Μια γεύση από την παλιά Αθήνα: πλακιώτικες ταβέρνες με έργα του Γιώργου Σαββάκη
© Έργο του Γ. Σαββάκη στην Ταβέρνα Σαϊτα
Θεματα Γευσης

Μια γεύση παλιάς Αθήνας: 5 πλακιώτικες ταβέρνες με έργα του Γιώργου Σαββάκη

Πέντε χώροι στην Πλάκα όπου το φαγητό, η μνήμη και οι τοίχοι αφηγούνται ιστορίες
125052-280643.jpg
Έλενα Ντάκουλα
ΤΕΥΧΟΣ 995
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Iστορικές ταβέρνες της Αθήνας με τοιχογραφίες του Γιώργου Σαββάκη που αναδεικνύουν την παράδοση, τη μνήμη και τη γαστρονομία της πόλης.

Η πανέμορφη, γραφική Πλάκα δεν είναι απλώς μια γειτονιά· είναι ένας τρόπος να κινείται κανείς μέσα στην πόλη και στον χρόνο. Ένας τόπος όπου το παλιό δεν έχει αποσυρθεί, αλλά συνομιλεί διακριτικά με το παρόν, μέσα από δρόμους, αυλές και χώρους που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται. Κι ίσως γι’ αυτό οι ταβέρνες εκεί δεν λειτουργούν μόνο ως χώροι φαγητού και κρασιού, αλλά και ως τόποι συνάντησης με κάτι που προϋπήρχε – με ιστορίες, χειρονομίες και μνήμες που δεν επιδεικνύονται, αλλά παραμένουν.

Aνάμεσα σ’ αυτούς τους χώρους, υπάρχουν και κάποιοι –λίγοι και ξεχωριστοί– όπου οι τοίχοι δεν σιωπούν. Φέρουν εικόνες που δεν σχεδιάστηκαν για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να συνοδεύσουν τη ζωή. Και μέσα από αυτές τις εικόνες περνά το έργο του Γιώργου Σαββάκη, που βρήκε στις ταβέρνες της Πλάκας το φυσικό του πεδίο, μετατρέποντάς τες σε ζωντανά στιγμιότυπα της παλιάς Αθήνας.

Ο Γιώργος Σαββάκης (1922-2004) γεννήθηκε στη γειτονιά του Ψυρρή κι έζησε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στην Πλάκα, έναν τόπο που καθόρισε βαθιά τη θεματολογία και το ύφος του. Αυτοδίδακτος, άρχισε να ζωγραφίζει από μικρή ηλικία, χωρίς ακαδημαϊκές φιλοδοξίες, αλλά με ένστικτο παρατηρητή και βαθιά σύνδεση με την καθημερινή ζωή της πόλης.

Η καλλιτεχνική του διαδρομή ξεκίνησε ουσιαστικά το 1956, όταν, εργαζόμενος ως σερβιτόρος στην ταβέρνα Βάκχος στην Πλάκα, παροτρύνθηκε από τον τότε ιδιοκτήτη της, Βαγγέλη Οικονομόπουλο, να ζωγραφίσει τους τοίχους του καταστήματος. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωγραφική του βρήκε το φυσικό της περιβάλλον: τους τοίχους των παραδοσιακών ταβερνών της Πλάκας.

Ανάμεσα σε τραπέζια, κρασί και μουσικές, ο Σαββάκης αποτύπωσε τον κόσμο της καθημερινότητας: ανθρώπινες φιγούρες απλές και άμεσες, σκηνές διασκέδασης, επαγγέλματα που σήμερα έχουν εκλείψει, δρόμους και όψεις της λαϊκής αρχιτεκτονικής και της κοινωνικής ζωής της Αθήνας των μέσων του 20ού αιώνα. Οι μορφές του, χωρίς αυστηρά γραμμικά περιγράμματα, μοιάζουν να κατοικούν ακόμη στον χώρο – σαν ζωντανές μνήμες μιας πόλης που ζούσε στον ρυθμό της παρέας. Οι τοιχογραφίες του, με τα έντονα και φωτεινά τους χρώματα, δεν λειτούργησαν ως απλή διακόσμηση, αλλά ως αφήγηση και συλλογική μνήμη· μέσα από τη φαινομενική αφέλεια της ζωγραφικής του, το έργο του αφηγείται έναν τρόπο ζωής που σταδιακά χάνεται, αλλά εξακολουθεί να αναπνέει στις εικόνες του.

Συνολικά φιλοτέχνησε τοιχογραφίες σε περισσότερες από 40 ταβέρνες, αφήνοντας ένα αποτύπωμα που ταυτίστηκε με την εικόνα της Πλάκας για δεκαετίες και του χάρισε τον χαρακτηρισμό «ζωγράφος των ταβερνών». Παρότι εργάστηκε για σύντομο διάστημα στο εξωτερικό, κυρίως στην Ελβετία, η Αθήνα παρέμεινε ο σταθερός άξονας του έργου του. 

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 στράφηκε συστηματικά και στη ζωγραφική σε καμβά και ξύλο, μεταφέροντας το ίδιο λαϊκό βλέμμα σε έργα που εκτέθηκαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1980 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα, ενώ ακολούθησαν πολλές ακόμη παρουσιάσεις και διακρίσεις. Το 1991 τιμήθηκε στη Γαλλία με τον τίτλο του Ιππότη της Ελιάς.

Σήμερα, το έργο του Σαββάκη λειτουργεί ως εικαστικό αρχείο της παλιάς Αθήνας. Τοιχογραφίες του σώζονται στις ταβέρνες Σταματόπουλος, Σαΐτα, Σπηλιά της Ακρόπολης, Γέρος του Μωριά και Παλιά Ταβέρνα του Ψαρρά, ενώ 36 από αυτές κηρύχθηκαν το 2020 Νεώτερα Μνημεία από το Υπουργείο Πολιτισμού, ως φορείς πολιτισμικής μνήμης. Οι ταβέρνες που τις φιλοξενούν δεν είναι απλώς χώροι εστίασης, αλλά ζωντανά κομμάτια μιας πόλης που συνεχίζει να αφηγείται την ιστορία της μέσα από το έργο του.

Η ταβέρνα του Σταματόπουλου

Η παραδοσιακή ταβέρνα Σταματόπουλου, ξεκίνησε το 1882 από τον παππού Σταματόπουλο ως μικρό παντοπωλείο που σέρβιρε και κρασί. Από νωρίς, ο χώρος έγινε σημείο συνάντησης για συντροφιές και μουσικούς – ανάμεσά τους ο συνθέτης Νικόλαος Κόκκινος, μαζί με τον Δημήτριο Ρόδιο και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που θεωρούνται οι δημιουργοί της καντάδας. Έτσι, η ταβέρνα συνδέθηκε με την άνθηση της ελληνικής οπερέτας κι έγινε διάσημη για τις καντάδες της, όπου νότες και φωνές συνέθεταν μια ατμόσφαιρα που ζωντανεύει ακόμη στις μνήμες των παλιών θαμώνων.

Η Σαΐτα

Υπόγεια, όπως οι περισσότερες παλιές πλακιώτικες ταβέρνες, η Σαΐτα απλώνει τα τραπεζάκια της στον πεζόδρομο της Κυδαθηναίων, ενός από τους αρχαιότερους δρόμους της Πλάκας. Πλάι στο μικρό κηπάκι του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα (Σωτείρα του Κοττάκη) με τις προτομές του Κωνσταντίνου Τσάτσου και της Ιωάννας Σεφεριάδη, η είσοδός της σε καλεί να κατέβεις τα λίγα σκαλιά και να βρεθείς σε έναν χώρο όπου το παρελθόν συνομιλεί αθόρυβα με το παρόν. Το εσωτερικό της αποπνέει την αίσθηση μιας Αθήνας που δεν έσβησε ποτέ.

Το όνομα Σαΐτα προέρχεται από το εξάρτημα του αργαλειού, και ο χώρος φέρει ακόμη τη ζεστασιά μιας οικογενειακής παράδοσης. Το 1970, ο Γιώργος Ζαχαρόπουλος και η Βασιλική του μεταμόρφωσαν το υπόγειο σε καπηλειό, με εικόνες της γειτονιάς ζωγραφισμένες στους τοίχους, το παλιό ψυγείο του πάγου και, φυσικά, ρετσίνα από τα Μεσόγεια. Η Βασιλική μαγείρευε, όπως η μητέρα της, που ήταν μαγείρισσα στους αξιωματικούς της Χωροφυλακής στην Πάτρα, ενώ δίπλα της ο Γιώργος έμαθε σιγά σιγά τα μυστικά της κουζίνας, μεταλαμπαδεύοντας αργότερα τη γνώση στα παιδιά τους.

Η Σαΐτα γρήγορα έγινε στέκι. Καλλιτέχνες όπως ο Νταλάρας, ο Μητσιάς και ο Χάρρυ Κλυν περνούσαν από τα τραπέζια της, και το 1978 ο Μανώλης Ρασούλης γνώρισε εδώ τον Νίκο Ξυδάκη, μια συνάντηση που ήταν η αρχή για τη δημιουργία της «Εκδίκησης της γυφτιάς». Από τα ίδια τραπέζια πέρασε και ο Διονύσης Σαββόπουλος· τόσο συχνά, που κάποια στιγμή ο κυρ Γιώργος τού έδωσε τα κλειδιά για να κλείνει μόνος του το μαγαζί, για να ξεκουραστεί από τα ξενύχτια του Νιόνιου.

Σήμερα, η Σαΐτα παραμένει οικογενειακή υπόθεση. Η κόρη τους, Φωτεινή, μαγειρεύει τις ίδιες συνταγές, ο άντρας της σερβίρει, και τα άλλα δύο παιδιά, η Μαίρη και ο Αντρέας, συμμετέχουν ενεργά στη λειτουργία του μαγαζιού. Όπως λέει η Φωτεινή: «Από την αρχή η ταβέρνα ήταν στο ίδιο σημείο· ο παππούς το νοίκιασε στα παιδιά του και τα παιδιά του σ’ εμάς».

Ιδιαίτερη θέση στη μνήμη της Σαΐτας κατέχει ο Γιώργος Σαββάκης. «Ήταν προσωπικός φίλος των γονιών μου», θυμάται η Φωτεινή. «Τον ξέρω από τότε που γεννήθηκα. Ήταν φυσιογνωμία της Πλάκας – μικροκαμωμένος, πολύ καλός άνθρωπος, φιλικός, κοινωνικός, παλαιάς κοπής, άκακος».

Ο ζωγράφος έφυγε το 2004, ήσυχα, στον ύπνο του. «Το προηγούμενο βράδυ είχαμε συναντηθεί, είχαμε δει μαζί ένα ντοκιμαντέρ για τον αργαλειό, εδώ στην Πλάκα. Ήταν μια χαρά. Και το επόμενο πρωί μάθαμε ότι πέθανε».

Οι τοιχογραφίες του στη Σαΐτα γεννήθηκαν χωρίς προσχέδια και εξηγήσεις. «Όταν ερχόταν για να ζωγραφίσει, ποτέ δεν μας έλεγε τι θα κάνει. Έκανε ό,τι ήθελε. Άρχισε να ζωγραφίζει από τη στιγμή που οι γονείς μου μπήκαν στην ταβέρνα».

Σήμερα, η οικογένεια έχει μπει στη διαδικασία συντήρησης των έργων, με τη συνείδηση ότι οι τοίχοι αυτοί δεν ανήκουν μόνο στη Σαΐτα, αλλά και στη μνήμη της πόλης.

Η Σπηλιά της Ακρόπολης

Στη σκιά της Ακρόπολης, κυριολεκτικά κάτω από τον ιερό βράχο και λίγο πριν τα Αναφιώτικα, βρίσκεται η ταβέρνα Η Σπηλιά της Ακρόπολης. Ένας χώρος που μοιάζει να συνομιλεί διαρκώς με το τοπίο γύρω του αλλά και με τις ιστορίες των ανθρώπων που τον σημάδεψαν. Σήμερα, ιδιοκτήτες είναι ο Κώστας Μπίνας και ο Κώστας Ζιώγας· ο πρώτος, μάλιστα, έχει ζήσει την ταβέρνα από μέσα, καθώς παλαιότερα εργαζόταν εδώ ως σερβιτόρος.

Η ταβέρνα ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1967. Λίγα χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, πέρασε το κατώφλι της και ο Γιώργος Σαββάκης. Όπως θυμάται ο Κώστας Μπίνας, τότε ο Σαββάκης δούλευε ακόμη ως σερβιτόρος στην ταβέρνα Βάκχος, αλλά παράλληλα ζωγράφιζε: «Έκανε διάφορα θέματα. Κάποιες τοιχογραφίες τις ξαναπέρασε αργότερα, τις φρεσκάρισε. Η “Επανάσταση” ήταν από τα πρώτα έργα που ζωγράφισε εδώ».

Τον χειμώνα, όταν το μαγαζί δεν λειτουργούσε κανονικά, ο Σαββάκης περνούσε μεγάλα διαστήματα στη Σπηλιά. «Καθόταν πέντε με έξι μήνες», θυμάται ο Κώστας Μπίνας. «Η ιδιοκτήτρια, η κυρία Παγώνα Βαζαία, μαγείρευε στην κουζίνα, ενώ ο Σαββάκης ζωγράφιζε». Με το ζεύγος Βαζαία τον συνέδεε στενή φιλική και γειτονική σχέση, που σφράγισε την καθημερινότητα και την ατμόσφαιρα της ταβέρνας εκείνα τα χρόνια.

Ο Γέρος του Μωριά

Για την ιστορία της ταβέρνας Ο Γέρος του Μωριά μάς μίλησε ο σημερινός ιδιοκτήτης, Παντελής Καζάκος, ένας άνθρωπος που γνώρισε τον χώρο πρώτα ως εργαζόμενος κι αργότερα ως συνεχιστής της μακράς του διαδρομής. Όπως θυμάται από παλαιότερες διηγήσεις, η ταβέρνα ιδρύθηκε το 1929 και αρχικά περιοριζόταν στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται η κουζίνα. Τότε ήταν όλα ένα: κουζίνα και αίθουσα μαζί, με την επιγραφή «Οινοζυθεστιατόριον» να δεσπόζει στην είσοδο.

Την ιστορία αυτή συμπληρώνουν οι μαρτυρίες που διασώζει ο Γιώργος Καιροφύλλας στο βιβλίο του «Στης Πλάκας τις ανηφοριές».
«Στην οδό Μνησικλέους υπήρχε τα παλιά χρόνια και ο Γέρος του Μωριά, μια ταβέρνα που είχε θηλυκού γένους κάπελα, την κυρά Ρουμπίνα Νικολοπούλου. Την είχε εκεί στήσει από το 1940». Η ίδια αφηγείται: «Πριν φτιάξω την ταβέρνα, είχαμε μπακάλικο εδώ. Ήτανε του άντρα μου, το ’χε πριν το 1930. Όταν πέθανε, άνοιξα την ταβέρνα, που ήταν από τις πιο ξακουστές της Αθήνας. Τι βασιλιάδες, τι υπουργοί περάσανε από δω. Γνωρίσαμε μεγαλεία αλλά και κακές μέρες».

Οι Νικολόπουλοι κατάγονταν από την Πελοπόννησο, από χωριό κοντινό σ’ εκείνο του Κολοκοτρώνη – κι έτσι προέκυψε το όνομα Γέρος του Μωριά. Η παλιά ταμπέλα με το όνομα Νικόλαος Νικολόπουλος σώζεται ακόμη μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο. Η ταβέρνα εμφανίζεται σε ελληνικές ταινίες όπως η «Υπόθεση Απόλλων», με την Έλενα Ναθαναήλ να χορεύει συρτάκι ακριβώς έξω απ’ το μαγαζί.

Τη δεκαετία του ’60, ο Γέρος του Μωριά υπήρξε σημείο αναφοράς για την αθηναϊκή ζωή. Οι εφημερίδες έγραφαν συχνά για την ταβέρνα, καθώς εκεί σύχναζαν Έλληνες και ξένοι από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας και των τεχνών. Από τον Κένεντι και την Γκρέτα Γκάρμπο μέχρι τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον πατέρα Αγγελόπουλο της Χαλυβουργικής, τον έμπορο Αλεξανδράκη – που, όπως θυμάται ο Παντελής Καζάκος, ερχόταν πάντα φορώντας παπιγιόν, «ήταν ένας άρχοντας». Στον ίδιο χώρο υπήρχε και ένα πάνω επίπεδο, όπου στεγαζόταν η ταβέρνα Φεγγάρι. Εκεί χόρεψε μια φορά ο Νουρέγιεφ, αφήνοντας κι αυτός το αποτύπωμά του στην ιστορία της ταβέρνας.

Με τα χρόνια, ο χώρος επεκτάθηκε, και το 1963 πέρασε από τον Γέρο του Μωριά ο Γιώργος Σαββάκης. Ο Παντελής Καζάκος, που τότε εργαζόταν ως σερβιτόρος, θυμάται ακόμη τις τοιχογραφίες που άφησε πίσω του ο ζωγράφος. Όταν το 2000 ανέλαβε ο ίδιος την ταβέρνα ως ιδιοκτήτης, τα έργα είχαν ήδη καλύψει ολόκληρο τον χώρο. Κάποια ζωγραφισμένα τουβλάκια αφαιρέθηκαν κατά την ανακαίνιση, αφήνοντας να αναδειχθούν μόνο οι κύριες παραστάσεις, που συνεχίζουν να αφηγούνται την ιστορία της ταβέρνας και της Πλάκας.

Το 2001, ο Σαββάκης επέστρεψε για να τα φρεσκάρει – όχι για να τα ξαναζωγραφίσει από την αρχή, αλλά για να διορθώσει φθορές και να ενισχύσει τα χρώματα. «Φαίνονται πιο έντονα από τότε. Σε αντίθεση με άλλες ταβέρνες, εδώ τα έργα δεν είναι ζωγραφισμένα απευθείας στον τοίχο, αλλά πάνω σε νοβοπάν, γεγονός που συμβάλλει και στη σημερινή τους καλή προβολή, χάρη και στη φωτεινότητα του χώρου». Η σχέση του με τον Παντελή Καζάκο ήταν βαθιά προσωπική. «Ήταν ο αγαπημένος μου», λέει. «Ερχόταν εδώ σχεδόν κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ και τρώγαμε μαζί».

Σήμερα, την ταβέρνα συνεχίζουν οι τρεις γιοι του Παντελή Καζάκου, όλοι τους παρόντες στην καθημερινή λειτουργία του χώρου. Έτσι, η παράδοση του Γέρου του Μωριά παραμένει ζωντανή – όπως και οι τοιχογραφίες του Γιώργου Σαββάκη, που εξακολουθούν να αφηγούνται, σιωπηλά αλλά επίμονα, την ιστορία τους.

Η Παλιά Ταβέρνα του Ψαρρά

Για την ιστορία της ταβέρνας μιλήσαμε με τον υπεύθυνό της, κ. Λιάσκο. Ιδρύθηκε το 1898 και αποτελεί μία από τις παλαιότερες και ιστορικότερες ταβέρνες της Πλάκας – δεν έκλεισε ποτέ, ούτε καν σε περιόδους πολέμου. Στα πρώτα της χρόνια πρόσφερε κυρίως θαλασσινά, ενώ στο υπόγειο υπήρχαν βαρέλια με κρασί.

Το όνομα της ταβέρνας προέρχεται από το επώνυμο των ιδιοκτητών της, των αδελφών Δημήτρη και Γιώργο Ψαρρά. Ο Δημήτρης κάποια στιγμή είχε μεταναστεύσει στο Χόλιγουντ για να γίνει ηθοποιός. Εκεί γνώρισε πολύ κόσμο κι έστελνε στην Αθήνα Ελληνοαμερικανούς επισκέπτες. Έτσι, η φήμη της ταβέρνας πέρασε νωρίς τον Ατλαντικό – «όλη η Αμερική την ήξερε από εκείνον».

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 η ταβέρνα έγινε διεθνώς γνωστή όταν αναφέρθηκε στο «Views of Attica and its surroundings» του Rex Warner. Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά στον Γιώργη Ψαρρά – «the old man with the whiskers» (τον ηλικιωμένο με τα μουστάκια), όπως ήταν γνωστός στους πελάτες – και στη φημισμένη ρετσίνα του. Η αναφορά αυτή στάθηκε αφορμή για να περάσουν από την ταβέρνα προσωπικότητες απ’ όλο τον κόσμο, όπως ο Λόρενς Ολίβιε και η Βίβιαν Λι, η Μαργκότ Φοντέιν, ο Γκράχαμ Γκριν, αλλά και ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό.

Η Ταβέρνα του Ψαρρά υπήρξε αγαπημένο στέκι του Γιώργου Σεφέρη και, σύμφωνα με μαρτυρίες, εδώ έγινε η γνωριμία του με τη Μάρω, τη γυναίκα της ζωής του. Ο Γιώργος Κατσίμπαλης, ο «Κολοσσός του Αμαρουσίου», αναφέρεται επίσης στην ταβέρνα σε επιστολή του προς τον Σεφέρη, περιγράφοντας τη διεθνή της φήμη και τις αλλεπάλληλες επισκέψεις ξένων που κατέφθαναν με το βιβλίο του Rex Warner στο χέρι: «Δεν ξέρω τι απήχηση είχε το βιβλίο του Rex Warner για την Ελλάδα στην Αγγλία, αλλά του κυρ Γιώργη του Ψαρρά του δημιουργεί κάθε τόσο μεγάλα ζητήματα […] Προτού εγκαταλείψουνε το χώμα της Ελλάδας, πήγανε την τελευταία τους νύχτα να την περάσουν στο πατάρι του Ψαρρά για να τον γνωρίσουνε και να πιούνε το περίφημο κρασί του […] και ο ταλαίπωρος ο γέρος το νομίζει υποχρέωσή του να μην τους παίρνει χρήματα […]»

Στο υπόγειο της ταβέρνας υπήρχε πάντα κρασί· έφερναν ακόμη και ασύρτικο από τη Σαντορίνη. Όταν ο Ψαρράς κουραζόταν, ανέβαινε να κοιμηθεί στο σπίτι από πάνω και οι θαμώνες συνέχιζαν μόνοι τους – κατέβαιναν στο υπόγειο, έβαζαν κρασί και κάθονταν έξω να φάνε και να πιουν.

Σε κάποια από τις επιθεωρήσεις του Πέτρου Κυριακού ακούστηκε, όπως μας είπε η δισέγγονή του, Γωγώ Ψαρρά, το παρακάτω τραγουδάκι:


«Στην ταβέρνα του Ψαρρά
το κρασί Θεού χαρά
πάνε τα ζευγάρια
βρε τα ζαγάρια
πίνουν και τρώνε τον μεζέ
πόδι με πόδι αγκαζέ».

Το τραγούδησε ο Δημήτρης Ψαρράς, ο οποίος εμφανίστηκε στη σκηνή φορώντας την ποδιά του ταβερνιάρη. Εδώ γυρίστηκαν σκηνές της ταινίας «Η ανθισμένη αμυγδαλιά», ενώ υπάρχει και φωτογραφία με τον ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη να τραγουδά έξω από την ταβέρνα – ακόμη μία εικόνα από τη μακρά, ζωντανή της ιστορία.

Το 1998 η επιχείρηση πέρασε στον κ. Σταθοκωστόπουλο και λειτουργεί έκτοτε με παρόμοια παραδοσιακή κουζίνα. Το κτίριο δεν έχει αλλάξει: ανακαινίστηκε και αποκαταστάθηκε χωρίς να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του. Στους χώρους της ταβέρνας υπάρχουν έργα του Γιώργου Σαββάκη. Όπως μας ειπώθηκε, συνήθιζε να κλείνεται μέσα και να ζωγραφίζει επί ώρες.

Δειτε περισσοτερα