- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η Αθήνα των αρχιτεκτόνων
Φέρουν τη σφραγίδα σπουδαίων αρχιτεκτόνων. Είναι κτίρια-σταθμοί, που αναδεικνύουν τη σύνδεση αρχιτεκτονικής, χρήσης και αστικής ζωής. Ακολουθεί μια ξενάγηση στα σημαντικότερα από αυτά.
Κτίρια-ορόσημα στη Βασιλίσσης Σοφίας και στη Βασιλέως Κωνσταντίνου
Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη – Πρώην Οικία Θ. Ρέντη
Το επιβλητικό πενταώροφο κτίριο, σχεδιασμένο από τον Βασίλη Τσαγκρή στα τέλη της δεκαετίας του 1920, οικοδομήθηκε στη θέση της οικίας Θ. Ρέντη και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου. Σήμερα στεγάζει το Ίδρυμα Βασίλη & Μαρίνας Θεοχαράκη, έναν σημαντικό πολιτιστικό οργανισμό αφιερωμένο στις εικαστικές τέχνες και τη μουσική, με έμφαση στην εξέλιξη του μοντέρνου στον 20ό και 21ο αιώνα. (Λεωφ. Βασ. Σοφίας & Μέρλιν 1)
Μουσείο Μπενάκη - Πρώην Οικία Π. Χαροκόπου / Μπενάκη
Το αρχοντικό χτίστηκε γύρω στο 1860 ως κατοικία του ευεργέτη Π. Χαροκόπου και το 1910 αγοράστηκε από τον Εμμανουήλ Μπενάκη, ο οποίος το ανακαίνισε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά. Μετά τον θάνατό του, ο γιος του, Αντώνης Μπενάκης, δώρισε το κτίριο και τις συλλογές του στο ελληνικό κράτος, ιδρύοντας το Μουσείο Μπενάκη. Σήμερα φιλοξενεί περίπου 40.000 εκθέματα, που καλύπτουν όλο το φάσμα της ελληνικής ιστορίας και τέχνης, από την προϊστορία έως τη νεότερη εποχή. (Λεωφ. Βασ. Σοφίας & Κουμπάρη 1)
Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης - Πρώην Μέγαρο Σταθάτου
Το νεοκλασικό Μέγαρο Σταθάτου οικοδομήθηκε το 1895 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ, ως κατοικία και επαγγελματική έδρα του εφοπλιστή Όθωνα Σταθάτου. Διακρίνεται για το μνημειακό καμπύλο πρόπυλο με εκλεκτικιστικά στοιχεία και τον πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο της στέψης, ενώ το συγκρότημα περιλαμβάνει την κύρια κατοικία και ένα βοηθητικό κτίσμα στο βάθος του οικοπέδου, γνωστό ως «Περίπτερο».
Το κτίριο παρέμεινε στην οικογένεια έως το 1938 και στη συνέχεια γνώρισε διαδοχικές χρήσεις –από διπλωματικές αποστολές έως λέσχη αξιωματικών– αντανακλώντας τις ιστορικές συγκυρίες του 20ού αιώνα. Το 1982 περιήλθε στο Δημόσιο και αποκαταστάθηκε από τον αρχιτέκτονα Παύλο Καλλιγά, ενώ από το 1991 εντάχθηκε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης του Ιδρύματος Γουλανδρή, συνδεόμενο με το κύριο κτίριο μέσω εσωτερικού γυάλινου διαδρόμου. (Λεωφ. Βασ. Σοφίας 31 & Ηροδότου)
Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο - Πρώην Μέγαρο Ιλίσια
Το συγκρότημα των Ιλισίων χτίστηκε μεταξύ 1840 και 1848 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη ως χειμερινή κατοικία της φιλελληνίδας Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρέν, γνωστής ως Δούκισσας της Πλακεντίας. Το κτίριο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ρομαντικού κλασικισμού και περιλαμβάνει το κύριο μέγαρο και δύο βοηθητικά κτίσματα γύρω από αυλή, τα οποία σχηματίζουν Π με το κεντρικό. Η επωνυμία ILISIA, όνομα που η ίδια η Δούκισσα έδωσε στο μέγαρό της, είναι γραμμένη στο τόξο της καμάρας της εισόδου. Από το 1930 στεγάζει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, με συλλογές που καλύπτουν την περίοδο από τον 4ο έως τον 19ο αιώνα. (Λεωφ. Βασ. Σοφίας 22)
Ωδείο Αθηνών
Το Ωδείο Αθηνών στεγάζεται σε ένα επιβλητικό μοντέρνο μαρμάρινο κτίριο, που ανεγέρθηκε μεταξύ 1970 και 1977, αποτελώντας το μοναδικό υλοποιημένο τμήμα της ευρύτερης, βραβευμένης το 1959 πρότασης του αρχιτέκτονα Ιωάννη Δεσποτόπουλου για τη δημιουργία ενός μεγάλου πολιτιστικού κέντρου στην καρδιά της Αθήνας. Ο Δεσποτόπουλος, μαθητής του Βάλτερ Γκρόπιους και βαθιά επηρεασμένος από τις αρχές του Μπάουχαους, διαμόρφωσε ένα έργο που συνδυάζει τον μοντερνισμό με αναφορές στην κλασική ελληνική αρχιτεκτονική.
Το κτίριο, με την εκτεταμένη πρόσοψη μήκους 160 μέτρων, οργανώνεται σε αυστηρές γεωμετρικές γραμμές και επενδύεται με λευκό μάρμαρο, ενώ η χαρακτηριστική στοά του ισογείου και οι ανοιχτοί του χώροι παραπέμπουν στην ιδέα της αρχαίας αγοράς. Η εσωτερική του διάρθρωση περιλαμβάνει αίθουσες διδασκαλίας, αμφιθέατρα, συναυλιακούς και βοηθητικούς χώρους, σχεδιασμένους με ιδιαίτερη φροντίδα στην ακουστική και τη λειτουργικότητα.
Παράλληλα, η τοποθέτησή του σε διαγώνια σχέση με τον αστικό ιστό και η ανάπτυξή του μέσα σ’ ένα σύνολο υπαίθριων χώρων με κλίμακες, αναβαθμούς και πράσινο, προσδίδουν στο κτίριο μια δυναμική και σχεδόν αντισυμβατική παρουσία, ενώ οι στοές και οι διαδρομές του συνθέτουν έναν ανοιχτό, δημόσιο χώρο, που λειτουργεί ως ήρεμη όαση μέσα στην πόλη.(Ρηγίλλης & Βασ. Γεωργίου Β΄ 17-19)
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών χτίστηκε στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, στη θέση «Παραπήγματα» σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε το 1956 από το ελληνικό δημόσιο στον Σύλλογο Οι Φίλοι της Μουσικής. Τα προσχέδια εκπονήθηκαν από την τριμελή ομάδα Κωνσταντίνου Δοξιάδη, Προκόπη Βασιλειάδη και Αρθούρου Σκέπερς.
Το θεμέλιο τέθηκε στις 21 Μαΐου 1976 από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, με συγχρηματοδότηση του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής και του Λάμπρου Ευταξία. Στην πορεία πολλοί γνωστοί αρχιτέκτονες συμμετείχαν στις μελέτες και στον σχεδιασμό του κτιρίου, όπως ο Εμμ. Βουρέκας, ο Ηλίας Σκρουμπέλος καθώς και ειδικοί σε θέματα ακουστικής. Το έργο καθυστέρησε επανειλημμένα λόγω έλλειψης πόρων και αντιδράσεων των περιοίκων για τη διαφύλαξη του παρακείμενου Πάρκου Ελευθερίας. Το Μέγαρο ολοκληρώθηκε το 1991, με τα εγκαίνια της κύριας αίθουσας (των Φίλων της Μουσικής) στις 21/3/91, ενώ η δεύτερη (Δημήτρης Μητρόπουλος) εγκαινιάστηκε λίγους μήνες αργότερα. (Λεωφ. Βασ. Σοφίας 85 & Π. Κόκκαλη 1)
Κτίρια-ορόσημα στο Κολωνάκι
Μέγαρο Δεληγιώργη
Το Μέγαρο Δεληγιώργη, διώροφο εκλεκτικιστικού ρυθμού και από τα πρώιμα έργα του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ, χτίστηκε το 1882 ως πολυτελής κατοικία του Λεωνίδα Δεληγιώργη, αδελφού του πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγιώργη. Μετά τον θάνατό του και οικονομικά προβλήματα των κληρονόμων, το κτίριο περιήλθε στο Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.).
Στην πάροδο των χρόνων, στέγασε στρατιώτες κατά τη γερμανική κατοχή, την Αγγλοελληνική Υπηρεσία, το πειραματικό θέατρο της Μαριέττας Ριάλδη και την Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Έπειτα από μεγάλη φωτιά το 1996 και πολυετή ανακαίνιση, φιλοξένησε γκαλερί της Νέας Υόρκης και από το 2025 το ΕΚΚΟΜΕΔ - Creative Greece, αναδεικνύοντας τον ρόλο του ως κέντρου κινηματογράφου και οπτικοακουστικής δημιουργίας στην Αθήνα. (Συμβολή οδών Κανάρη & Ακαδημίας)
Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη στεγάζεται σε ένα επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο στις πλαγιές του Λυκαβηττού, που ανεγέρθηκε το 1923 σε σχέδια των Αμερικανών αρχιτεκτόνων Τζον Βαν Πελτ και Στιούαρτ Τόμπσον, για να φιλοξενήσει τη σημαντική βιβλιοθήκη του Ιωάννη Γενναδίου, δωρεά προς την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών. Είναι μία από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες της Ελλάδας και μία από τις δύο βιβλιοθήκες της Αμερικάνικης Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Το μαρμάρινο οικοδόμημα, με τη μνημειακή του πρόσοψη και την κλασικίζουσα αυστηρότητα, εκφράζει τον ιδεολογικό του προσανατολισμό ως φορέα παιδείας και συνέχειας του ελληνισμού.
Κατά τη νεότερη φάση εξέλιξής της, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη ενισχύθηκε με στοχευμένες επεμβάσεις που αναβάθμισαν τον δημόσιο και ερευνητικό της ρόλο. Κομβική προσθήκη αποτελεί το αμφιθέατρο Cotsen Hall (2005), σε σχέδια του αρχιτεκτονικού γραφείου Ι. & Α. Βικέλας & Συνεργάτες, ένας σύγχρονος χώρος διαλέξεων και εκδηλώσεων που εντάσσεται λειτουργικά στο συγκρότημα. Παράλληλα, η νέα δυτική πτέρυγα Ιωάννη Μακρυγιάννη, που υλοποιήθηκε με τη δωρεά του Ιδρύματος Μακρυκώστα, διεύρυνε τις δυνατότητες της Βιβλιοθήκης, προσθέτοντας σύγχρονους εκθεσιακούς και ερευνητικούς χώρους και ενισχύοντας την εξωστρέφεια και τη δυναμική παρουσία της στον σύγχρονο πολιτιστικό χάρτη. (Σουηδίας 61)
Κτίρια-ορόσημα στην περιοχή του Ζαππείου και στην οδό Πανεπιστημίου
Zάππειο Μέγαρο
Το Ζάππειο Μέγαρο είναι σημαντικό νεοκλασικό μνημείο της Αθήνας, του οποίου τα πρώτα σχέδια εκπονήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Φρανσουά Μπουλανζέ. Η θεμελίωσή του πραγματοποιήθηκε το 1874 από τον Κωνσταντίνο Ζάππα, εκτελεστή της διαθήκης του Ευάγγελου Ζάππα. Μετά τον θάνατο του Μπουλανζέ, την επίβλεψη ανέλαβε ο Θεόφιλος Χάνσεν, ο οποίος προχώρησε σε τροποποιήσεις των αρχικών σχεδίων, όπως την κατάργηση του τρούλου και τη δημιουργία ενός εντυπωσιακού αιθρίου. Τα εγκαίνια του κτιρίου έγιναν το 1888. Αρχικά λειτούργησε ως Ολυμπιακό Χωριό για τους Αγώνες του 1896 και σήμερα χρησιμοποιείται για συνέδρια, εκθέσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Ιλίου Μέλαθρον
Το Ιλίου Μέλαθρον, που σήμερα στεγάζει το Νομισματικό Μουσείο της Αθήνας, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά και ιστορικά μέγαρα της πόλης. Χτίστηκε μεταξύ 1879 και 1881 για τον διάσημο αρχαιολόγο Ερρίκο Σλήμαν, τον ανασκαφέα της Τροίας και των Μυκηνών, ο οποίος οραματίστηκε μια κατοικία-σύμβολο της ζωής και του έργου του, εμπνευσμένη από τον ομηρικό κόσμο. Σχεδιάστηκε από τον κορυφαίο αρχιτέκτονα της εποχής Ερνέστο Τσίλλερ σε ύφος ιταλικής νεοαναγέννησης, προσαρμοσμένο στο αθηναϊκό νεοκλασικό πνεύμα, και θεωρείται το σημαντικότερο έργο του. Για την εποχή του υπήρξε το πλουσιότερο ιδιωτικό κτίριο της Αθήνας, με επιβλητική πρόσοψη, εξώστες με κίονες και έναν μεγάλο κήπο που το περιέβαλλε.
Το εσωτερικό του κοσμείται από εντυπωσιακές τοιχογραφίες και οροφογραφίες εμπνευσμένες από την Πομπηία και τα αρχαιολογικά ευρήματα του Σλήμαν, έργα του ζωγράφου Γιούρι Σούμπιτς, ενώ δάπεδα, μωσαϊκά και μεταλλικά στοιχεία φιλοτεχνήθηκαν από Έλληνες και Ιταλούς τεχνίτες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρήση του αρχαίου συμβόλου του μαίανδρου-σβάστικας στον διάκοσμο, το οποίο ο Σλήμαν υιοθέτησε από τα ευρήματα των ανασκαφών του στην Τροία ως σύμβολο ευημερίας και αέναης κίνησης.
Μετά τον θάνατό του το 1890, η σύζυγός του, Σοφία Σλήμαν, συνέχισε να κατοικεί στο μέγαρο και να το χρησιμοποιεί ως χώρο κοινωνικών και πνευματικών συναντήσεων. Το 1927 το κτίριο πωλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και στέγασε διαδοχικά σημαντικούς θεσμούς, όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο, ενώ το 1935 αφαιρέθηκαν τα πήλινα αγάλματα αρχαίων θεών που υπήρχαν στη στέψη του. Από το 1984 ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού και από το 1998 λειτουργεί ως Νομισματικό Μουσείο, παρουσιάζοντας μέσα από τις πλούσιες συλλογές του την ιστορία του νομίσματος από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή, ενώ ο καταπράσινος κήπος του παραμένει ένα από τα πιο γοητευτικά και ήσυχα σημεία στο κέντρο της πόλης. (Πανεπιστημίου 12)
Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα
Η μοντερνιστική πολυκατοικία του Μεσοπολέμου που στεγάζει σήμερα την Πινακοθήκη του ζωγράφου Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα χτίστηκε το 1932 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Κιτσίκη. Στον 4ο όροφο του κτιρίου βρισκόταν η κατοικία του καλλιτέχνη, ενώ το εργαστήριό του στεγάστηκε στον 5ο όροφο, που προστέθηκε τη δεκαετία του 1950 προκειμένου να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες του.
Ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας δώρισε στο Μουσείο Μπενάκη την οικία του μαζί με το σύνολο των συλλογών του – ζωγραφικά και γλυπτικά έργα, το φωτογραφικό αρχείο και την πλούσια βιβλιοθήκη του. Μετά την αποκατάσταση του κτιρίου την περίοδο 2005-2011, λειτουργεί ως πινακοθήκη και μουσείο, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη εικόνα του έργου και του πνευματικού κόσμου του σημαντικού αυτού εκπροσώπου της ελληνικής μοντέρνας τέχνης. (Κριεζώτου 3)
Αθηναϊκή Τριλογία
Η λεγόμενη Αθηναϊκή Τριλογία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σύνολα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής της Αθήνας και συμβολίζει τη σύνδεση της παιδείας, της επιστήμης και του πνεύματος στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Τα τρία εμβληματικά κτίρια –το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η Ακαδημία Αθηνών και η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος– οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο αιώνα στη λεωφόρο Πανεπιστημίου, συγκροτώντας ένα αρμονικό αρχιτεκτονικό σύνολο που θεωρείται κορυφαίο δείγμα του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού στην Ελλάδα.
Παλαιότερο από τα τρία είναι το κεντρικό κτίριο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο θεμελιώθηκε το 1839 σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Χριστιανού Χάνσεν και ολοκληρώθηκε σταδιακά έως το 1864. Με το ιωνικού ρυθμού πρόπυλό του και τους ανδριάντες προσωπικοτήτων όπως ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, ο Ρήγας Φεραίος, ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ιωάννης Καποδίστριας, σχεδιάστηκε ως το κεντρικό ίδρυμα της ανώτατης εκπαίδευσης του ελληνικού κράτους.
Ακολούθησε το Μέγαρο της Ακαδημίας Αθηνών, το οποίο θεμελιώθηκε το 1859 με δωρεά του ευεργέτη Σίμωνος Σίνα και ολοκληρώθηκε το 1885 σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν. Θεωρείται ένα από τα τελειότερα δείγματα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής στον κόσμο. Το κτίριο κοσμείται με τα αγάλματα της Αθηνάς και του Απόλλωνα, καθώς και με τις μορφές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, έργα του γλύπτη Λεωνίδα Δρόση, ενώ ο εσωτερικός ζωγραφικός διάκοσμος του Κρίστιαν Γκρίπενκερλ πραγματεύεται τον μύθο του Προμηθέα. Ο θεσμός της Ακαδημίας ιδρύθηκε τελικά το 1926, αρκετές δεκαετίες μετά την ολοκλήρωση του κτιρίου.
Το αρχιτεκτονικό σύνολο συμπληρώνει η Βαλλιάνειος Εθνική Βιβλιοθήκη, που οικοδομήθηκε μεταξύ 1887 και 1902 χάρη στη δωρεά των αδελφών Βαλλιάνου. Το επιβλητικό κτίριο σχεδιάστηκε επίσης από τον Θεόφιλο Χάνσεν και ολοκληρώθηκε υπό την επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ. Ξεχωρίζει για το εντυπωσιακό διπλό καμπυλόσχημο μαρμάρινο κλιμακοστάσιο της πρόσοψης και το δωρικού ρυθμού εξάστυλο πρόπυλο, εμπνευσμένο από τον ναό του Ηφαίστου στην Αρχαία Αγορά.
Κτίρια-ορόσημα στην Πλάκα και το Θησείο
Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Το κτίριο, γνωστό ως Οικία Κλεάνθους, χρονολογείται από την οθωνική περίοδο. Ήταν από τα λίγα κατοικήσιμα σπίτια της μετεπαναστατικής Αθήνας. Το 1831 οι Σταμάτης Κλεάνθης και Εδουάρος Σάουμπερτ το αγόρασαν από μια Τουρκάλα, τη Σαντέ Χανούμ, και το ανακατασκεύασαν πλήρως για να το χρησιμοποιήσουν ως εργαστήριο και κατοικία τους. Χαρακτηριστικό της κύριας όψης αποτελεί ο εξώστης με τους 4 πεσσούς και η λίθινη σκάλα.
Το 1831-1837 το κτίριο νοικιάστηκε για να στεγάσει το Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών και λίγο αργότερα το Οθώνειο Πανεπιστήμιο –μετέπειτα Εθνικό Καποδιστριακό–, το οποίο λειτούργησε αρχικά με 4 σχολές. Το 1841, το Πανεπιστήμιο μεταφέρθηκε σε μια πτέρυγα του νέου κτιρίου επί της οδού Πανεπιστημίου, αργότερα το κτίριο πουλήθηκε και άλλαξε πολλές χρήσεις, ενώ το 1963 ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Σήμερα στεγάζει το Μουσείο της Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών. (Θόλου 5, Πλάκα)
Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη»
Το αρχοντικό της Αγγελικής Χατζημιχάλη αποτελεί ένα ιδιαίτερο δείγμα αθηναϊκής αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου. Το τριώροφο κτίριο, που θυμίζει μακεδονικό αρχοντόσπιτο και ξεχωρίζει για τα χαρακτηριστικά τρίλοβα παράθυρά του, χτίστηκε το 1924 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου.
Η κατοικία συνδυάζει εκλεκτικιστικά στοιχεία με επιρροές από τη λαϊκή και νεοβυζαντινή αρχιτεκτονική, ενώ τα ξυλόγλυπτα, τα βιτρό και πολλά από τα έπιπλα σχεδιάστηκαν από την ίδια τη λαογράφο, βασισμένα σε παραδοσιακά μοτίβα. Από το 1980 το κτίριο στεγάζει το Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης Δήμου Αθηναίων, όπου εκτίθενται συλλογές λαϊκής τέχνης, παραδοσιακές φορεσιές, υφαντά, κεραμικά και αρχειακό υλικό. Σήμερα το σπίτι αποτελεί σημαντικό μνημείο για τη μελέτη και τη διάδοση της ελληνικής λαϊκής παράδοσης. (Αγγελικής Χατζημιχάλη 6)
Αστεροσκοπείο Αθηνών
Το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών ιδρύθηκε χάρη στην πρωτοβουλία του Γεωργίου Βούρη και τη γενναιόδωρη δωρεά του Βαρώνου Γεωργίου Σίνα, με σκοπό την υποστήριξη της αστρονομίας και της ναυσιπλοΐας στην Ελλάδα. Το πρώτο κτίριο, το Κτίριο Σίνα, θεμελιώθηκε το 1842 και ολοκληρώθηκε το 1846, με σχέδια Ε. Σάουμπερτ και Θ. Χάνσεν, ενώ την επίβλεψη ανέλαβε ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου. Το Αστεροσκοπείο εξοπλίστηκε με τηλεσκόπια, επιστημονικά όργανα και βιβλιοθήκη, και το 1890 αναγνωρίστηκε ως κρατικό ίδρυμα. Σήμερα φιλοξενεί σημαντικά εκθέματα, όπως το αντίγραφο του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, μετεωρολογικό και τηλεσκοπικό εξοπλισμό, καθώς και σπάνιες επιστημονικές εκδόσεις, ενώ διατηρεί το τηλεσκόπιο Δωρίδη για παρατηρήσεις και εκπαιδευτικές δραστηριότητες. (Λόφος Νυμφών)
Κτίρια-ορόσημα στη Λεωφόρο Αμαλίας
Ωνάσειος Βιβλιοθήκη
Η Ωνάσειος Βιβλιοθήκη στεγάζεται σε ένα κομψό νεοκλασικό κτίριο του 1905, έργο του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά, σε προνομιακή θέση κοντά στην Ακρόπολη. Αρχικά κατοικία της οικογένειας Ορφανίδη-Σαρόγλου, το κτίριο γνώρισε διαδοχικές χρήσεις, μεταξύ των οποίων και η στέγαση της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής, πριν αποκτηθεί το 1989 από το Ίδρυμα Ωνάση και αποκατασταθεί με σεβασμό στην ιστορική του μορφή από τον αρχιτέκτονα Βασίλη Τσεγκή.
Σήμερα λειτουργεί ως σημαντικός χώρος πολιτισμού, φιλοξενώντας σπάνιες εκδόσεις και αρχεία, όπως τη βιβλιοθήκη ελληνικών εντύπων από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα και την περιηγητική συλλογή, ενώ παράλληλα κοσμείται από έργα τέχνης και ιστορικά αντικείμενα. Με αυτόν τον τρόπο, το κτίριο συνδυάζει την αρχιτεκτονική του αξία με τη διαφύλαξη μιας πνευματικής κληρονομιάς που εκτείνεται σε πολλούς αιώνες. (Λεωφ. Βασ. Αμαλίας 56)
Κτίρια-ορόσημα στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου
Μουσείο της Ακρόπολης
Το Μουσείο της Ακρόπολης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μουσεία παγκοσμίως, φιλοξενώντας πρωτότυπα αριστουργήματα της αρχαϊκής και κλασικής ελληνικής τέχνης που συνδέονται άμεσα με τον ιερό βράχο. Παράλληλα, ενσωματώνει τα ευρήματα της μεγάλης ανασκαφής στο οικόπεδο Μακρυγιάννη, όπου αποκαλύφθηκαν σπίτια, εργαστήρια, δρόμοι και χιλιάδες αντικείμενα από την προϊστορική έως τη βυζαντινή εποχή.
Το μουσείο, που εγκαινιάστηκε το 2009 σε σχέδια των Bernard Tschumi Architects και Μ. Φωτιάδη & Συνεργατών, συνδέεται στενά με την αναστήλωση των μνημείων της Ακρόπολης. Κεντρική αρχιτεκτονική σύλληψη αποτελεί η ανασύνθεση της ζωφόρου του Παρθενώνα στο τελευταίο επίπεδο, όπου η γυάλινη αίθουσα έχει το ίδιο μέγεθος και προσανατολισμό με τον σηκό του ναού, ώστε να δέχεται το φως όπως όταν δημιουργήθηκαν τα γλυπτά από την ομάδα του Φειδία. (Διονυσίου Αρεοπαγίτου 15)
Κτίρια-ορόσημα στις περιοχές Ψυρρή - Ομόνοια - Πατησίων - Αγίου Κωνσταντίνου
Βιβλιοθήκη Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών - Πρώην Κακουργιοδικείο
Το 1835, λόγω της μεγάλης έλλειψης δημοσίων κτιρίων στη νέα πρωτεύουσα, αποφασίστηκε –στο σημείο όπου βρισκόταν ο μισογκρεμισμένος ναός της Αγίας Ελεούσης– να οικοδομηθεί το σημερινό διώροφο νεοκλασικό κτίριο, σε σχέδια του Χριστιανού Χάνσεν, ως έδρα του Κακουργιοδικείου. Το ιερό του ναού διασώζεται ακόμη στο βάθος του ισογείου. Μετά τη μετεγκατάσταση του Κακουργιοδικείου, στεγάστηκαν εδώ διάφορες υπηρεσίες, ενώ αργότερα χαρακτηρίστηκε ιστορικό μνημείο και κρίθηκε διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Αποκαταστάθηκε με δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Σ. Νιάρχος και σήμερα στεγάζει τη Βιβλιοθήκη της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. (Ελεούσης 4)
Ξενοδοχείo Μπάγκειον
Τo ξενοδοχείο Μπάγκειον μαζί με το ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος (Αθηνάς 69 & πλ. Ομονοίας) χτίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και αποτελούν αντιπροσωπευτικά έργα του Ερνέστου Τσίλλερ. Ήταν ξενοδοχεία Α΄ κατηγορίας, με κυρίως εύπορους Έλληνες από την επαρχία ως πελατεία. Στο ισόγειο του Μπάγκειον στεγάστηκε τη δεκαετία του 1920 το ομώνυμο καφενείο, που αποτέλεσε σημαντικό πνευματικό στέκι λογοτεχνών και λόγιων, γνωστό ως Το Χάνι των Ποιητών. Και τα δύο κτίρια υπέστησαν σοβαρές ζημιές κατά την Κατοχή, κηρύχθηκαν διατηρητέα το 1976, και σήμερα το Μπάγκειον χρησιμοποιείται κυρίως για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, ενώ το Μέγας Αλέξανδρος παραμένει κενό ή με περιορισμένη χρήση.(Αθηνάς 64 & πλ. Ομονοίας)
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το μεγαλύτερο της Ελλάδας και ένα από τα σημαντικότερα στον κόσμο, φιλοξενεί πάνω από 11.000 εκθέματα, καλύπτοντας την περίοδο από την 6η χιλιετία π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ., με αντικείμενα από την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο και την Ιταλία.
Ο θεμέλιος λίθος μπήκε το 1866 σε σχέδια του Λούντβιχ Λάνγκε, και την υλοποίηση επιμελήθηκαν οι Π. Κάλκος, Αλ. Ραγκαβής, Γ. Μεταξάς, Εμμ. Μανιτάκης, Γ. Σκουζές και Π. Ευστρατιάδης, ενώ την επίβλεψη ανέλαβε αργότερα ο Ε. Τσίλλερ.
Το Μουσείο συγκέντρωσε τα εκθέματα από διάφορους χώρους της Αθήνας και από ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και ξένων σχολών, διασώζοντάς τα ακόμη και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα δέχεται χιλιάδες επισκέπτες, διαθέτει εργαστήρια συντήρησης, βιβλιοθήκη και φωτογραφικό αρχείο, ενώ φιλοξενεί περιοδικές εκθέσεις και διαλέξεις, αναδεικνύοντας τον πλούτο και την ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. (Πατησίων 44)
Εθνικό Θέατρο
Το κτίριο του Εθνικού Θεάτρου, έργο του Ερνέστου Τσίλλερ, ανεγέρθηκε την περίοδο 1891-1901 ως Βασιλικό Θέατρο, με πρωτοβουλία του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και χάρη στη δωρεά του ομογενούς μεγαλεμπόρου Στέφανου Ράλλη. Οικοδομήθηκε σε μικρό, στενό και έντονα κατηφορικό οικόπεδο, επιλογή που είχε αρχικά επικριθεί, αλλά την οποία ο αρχιτέκτονας αντιμετώπισε με ευρηματικές λύσεις στη σύνθεση του κτιρίου. Πρότυπο της πρόσοψης του Θεάτρου αποτέλεσε η Βιβλιοθήκη του Αδριανού στην Αθήνα.
Το 1930, με πρωτοβουλία του Γεωργίου Παπανδρέου, ιδρύθηκε στο ίδιο κτίριο το Εθνικό Θέατρο, το οποίο εξελίχθηκε σε κορυφαίο θεσμό της θεατρικής και πνευματικής ζωής της Αθήνας, συμβάλλοντας ιδιαίτερα στην αναβίωση του αρχαίου δράματος καθώς και στην ίδρυση του Φεστιβάλ Επιδαύρου. Στη μακρά πορεία του έγιναν επεκτάσεις και προσθήκες, όπως η νέα πτέρυγα προς την οδό Μενάνδρου (1960), και μεταγενέστερες υποδομές. Από τη σκηνή και τη διεύθυνσή του πέρασαν σημαντικές μορφές των ελληνικών γραμμάτων και του θεάτρου, όπως οι Άγγελος Τερζάκης, Γεώργιος Θεοτοκάς, Αλέξης Μινωτής, Νίκος Κούρκουλος, ενώ δημιουργήθηκαν σημαντικές σκηνές, όπως η Νέα Σκηνή (1970) και η Πειραματική Σκηνή, που ενίσχυσαν τον καλλιτεχνικό του ρόλο στην πολιτιστική ζωή της χώρας. (Αγίου Κωνσταντίνου 22)