Health & Fitness

Η βαρεμάρα της ψιλοκουβέντας

Το Ημερολόγιο της Πλήξης: 10 Αυγούστου

Κυριάκος Αθανασιάδης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το δικαίωμα στην ανία και η μεταφυσική της ραστώνης | Mode Pause: Οδηγός επιβίωσης για βαριεστημένους

Η κοινωνική ζωή έχει χτιστεί και με λιγότερο έντιμα υλικά από την ψιλοκουβέντα, αλλά αυτό δεν την καθαγιάζει — σωστά; Σωστά. Η ψιλοκουβέντα είναι μια Κόλαση από μόνη της, ντυμένη τα κυριακάτικα ρούχα των καλών προθέσεων. (Που συνήθως οδηγούν ακριβώς εκεί, παρεμπιπτόντως: στην Έβδομη Πύλη της Κολάσεως). Από την άλλη, θα αντέτεινε κάποιος καλύτερος από εμάς άνθρωπος, η Κόλαση είναι ίσως ένας τόπος όπου όλοι οφείλουν —ή, ακόμα χειρότερα, ΘΕΛΟΥΝ— να μιλήσουν «ουσιαστικά», εις βάθος, να αναλύσουν την Κατάσταση. Δεν τους δίνω άδικο. Αυτό το εις βάθος πράγμα είναι ακόμη χειρότερο, γιατί κατ’ ουσίαν είναι ψιλοκουβέντα μασκαρεμένη σε στήλη κυριακάτικης εφημερίδας.

Η ορίτζιναλ ψιλοκουβέντα, κατά τα άλλα, είναι από εκείνες τις κοινωνικές εφευρέσεις που ελάχιστοι μεν υπερασπίζονται με πάθος, μα όλοι χρησιμοποιούν με πειθαρχία Πρώσου ουσάρου. Ξεπετιέται παντού, με ζηλευτή ευλυγισία και χάρη. Ενδημεί στο ασανσέρ, στο κομμωτήριο, στο κουζινάκι του γραφείου, στην είσοδο της πολυκατοικίας, στα αποδυτήρια του γυμναστηρίου, σε κάθε σημείο όπου δύο άνθρωποι δεν έχουν τα κότσια να φανερώσουν την πραγματικότητα, ήτοι ότι homo homini lupus, ότι κατά βάθος μισούν ο ένας τον άλλο και ότι ευχαρίστως θα τον έβλεπαν να ισοπεδώνεται από ένα Bösendorfer που για κάποιο λόγο θα έπεφτε από την ταράτσα — μα ούτε είναι αρκετά ξένοι για να κάνουν ότι δεν είδαν, ούτε έχουν τέτοια οικειότητα ώστε να πουν κάτι της προκοπής (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα), κάτι με ένα κάποιο βάρος τέλος πάντων, με μια αλήθεια. Και έτσι μιλούν για τον καιρό, για το πώς «είναι», για το πώς πάν’ τα πράγματα, για τη δουλειά που έχει τρέξιμο, για την κίνηση που κατάντησε αφόρητη, για τις μέρες που περνούν χωρίς να το καταλάβουμε, για τις διακοπές που αργούν, για τις διακοπές που έφτασαν, για τις διακοπές που, φευ, πέρασαν γρήγορα και πάνε, αχ, τι κρίμα. Και ξανά για τον καιρό.

Γενικά ο καιρός είναι το μεγάλο, πρώτο και ύστατο καταφύγιο της ψιλοκουβέντας, επειδή παρέχει το τέλειο θέμα χωρίς να προσφέρει τίποτε: μας αφορά όλους, δεν δεσμεύει κανέναν, και δεν επηρεάζει άμεσα την ψήφο μας: δεν ευθύνεται το κράτος για την πρωινή νεροποντή. Και, έτσι ξαφνικά, «Κάνει ζέστη», «Έβαλε κρύο», «Θα χαλάσει», «Έμαθα ότι θα φτιάξει, λέει, το απόγευμα». Ο συνομιλητής μπορεί να συμφωνήσει —δεν χωρούν διαφωνίες εδώ— χωρίς να εκτεθεί, ή απλώς να χαμογελάσει, ή να αναστενάξει, ή να επικυρώσει και να υπερθεματίσει με μια κουβέντα για την υγρασία — ούτως ώστε, ακολούθως, να αποχωρήσει με το κεφάλι ψηλά, και με το κοινωνικό του καθήκον εκπληρωμένο.

Αλίμονο. Η περικλεής ανθρωπότης έχει χτίσει κι έχει χαλάσει ένα σωρό πολιτισμούς, έχει κάνει επαναστάσεις —που λέει ο λόγος—, έχει στείλει ρομποτικά ρόβερ στον Άρη, το Perseverance της NASA κάνει τις βόλτες του εξερευνώντας την επιφάνεια του μακρινού κόκκινου πλανήτη, εκεί όπου βρίσκονται ήδη άλλοι εφτά τόνοι από παλιές συσκευές και εξαρτήματα — και παρ’ όλα αυτά δύο γνωστοί άγνωστοι που συναντιούνται τυχαία στα ντους του κολυμβητηρίου θα πουν: «Τι περίεργος καιρός, ε;» «Ναι, πολύ περίεργος…» Oh well.

Σύμφωνα με έρευνες, δεν υπάρχει τίποτε πιο βαρετό από την ψιλοκουβέντα. Ίσως μόνο μια αίθουσα αθλητικού μπριτζ για βραδύποδες.

Η ψιλοκουβέντα είναι πιο προβλέψιμη και από ρόλο του Μάθιου Μακόναχι: ξέρεις ακριβώς πού θα πάει πριν αρχίσει, τι θα κάνει, ότι θα βγάλει το πουκάμισό του, και ότι θα μιλάει από τη μύτη. Ολόκληρη η λεκτική οικονομία της ψιλοκουβέντας —καμωμένη από πρετ-α-πορτέ φράσεις που στην πραγματικότητα δεν προορίζονται να μεταφέρουν καμία πληροφορία, να αποκαλύψουν αλήθειες ή να λύσουν παρεξηγήσεις, αλλά απλώς να κρατήσουν τον αέρα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους σε μια ανεκτή θερμοκρασία, και τα ιδρωμένα τους χέρια μακριά από τις λαβές με τα εξάσφαιρα— επινοήθηκε ακριβώς για να διευκολύνει την κοινωνική επαφή χωρίς να την κάνει επικίνδυνη για κανέναν από τους εμπλεκομένους. Είναι ένα κοινωνικό λιπαντικό, και, χάρη σ’ αυτήν, άνθρωποι που δεν έχουν ιδιαίτερη επιθυμία να γνωριστούν, και πράγματι δεν το κάνουν, μπορούν να συνυπάρξουν ευγενικά, τυπικά, αναίμακτα, για περίπου τρία λεπτά. Πιο μετά, είναι σχέση.

Δεν είμαστε της απόψεως ότι κάθε γνωριμία οφείλει να εξελιχθεί σε εξομολόγηση. Για όνομα του καλού Θεού, φτάνει ένας φίλος για τον καθένα μας, δεν θέλει παραπάνω. Πόσοι πια να ξέρουν για μας; Μέχρι πόσοι δεν είναι επικίνδυνο; Πόσων την πλήρη παρουσία μπορούμε να ανεχτούμε χωρίς να μεταμορφωθούμε σε γκουλ; Ούτε προτείνουμε, ορισμένως, την διά νόμου κατάργησή της, πράγμα μάλλον πρακτικά αδύνατο έτσι κι αλλιώς. Όχι βέβαια, οι άνθρωποι αποδείχτηκε ότι τη χρειάζονται, ότι προτιμούν να μιλούν για τον καιρό παρά για τον θάνατο.

Όχι, όχι. Θέλουμε μόνο να πούμε στον πράο κοινό μας να προφυλάσσεται από τις συνέπειες της ψιλοκουβέντας, και όλης αυτής της αφόρητα βαρετής, επαναληπτικής, μηχανικής, ρομποτικής, Α.Ι. ευγένειας που κουβαλάει στους ώμους. Έχει χαθεί κόσμος και κοσμάκης για χάρη της. Έχουν κλείσει σπίτια.

* * *

Το αυγουστιάτικο Ημερολόγιο της Πλήξης κυκλοφορεί όλο τον μήνα, κάθε μέρα, στις 7 το πρωί. Ελπίζουμε να μη σας φαίνεται πολύ πληκτικό. Σας ευχαριστούμε.