αρχιτέκτονας Μυρτώ Κιούρτη και ο καθηγητής Κοινωνικής Γεωγραφίας Θωμάς Μαλούτας περιγράφουν το φαινόμενο.
Λουκάς Βελιδάκης
ΤΕΥΧΟΣ city lives 2
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το πιο παρεξηγημένο κτίριο της πόλης, η πολυκατοικία, αφηγείται την ιστορία της σύγχρονης Αθήνας.

Δεν υπάρχει πιο καθοριστικό κτίριο για την Αθήνα από την πολυκατοικία. Όχι μόνο γιατί κυριαρχεί παντού, αλλά γιατί μέσα της συμπυκνώνεται η ίδια η ιστορία της πόλης. Ο τρόπος που χτίστηκε, κατοικήθηκε, αγαπήθηκε και αμφισβητήθηκε είναι η ίδια η διαδρομή της ελληνικής κοινωνίας και δη αυτή της πρωτεύουσας.

Η ιστορία της πολυκατοικίας δεν είναι μια γραμμική αρχιτεκτονική εξέλιξη: Πριν από τον πόλεμο, η ανάγκη στέγασης, η αστυφιλία και η έλευση των προσφύγων πίεσαν την Αθήνα να αναζητήσει νέες μορφές κατοίκησης. Μετά τον πόλεμο, η σχέση αντιστράφηκε: δεν ήταν μόνο η πόλη που γεννούσε την πολυκατοικία, αλλά και η πολυκατοικία που άρχισε να γεννά την πόλη.

Η Αθήνα δεν ακολούθησε τη λογική του Σικάγο ή της Νέας Υόρκης, δεν έγινε πόλη ουρανοξυστών. Έχασε τη «μάχη της καθετότητας», κυρίως λόγω των περιορισμών ύψους που επιβάλλονται για την προστασία της θέας της Ακρόπολης. Κέρδισε όμως κάτι άλλο: τη «μάχη της οριζοντιότητας». Η πολυκατοικία εξαπλώθηκε παντού, δημιουργώντας μια πόλη που δεν υψώνεται θεαματικά, αλλά απλώνεται αδιάκοπα.

Και κάπως έτσι, αυτό που ξεκίνησε ως λύση ανάγκης μετατράπηκε σε μηχανισμό. Η πολυκατοικία δεν είναι πια απλώς μια τυπολογία κατοικίας, αλλά το κύτταρο που παράγει την πόλη. Μέσα από τη συνεχή επανάληψή της, καθορίζει τη μορφή, την κλίμακα και τελικά τη φυσιογνωμία της σύγχρονης Αθήνας. Γίνεται το ίδιο το σώμα της πόλης.

Η γενεσιουργός πράξη 

«Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τις ελληνικές πόλεις χωρίς τον οικιστικό τύπο της πολυκατοικίας». Ο δημοσιογράφος της Καθημερινής Νίκος Βατόπουλος θεωρεί ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα κτίριο, αλλά για σύνθετο φαινόμενο, που δεν εξαντλείται ούτε στην αρχιτεκτονική ούτε στην πολεοδομία. «Η πολυκατοικία εμπεριέχει μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, συνδέεται με θετικές εξελίξεις της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Από την άλλη, φέρει πάνω της και αρνητικές αποτυπώσεις αυτής της εξέλιξης». Τα αρνητικά είναι μπροστά στα μάτια όλων. «Η οικοδομική ασφυξία, το πολεοδομικό χάος, το βαρύ οικολογικό αποτύπωμα, η συσσώρευση αυτοκινήτων, η πίεση στον δημόσιο χώρο. Μια εικόνα που, αν την δεις από ψηλά, μοιάζει με αυτό που όλοι λίγο-πολύ έχουμε πει κάποια στιγμή: μια αχανής, κουρασμένη θάλασσα από μπετόν».

Κι όμως, ο Βατόπουλος δεν μένει εκεί. Στέκεται απέναντι σ’ αυτό που περιγράφει ως «μια ρητορική δαιμονοποίησης της πολυκατοικίας». Δεν επιχειρεί να την εξωραΐσει, αλλά επιμένει σε κάτι πιο δύσκολο: «Θέλω να την καταλάβω. Γιατί δεν μπορείς να διαγράψεις έναν τύπο κατοικίας που υιοθετήθηκε σχεδόν από το σύνολο της κοινωνίας επί σειρά δεκαετιών. Αν επικράτησε τόσο καθολικά, σημαίνει κάτι, ότι λειτούργησε σε ένα σημείο».

Η τομή έρχεται το 1929 και δεν είναι απλώς ένας νόμος, αλλά η στιγμή που «τακτοποιεί τα ζητήματα της οριζοντίου ιδιοκτησίας, ανοίγοντας τον δρόμο για την πολυϊδιοκτησία. Μέχρι τότε υπήρχαν πολυκατοικίες, αλλά δεν υπήρχε το νομικό πλαίσιο. Το ’29 είναι ουσιαστικά η γενεσιουργός πράξη της πολυκατοικίας από πλευράς του κράτους». Η δεκαετία του ’20, με την έλευση των προσφύγων, λειτουργεί σαν αντιδραστήρας: ο μηχανισμός που πυροδότησε την οικονομία πίεσε το κράτος να αντιδράσει και δημιούργησε νέους οικιστικούς μηχανισμούς. Παρ’ όλα αυτά, η πολυκατοικία δεν ήταν εξαρχής λαϊκός τύπος κατοικίας. Στον Μεσοπόλεμο αφορούσε κυρίως τα μεσοαστικά και μεγαλοαστικά στρώματα. «Η εργατική τάξη έμενε ακόμα στα μονώροφα σπιτάκια. Αντίθετα, οι πολυκατοικίες του ’30, ιδίως σε περιοχές όπως το Κολωνάκι, ενσωματώνουν τα δυτικά comforts: λουτρό, θέρμανση, εσωτερικές ανέσεις».

Αντιπαροχή: ένας λαϊκός καπιταλισμός

Η μεγάλη ανατροπή έρχεται με την αντιπαροχή, όταν η πολυκατοικία περνά από την αστική άνεση στη μαζική παραγωγή. Ο Νίκος Βατόπουλος το περιγράφει σαν κοινωνικό πείραμα: «Έχουμε την εφαρμογή ενός λαϊκού καπιταλιστικού συστήματος. Το κράτος, είτε από αδυναμία είτε από επιλογή, αφήνει τη διευθέτηση του τεράστιου στεγαστικού ζητήματος στους εργολάβους». Αυτοί χτυπάνε την πόρτα των ιδιοκτητών και γίνεται μια διαρκής διαπραγμάτευση του τύπου «Έχω δύο κόρες, πρέπει να τις προικίσω… τι θα μου δώσεις; Θέλω κι ένα μαγαζί». Μια «ουτοπία της κοινωνίας, μια μικρή συμφωνία που άλλαζε ζωές». Το σύστημα λειτουργεί σχεδόν χωρίς κεφάλαιο. Προπωλήσεις, δόσεις, προσωρινά παγώματα έργων – «σταματούσε για λίγο η πολυκατοικία για να πουλήσει κάνα διαμέρισμα ο εργολάβος και να συνεχίσει». Μια οικονομία που κινείται στον «αέρα», πλην αποτελεσματικά. «Αστικοποιήθηκαν ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού. Άνθρωποι που είχαν ένα παλιό σπιτάκι βρέθηκαν με κάνα δυο διαμερίσματα κι ένα μαγαζί. Απέκτησαν εισόδημα, ασφάλεια, προοπτική. Και, κυρίως, άλλαξαν καθημερινότητα». Από τα διαμερίσματα της Βασιλίσσης Σοφίας, με αρχοντιά και κομφόρ, μέχρι τις λαϊκές πολυκατοικίες με κακά υλικά που κακογερνάνε: «Μια κοινωνική διαστρωμάτωση αποτυπωμένη σε μπετόν».

Σήμερα αυτή η διαφοροποίηση μοιάζει να δίνει τη θέση της σε μια νέα ομοιομορφία. Τα τελευταία χρόνια, με την αναθέρμανση της οικοδομής, εμφανίζεται μια γενιά πολυκατοικιών με γυάλινα μπαλκόνια, γκρι αποχρώσεις και πιο minimal αισθητική. Το ίδιο ύφος διαχέεται από τα παλιά αστικά κέντρα μέχρι τις λαϊκές συνοικίες. Για τον Βατόπουλο, αυτό δεν είναι μόνο αρχιτεκτονικό φαινόμενο, μα «ένδειξη μιας ευρύτερης σύγκλισης αισθητικών και κοινωνικών προτύπων».

Θρυμματίζοντας τα στερεότυπα

Η αρχιτεκτόνισσα Μυρτώ Κιούρτη έρχεται να ανατρέψει την εικόνα της Αθήνας ως τσιμεντούπολης. «Ναι, αν την κοιτάξεις από τον Λυκαβηττό, η πρώτη εικόνα είναι ένα σεντόνι τσιμέντου, με λίγο πράσινο, λίγους ανοιχτούς δημόσιους χώρους και μια αίσθηση ασφυξίας». Αρνείται να μείνει στην πρώτη ανάγνωση: «Οι άνθρωποι απολαμβάνουν πολύ περισσότερο τον δημόσιο χώρο όταν οι αποστάσεις είναι μικρές παρά όταν είναι μεγάλες».

Η συνήθης κατηγορία υποστηρίζει ότι μας λείπουν οι μεγάλες πλατείες, τα μεγάλα πάρκα, οι ανοιχτές χειρονομίες της μεγαλούπολης. Η Κιούρτη αρνείται αυτή τη λογική: οι μεγάλοι δημόσιοι χώροι δεν είναι αυτομάτως πιο ανθρώπινοι – πόλεις όπως η Νέα Υόρκη ή το Λονδίνο «υποφέρουν από μεγάλους δημόσιους χώρους που μπορεί να είναι εντυπωσιακοί, επιβλητικοί, φτιαγμένοι με γενναιοδωρία, αλλά δεν σου δίνουν πάντα την αίσθηση της ζεστασιάς, το να νιώσεις οικεία, να θες να σταθείς, να κατοικήσεις πραγματικά τον χώρο. Μπορεί να σε εντυπωσιάζουν, αλλά δεν σε αγκαλιάζουν».

Αμέσως μετατοπίζει τη συζήτηση από την ποσότητα του χώρου στο νόημα του ωραίου. «Μπορεί να θεωρούμε πράγματα ωραία επειδή έχουμε μάθει να τα θεωρούμε ωραία», παρατηρεί, «επειδή τα έχουμε συνδέσει με πλούσιες χώρες, με ακριβές αστικές εικόνες, με μια επιβεβλημένη διεθνή αισθητική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ζούμε ευχάριστα σε τέτοια περιβάλλοντα». Η ομορφιά δεν είναι αντικειμενική. «Κι αν η εκπαίδευσή μας έγινε με λάθος πρότυπα, το πρόβλημα δεν είναι η Αθήνα, είναι το βλέμμα με το οποίο την κοιτάμε».

Η Κιούρτη συμπληρώνει με μια απρόσμενη φράση: «Η Αθήνα είναι μια πολυώροφη Σαντορίνη». Θέλει να περιγράψει μια πόλη που δεν φτιάχτηκε από έναν κεντρικό σχεδιαστή, αλλά από τους πολλούς. «Όλοι οι προνεωτερικοί οικισμοί φτιάχνονταν από κοινότητες. Έχτιζε ο ένας εδώ, λίγο πιο κάτω ο άλλος. Υπήρχε μια οργανικότητα στην ανάπτυξη – όχι η ψυχρή επιβολή μιας τάξης από τα πάνω, αλλά η συσσώρευση χιλιάδων μικρών αποφάσεων. Η Αθήνα είναι ακριβώς αυτό: η συσσώρευση των αποφάσεων όλων μας, καλών και κακών, ωραίων και άσχημων, συνετών και αλόγιστων. Γι’ αυτό έχει αυτόν τον παλμό που δεν αντιγράφεται – δεν τον σχεδίασε κανείς, απλώς βγήκε».

Όταν η συζήτηση πάει στην ομοιομορφία, αφού τονίζει ότι «είναι ένα βαρετό πράγμα», αναγνωρίζει ότι η πόλη έχει βρει «μια παράξενη ισορροπία, όπου τα πράγματα δεν είναι τελείως τρελά, αλλά δεν είναι και νεκρά από την υπερβολική τάξη. Για μένα ωραίο είναι να βλέπω τις ζωές των ανθρώπων όταν περπατάω στην πόλη – κι όχι να βλέπω διακοσμητικά. Να μπορεί ο κάθε άνθρωπος να κάνει ένα σπίτι κάπως λίγο προσαρμοσμένο στον εαυτό του, ακόμη κι αν αυτό δημιουργεί μια ορισμένη αίσθηση χάους. Η κοινωνία,άλλωστε, δεν είναι λίγο χαοτική; Πρέπει να αντέχουμε τη διαφορετικότητα και το λίγο χαοτικό». Και γι’ αυτό ακριβώς πιστεύει ότι αυτό που έχει κατακτηθεί στην Αθήνα «πολλές πόλεις το ζηλεύουν: το ότι είναι ζωντανή, ενδιαφέρουσα, γοητευτική, με αυτές τις πυκνότητες και την έντονη παρουσία των ανθρώπων. Δεν είναι παράδεισος, αλλά ούτε και φαβέλα. Όλα είναι συγκριτικά σε αυτή τη ζωή».

Πώς εξελίσσεις αυτό που έχεις χωρίς να το μισείς και χωρίς να το διαλύεις; «Η Αθήνα πάσχει από τη σχέση της με τη συντήρηση. Ή φαντασιωνόμαστε ότι θα βάλουμε μπουλντόζα να τα διαλύσουμε όλα, ή τα παρατάμε να ρημάξουν. Δεν υπάρχει μέση κουλτούρα φροντίδας, η καθημερινή, ανιαρή, απαραίτητη πράξη τού να κρατάς όρθιο αυτό που έχεις. Αυτό κάνει άσχημη την Αθήνα». Κι αρχίζει να απαριθμεί: «Σκισμένες τέντες, αφρόντιστες όψεις, σωληνώσεις από κλιματιστικά που περνούν με απαίσιο τρόπο πάνω στις προσόψεις. Η ασχήμια δεν είναι η ίδια η μοντέρνα πόλη. Είναι η εγκατάλειψή της».

Προτού κλείσει, επιστρέφει στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, στις ταινίες του ’60, όταν η πολυκατοικία ήταν ακόμη υπόσχεση. Θυμίζει το «Θα με κάνεις βασίλισσα» και τη λαχτάρα του ρετιρέ, της μοντέρνας ζωής, της καινούργιας πολυκατοικίας. «Τότε δεν τη μισούσαν. Τη λαχταρούσαν. Γιατί τη μισούμε σήμερα;Γιατί δεν έχουμε συντηρήσει τις πολυκατοικίες. Τότε όλοι με χαρά γκρέμισαν τα νεοκλασικά τους για να πάνε στο ωραίο μοντέρνο διαμέρισμα. Η Αθήνα ήταν πανέμορφη, μοντέρνα πόλη, από τις πιο ενδιαφέρουσες».

Η πρότασή της; «Ποιότητα στα υλικά, επιστροφή στον μοντερνισμό ως παράδοση της πόλης και πίστη ξανά στη σημασία των κανόνων. Όχι λιγότερη ελευθερία, αλλά ελευθερία με σεβασμό για τους άλλους. Η αρχιτεκτονική είναι σαν μαγειρική – όπως δεν βάζεις κακά υλικά στο φαγητό, έτσι δεν γεμίζεις την πόλη με ψεύτικες απομιμήσεις. Όχι laminate που προσποιούνται ξύλο, όχι πλακάκια που υποδύονται μάρμαρο. Πραγματικά υλικά, τίμια, ακόμη κι αν είναι απλά και φθηνά. Το πεύκο μπορεί να είναι ένα πάρα πολύ ωραίο υλικό, φθηνό, οικονομικό, ποιοτικό».

Η πολυκατοικία ως κοινωνικός μηχανισμός

Η αρχιτεκτονική ανάλυση σταματά εκεί που αρχίζει η γεωγραφία της ανισότητας. Η πολυκατοικία δεν είναι μόνο ένα αντικείμενο που κοιτάμε ή συντηρούμε, αλλά κι ένας μηχανισμός που κατανέμει. Ποιος μένει πού, ποιος αποκλείεται από πού. Κι αυτό το ερώτημα δεν το απαντά η αρχιτεκτονική.

Ο καθηγητής Κοινωνικής Γεωγραφίας Θωμάς Μαλούτας μεταφέρει τη συζήτηση στο σημείο όπου αυτός ο οργανισμός πιέζεται σήμερα περισσότερο: στη στέγη, στην αγορά και στην κοινωνική γεωγραφία της Αθήνας. Γιατί η πολυκατοικία είναι και ένας κοινωνικός μηχανισμός που επί δεκαετίες ενσωμάτωνε, στέγαζε, ανακάτευε κοινωνικά στρώματα και κρατούσε μέσα στην πόλη ανθρώπους που αλλιώς θα είχαν σπρωχτεί πολύ νωρίτερα στην περιφέρεια. Σήμερα, αυτός ο μηχανισμός αλλάζει φορά.

«Σήμερα χτίζονται σπίτια, παράγονται κατοικίες, αλλά δεν είναι προσιτές. Παράγονται πολυτελείς κατοικίες για εύπορους καταναλωτές ή για επενδυτές. Με βάση στοιχεία της ΑΑΔΕ, μόνο το 15% των μεταβιβάσεων αφορούσε πρώτες κατοικίες, ενώ όλες οι άλλες ουσιαστικά αφορούσαν επενδυτικά προϊόντα. Η αγορά δεν υπηρετεί πια πρωτίστως την κατοίκηση». 

Ο Μαλούτας εκτιμά ότι χωρίς ακριβή εικόνα του στεγαστικού αποθέματος, σοβαρή πολιτική δεν γίνεται – και ζητάει «ένα παρατηρητήριο κατοικίας, γιατί πριν μιλήσεις για λύσεις, πρέπει να μάθεις τι ακριβώς έχεις». Η στόχευση πρέπει να είναι καθαρή: «νέα νοικοκυριά, νοικοκυριά με τους λιγότερους πόρους. Γιατί πάνω από το 90% των πολιτικών αφορούν τους ιδιοκτήτες» – το πολιτικό σύστημα σκέφτεται πρώτα εκείνον που έχει ήδη ιδιοκτησία.

Υπάρχει και η αγορά που «καταπίνει τις όποιες παρεμβάσεις». Όταν δίνεις επιδοματική ενίσχυση, η αγορά το διαβάζει ως αύξηση αγοραστικής δύναμης και «πάρα πολύ γρήγορα τα καταπίνει και ανεβάζει τις τιμές. Το είδαμε με τα “Σπίτι Μου Ι” και “Σπίτι Μου ΙΙ”. Δεν αρκεί να ρίξεις χρήμα. Χρειάζονται και τρεις-τέσσερις άλλες ρυθμίσεις που θα συγκρατούν τις παρενέργειες».

Και επειδή δεν υπάρχει μεγάλο δημόσιο απόθεμα, η ελληνική ιδιομορφία είναι άλλη: «Έχεις ένα τεράστιο απόθεμα που βρίσκεται στα χέρια μικρών ιδιοκτητών. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα κάνει το κράτος μόνο του, αλλά πώς μπορείς αυτούς να τους κάνεις συμμάχους. Να πεις στον μικροϊδιοκτήτη, που είναι κατά βάση συντηρητικός νοικοκύρης, κάτι απλό: Εδώ σ’ το έχω εξασφαλισμένο για 10 χρόνια. Μια σταθερή, λιγότερο θεαματική, αλλά ασφαλής απόδοση – ώστε η μικρή ιδιοκτησία να ξαναγίνει εργαλείο κοινωνικής ισορροπίας και όχι αποκλειστικά εργαλείο κερδοσκοπίας».

«Η στεγαστική κρίση μπήκε στο τραπέζι στο τέλος της δεκαετίας του 2010, με την τουριστικοποίηση», λέει. Η μεγάλη αναστάτωση δεν γίνεται στα άκρα («το Ψυχικό έχει παραμείνει Ψυχικό, η Δραπετσώνα έχει παραμείνει Δραπετσώνα»), αλλά στις ζώνες ανάμεσα, ιδίως στο κέντρο. Εκεί κάθε γειτονιά ακολουθεί τη δική της τροχιά: «το Κουκάκι ξεκίνησε από μεσαία κατάσταση, έπεσε και ξανανέβηκε, η Κυψέλη κατέβηκε περισσότερο και τώρα βρίσκεται ξανά σε ανοδική πορεία, τα Πατήσια κατέβηκαν πάρα πολύ χαμηλά και τελευταία έχουν τσιμπήσει λιγάκι προς τα πάνω».

Το πιο οξύ κομμάτι της σκέψης του αφορά τον ρόλο της ίδιας της πολυκατοικίας σε αυτές τις μεταβολές. Για χρόνια πίστευε ότι η Αθήνα είναι σχεδόν «ungentrifiable». Κι ο λόγος ήταν η πολυκατοικία – πιο συγκεκριμένα, το χαμηλό κομμάτι της: το ημιυπόγειο, το μικρό ισόγειο, ο φτηνός χώρος χωρίς ήλιο και θέα, που δεν ενδιέφερε τον επενδυτή. Η πολυκατοικία, με την εσωτερική κοινωνική της διαστρωμάτωση, κρατούσε μέσα της στρώματα που δεν μπορούσαν εύκολα να εκτοπιστούν. Αυτό άλλαξε όταν μπήκε το Airbnb, η Golden Visa και οι επενδυτικές βλέψεις πάνω στην παλιά κατοικία. Τότε το μικρό, σκοτεινό, ασήμαντο διαμέρισμα έπαψε να είναι άχρηστο κι έγινε «επενδυτικό προϊόν». Αν ρίξεις «δέκα χιλιάρικα και το σουλουπώσεις, από τα 150 ευρώ που έπαιρνες από έναν φτωχό ενοικιαστή μπορείς να φτάσεις στα 600. Η αθηναϊκή πολυκατοικία, που κάποτε ήταν φραγμός στον εξευγενισμό, αρχίζει να καταρρέει ως φραγμός και να μετατρέπεται στον φορέα της εκτόπισης».

Τον λογαριασμό τον πληρώνει ο άνθρωπος που έμενε εκεί πριν. «Ο Πακιστανός θα φύγει από την Κυψέλη προς τα Πατήσια και μετά πιο πέρα. Αυτό είναι η περιφερειοποίηση της φτώχειας – κάτι που σε άλλες πόλεις έχει καταγραφεί εδώ και δεκαετίες, τώρα φαίνεται και στην Αθήνα με μεγαλύτερη καθαρότητα».

Οι λύσεις υπάρχουν, αλλά δεν πρόκειται να έρθουν ούτε αυτόματα από την αγορά ούτε με αποσπασματικά επιδόματα. Χρειάζονται στοιχεία, στόχευση, νέα εργαλεία, ρυθμίσεις που να μη «καταπίνονται» αμέσως, κυρίως μια καθαρή παραδοχή: Η κατοικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εμπόρευμα. Και περιγράφει τη στιγμή που η Αθήνα χάνει ένα παλιό της προστατευτικό δίχτυ: Για δεκαετίες, η πολυκατοικία λειτούργησε ως μηχανισμός ένταξης, ως φράγμα, ως δοχείο διαταξικότητας. Σήμερα, το ίδιο αυτό δοχείο μπορεί να γίνει μηχανή εκτόπισης. Κι εκεί ακριβώς κρίνεται η επόμενη μάχη της πόλης.