Health & Fitness

Είναι το μέλλον στην επιστήμη της διαιτολογίας η προσωποποιημένη διατροφή;

Μια θεμελιώδης αλλαγή στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την υγεία

Σοφία Νέτα
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η προσωποποιημένη διατροφή αναδεικνύεται ως μια νέα, πολυπαραγοντική προσέγγιση, με στόχο πιο ακριβείς και βιώσιμες διατροφικές παρεμβάσεις.

Θεμελιώδη παράγοντα για την υγεία, την πρόληψη χρόνιων νοσημάτων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής είναι η διατροφή. Παρ’ όλα αυτά, για πολλές δεκαετίες, οι διατροφικές οδηγίες βασίζονται σε γενικευμένα πρότυπα που δεν λαμβάνουν υπόψη τη βιολογική και συμπεριφορική ετερογένεια του ανθρώπινου πληθυσμού. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα συγκλίνει όλο και περισσότερο στην άποψη ότι η προσέγγιση «μία δίαιτα για όλους» είναι περιορισμένης αποτελεσματικότητας. Η προσωποποιημένη διατροφή αναδεικνύεται ως μια νέα, πολυπαραγοντική προσέγγιση, η οποία ενσωματώνει βιολογικά, γενετικά, μικροβιολογικά και συμπεριφορικά δεδομένα, με στόχο πιο ακριβείς και βιώσιμες διατροφικές παρεμβάσεις.

Η αποτυχία των περισσότερων διατροφικών προγραμμάτων μακροπρόθεσμα δεν οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη συμμόρφωσης ή θέλησης, αλλά κυρίως στην απουσία εξατομίκευσης. Οι περισσότερες δίαιτες βασίζονται σε ενεργειακά μοντέλα γενικής εφαρμογής, τα οποία δεν λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στον μεταβολισμό, στη φυσιολογία, στις ορμονικές αποκρίσεις και στις καθημερινές συνθήκες ζωής. Ως αποτέλεσμα, η ίδια διατροφική παρέμβαση μπορεί να έχει διαφορετική αποτελεσματικότητα από άτομο σε άτομο. Επιπλέον, οι υπερβολικά περιοριστικές ή μη ρεαλιστικές προσεγγίσεις συχνά οδηγούν σε χαμηλή μακροπρόθεσμη συμμόρφωση, ενισχύοντας τον επαναλαμβανόμενο κύκλο απώλειας και επαναπρόσληψης βάρους αλλά και την απογοήτευση του διαιτώμενου. 

«Τα τελευταία χρόνια, η διατροφογενετική έχει αναδείξει τον ρόλο των γενετικών παραγόντων στη διαφοροποιημένη απόκριση του οργανισμού στη διατροφή. Γονιδιακές παραλλαγές μπορούν να επηρεάσουν κρίσιμες λειτουργίες, όπως ο μεταβολισμός των μακροθρεπτικών συστατικών, η ρύθμιση της όρεξης, η ευαισθησία στην ινσουλίνη και η προδιάθεση για συσσώρευση λίπους» αναφέρει η κ. Δήμητρα Τσακίρη, Βιολόγος.

«Επιπλέον», προσθέτει, «ορισμένες παραλλαγές σε γονίδια φαίνεται ότι συνδέονται με την ανταμοιβή αλλά και το «συναισθηματικό φαγητό» οδηγώντας πολλές φορές σε συμπεριφορικά μοτίβα υπερφαγίας. Τέλος, μέσω του γονιδιώματος παίρνουμε πληροφορίες και για διάφορες δυσανεξίες σε τρόφιμα όπως αυτή στη λακτόζη. Αν και το γενετικό υπόβαθρο δεν καθορίζει απόλυτα την έκβαση της υγείας, συμβάλλει σημαντικά στη διαμόρφωση ενός ατομικού βιολογικού προφίλ καθώς αποτελεί τη «βάση» μας. Η αξιοποίηση αυτών των πληροφοριών επιτρέπει τη μετάβαση από γενικές συστάσεις σε στοχευμένες διατροφικές παρεμβάσεις, προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε οργανισμού». 

«Το εντερικό μικροβίωμα από την άλλη αποτελεί έναν εξαιρετικά σημαντικό και δυναμικό παράγοντα της ανθρώπινης φυσιολογίας. Αποτελούμενο από τρισεκατομμύρια μικροοργανισμούς, συμμετέχει ενεργά στην πέψη, στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος, στον μεταβολισμό και στη νευροβιολογική λειτουργία μέσω του άξονα εντέρου–εγκεφάλου» αναφέρει ο Ιατρός – Βιοπαθολόγος κ. Βασίλειος Σιδερής και εξηγεί: «Παρότι δεν τους βλέπουμε, παίζουν τεράστιο ρόλο στην υγεία μας — σε τέτοιο βαθμό που εκτιμάται ότι έως και το 90% της ανθρώπινης παθολογίας μπορεί να σχετίζεται με διαταραχές του μικροβιώματος. 

Η σύστασή του παρουσιάζει μεγάλη διατομική διαφοροποίηση και επηρεάζεται από τη διατροφή, τον τρόπο ζωής και το περιβάλλον. Δυσβιώσεις του μικροβιώματος έχουν συσχετιστεί με μεταβολικές διαταραχές, φλεγμονώδη νοσήματα και διαταραχές διάθεσης, αναδεικνύοντας τον ρόλο του ως κρίσιμου στόχου για εξατομικευμένες διατροφικές παρεμβάσεις. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το οικοσύστημα δεν είναι σταθερό. Επηρεάζεται καθημερινά από: φάρμακα (όπως τα αντιβιοτικά), συμπληρώματα (π.χ. προβιοτικά), αλλά κυρίως από τη διατροφή μας. Με άλλα λόγια, μπορούμε να παρέμβουμε στο μικροβίωμα μας.

Ο στόχος είναι να διατηρήσουμε μια κατάσταση ισορροπίας, δηλαδή ένα έντερο με σταθερότητα και μεγάλη ποικιλία μικροοργανισμών, κάτι που συνδέεται με καλύτερη υγεία.Το εντερικό μικροβίωμα φαίνεται να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του σωματικού βάρους, καθώς μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με παχυσαρκία εμφανίζουν διαφοροποιημένη σύσταση μικροοργανισμών, με μειωμένη ποικιλία και μεταβολές σε βασικές βακτηριακές ομάδες. Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν τον ενεργειακό μεταβολισμό και τη φλεγμονή, αναδεικνύοντας το μικροβίωμα ως σημαντικό στόχο για εξατομικευμένες παρεμβάσεις στη διαχείριση του βάρους». 

«Πέρα από τους βιολογικούς παράγοντες, η ανθρώπινη συμπεριφορά αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την επιτυχία οποιασδήποτε διατροφικής παρέμβασης. Οι διατροφικές επιλογές επηρεάζονται από σύνθετους ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως το άγχος, οι συναισθηματικές αντιδράσεις, οι επίκτητες συνήθειες και συμπεριφορές και το κοινωνικό πλαίσιο» αναφέρει η κ. Αιμιλία Βασιλοπούλου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστημών Διατροφής Δαιιτολογίας, στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος. 

«Ακόμη και η βέλτιστη επιστημονικά διατροφή», τονίζει  «μπορεί να μην πετύχει εάν δεν είναι προσαρμοσμένη στην καθημερινότητα και στις πραγματικές δυνατότητες του ατόμου. Η ενσωμάτωση αρχών της συμπεριφορικής επιστήμης, όπως η ανάπτυξη δεξιοτήτων αυτορρύθμισης, η ενίσχυση της διατροφικής επίγνωσης (mindful eating) και η σταδιακή τροποποίηση συνηθειών, θεωρείται πλέον απαραίτητη για τη διασφάλιση μακροχρόνιας συμμόρφωσης και βιώσιμων αποτελεσμάτων. Παράλληλα, η κατανόηση των ατομικών κινήτρων και εμποδίων καθίσταται κρίσιμη για τον σχεδιασμό παρεμβάσεων που δεν είναι μόνο αποτελεσματικές, αλλά και εφαρμόσιμες στην πράξη».

«Η προσωποποιημένη διατροφή αποτελεί τη φυσική εξέλιξη της σύγχρονης διατροφικής επιστήμης. Η ενσωμάτωση δεδομένων από τη γενετική, το μικροβίωμα και τη συμπεριφορική ανάλυση επιτρέπει τη δημιουργία ολοκληρωμένων, ατομικών προφίλ υγείας» τονίζει ο κ. Αναστάσιος Παπαλαζάρου, Διδάκτορας του Τμήματος Διατροφής του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου και Eπιστημονικός Υπεύθυνος των Προσωποποιημένων Κέντρων Διατροφής Persoma. «Το νέο αυτό μοντέλο» σημειώνει, «μετατοπίζει το επίκεντρο από τις γενικές συστάσεις προς εξατομικευμένες παρεμβάσεις υψηλής ακρίβειας, με στόχο τη βελτίωση της πρόληψης, της θεραπευτικής προσέγγισης και της συνολικής υγείας του πληθυσμού. Η προσωποποιημένη διατροφή δεν αποτελεί απλώς μια αναδυόμενη τάση, αλλά μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη διατροφή και την υγεία».