Health & Fitness

Η πλήξη των κυριακάτικων απογευμάτων

Το Ημερολόγιο της Πλήξης: 23 Αυγούστου

Κυριάκος Αθανασιάδης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το δικαίωμα στην ανία και η μεταφυσική της ραστώνης | Mode Pause: Οδηγός επιβίωσης για βαριεστημένους

Δεν υπάρχει τίποτε πιο ανιαρό, κενό και μακρύ —αβάσταχτα ατέλειωτο— από ένα απόγευμα Κυριακής. Δεν υπήρξε από παλιά, δεν υπάρχει τώρα, δεν θα υπάρξει ποτέ.

Άλλωστε, το απόγευμα της Κυριακής ξεκινά ήδη από το μεσημέρι, όταν ακόμα κάθεσαι να βάλεις μια μπουκιά στο στόμα σου, ταραγμένος και ωχρός από τη συγκυρία. Ανοίγεται μπροστά σου σαν γιγάντιο σκουλήκι της άμμου, από εκείνα που κατοικούν κάτω από τις πόλεις και τις καταπίνουν χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Έχει μια υγρή, χωμάτινη γεύση· και μαζί όξινη, μεταλλική, σαν να ’χεις κρατήσει για ώρα μια χούφτα παλιά κέρματα στην ιδρωμένη παλάμη σου.

Το φως είναι ακόμα εδώ, πανταχού παρόν, αλλά δεν έχει τίποτε για να φωτίσει. Είμαστε λίγοι, και αόρατοι. Είμαστε τζάμπα.

Όλα κολλούν από την υγρασία τα απογεύματα της Κυριακής. Μια υγρασία με όγκο, βάρος, και μια μανία συμπυκνωμένου χρόνου στα κύτταρά της. Στέκεται πάνω σε καθετί και τα στέφει· μουντά, χαιρέκακα, τελεσίδικα. Κυριακάτικα. Βαριεστημένα.

Τα παράθυρα μένουν μισάνοιχτα, ένας Θεός ξέρει γιατί. Από τον δρόμο ακούγονται ένα-δυο αυτοκίνητα που περνούν σαν απόηχος φαντασμάτων, το σκυλί που θρηνεί απαρηγόρητο καθώς έτυχε να ρίξει μια ξαφνική, αστραπιαία ματιά στο μέγα και τραγικό μυστήριο της ύπαρξης (μα τι τα θες χρυσό μου και τα σκαλίζεις…), μια τηλεόραση μουρμουρίζει από το βάθος. Οι ήχοι φτάνουν καθαροί επειδή δεν υπάρχει τίποτα που να τους καλύπτει, αλλά ταυτόχρονα σαν να έχουν ταξιδέψει από πολύ μακριά, ίσως από μέρη που δεν θα έπρεπε να ξέρεις πως μπορεί και να υπάρχουν.

Σαν χρονομηχανή μεσαιωνικής βασάνου, τα κυριακάτικα απογεύματα σε ταξιδεύουν στην παιδική σου ηλικία, τότε που εκείνη η θλιβερή κενότητα αναδυόταν ξεκάθαρα μέσα από τα πράγματα —τους τοίχους, το κλειστό σαλόνι, τις πολυθρόνες που γίνονταν κρεβάτι, την κομότα, το μωσαϊκό της κουζίνας και του χολ, τον τηλεφωνικό κατάλογο, το σετ με τα θολά τάπερ, το μίξερ χειρός, τα ρόλεϊ για τα μαλλιά, τα μικυμάους, τα περιοδικά ποικίλης ύλης με τις υπογεγραμμένες—, σαν γαλαζωπός καπνός από τη σχάρα του υπονόμου μέσα στη νύχτα, έξω από μια χαρτοπαικτική λέσχη. Ήταν εκείνες οι στιγμές που σε μεγάλωναν ξαφνικά, όπως τα καλοκαίρια που ψήλωνες μέσα σε πενήντα μέρες όσο δεν είχες ψηλώσει τα τελευταία δύο χρόνια, σαν να μην ήσουν εσύ, αλλά να ήσουν τα μαλλιά σου. Θυμάσαι το συναίσθημα του να μην έχεις τίποτα να κάνεις γιατί δεν υπάρχει κάτι για να γίνει, κάτι για να γεμίσει τον κενό χρόνο που χάσκει, που ξερογλείφεται, και ανατριχιάζεις.

Το μόνο που αξίζει σε ένα κυριακάτικο απόγευμα είναι το τέλος του, όταν αναστενάζεις σκύβοντας υπό την απειλή της επελαύνουσας Δευτέρας. Βάζεις τα ρούχα σου στη ράχη της καρέκλας, βάζεις και τα παπούτσια από κάτω, και κάθεσαι δίπλα για να περιμένεις σαν μαθητής που δεν ξέρει το μάθημα. Είναι όλα έτοιμα για αύριο; Όχι, όχι, ποτέ δεν είναι. Μα δεν έχεις την απαιτούμενη ρώμη τώρα δα για να λύσεις το πρόβλημα. Ίσως πιο μετά. Ίσως αύριο. Ίσως ποτέ. Σάμπως και τι έχεις ακόμα να κάνεις; Το πολύ-πολύ να μεταμορφωθείς σε κατσαρίδα καθώς θα κοιμάσαι. Σε τόσους συμβαίνει. Θα βάλεις περισσότερα παπούτσια.

Με μια παρόρμηση, βγαίνεις διστακτικά στη βεράντα σαν καπνιστής σε νοσοκομείο, και κοιτάς τα απέναντι μπαλκόνια. Είναι όλα τους άδεια, εκτός από το μπαλκόνι του τετάρτου απέναντι, όπου εκείνο το παιδί σε κοιτάζει ανάμεσα από τα κάγκελα. Ξέρεις ασφαλώς πως εσύ είσαι εκείνο το παιδί, γιατί το βλέπεις κάθε Κυριακή, ανελλιπώς. Το παιδί που βαριόταν κάθε Κυριακή απόγευμα. Πάλι εκείνη η σαδιστική μηχανή του χρόνου. Πάλι εκείνη η αναθεματισμένη μηχανή του χρόνου. Μπαίνεις πάλι μέσα, βιαστικά, και κλείνεις την πόρτα. Θα τράβαγες και τις κουρτίνες, αλλά πια αυτή η δουλειά μοιάζει εξαντλητική. Ίσως πιο μετά. Ίσως μιαν άλλη φορά.

Παρ’ όλα αυτά, σκέφτεσαι με μια παράλογη διαύγεια, νομίζεις πως είδες επίσης και κάποιον να ποτίζει τις γλάστρες του κοιτώντας σε κι αυτός με μεγάλα μάτια απαχθέντος, πέντ’ έξι φυτά —φρέζιες, πικροδάφνες, ρόδα της ερήμου, έναν φίκο— που δεν χρειάζονταν νερό γιατί είχαν ήδη καταξεραθεί και πεθάνει· αλλά μπορεί να ήταν και της φαντασίας σου. Κανείς δεν περιμένει κάτι από σένα, έτσι κι αλλιώς. Κανείς δεν περιμένει κάτι συγκεκριμένο από οποιονδήποτε.

Η πόλη λειτουργεί με τις χαμηλότερες δυνατές απαιτήσεις το απόγευμα της Κυριακής. Κάτι χάνεται ολοένα, χωρίς να έχει προηγηθεί τίποτε. Δεν συμβαίνει τίποτε. Μένεις απλώς αντιμέτωπος με το υπόλοιπο της ημέρας. Το στεγνό, κούφιο, και παράλογο υπόλοιπο της ημέρας.

Ίσως —δεν ξέρω— θα ήταν κάπως παρηγορητικό να βάζαμε μια εκπομπή στην τύχη· ίσως —δεν ξέρω— μία από εκείνες που είναι για ανακαινίσεις σπιτιών. Τι λες κι εσύ; Τώρα το σκέφτηκα. Απ’ αυτές που τα ζευγάρια διαλέγουν πλακάκια κουζίνας, διαφωνούν για το χρώμα, και τελικά τα βρίσκουν κάπου στη μέση; Ή περίπου έτσι. Δεν ξέρω. …Όχι; Όχι.

Η Κυριακή απαιτεί μεγάλες ποσότητες αντοχής. Τη Δευτέρα το πρωί δεν θα τη θυμάται κανείς, όπως κανείς δεν θυμάται τις μέρες που δεν ρίχνει κεραυνούς. Σε μια βδομάδα, θα επιστρέψει. Φαύλος κύκλος. Ανία.

* * *

Το αυγουστιάτικο Ημερολόγιο της Πλήξης κυκλοφορεί όλο τον μήνα, κάθε μέρα, στις 7 το πρωί. Ελπίζουμε να μη σας φαίνεται πολύ πληκτικό. Σας ευχαριστούμε.