- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Κύριε Δαγριτζίκο, θα πάθουμε Κλακάζ με το νέο σας μαγαζί;
Μια συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Δαγριτζίκο, στην αυλή του νέου του μαγαζιού, εκεί που μάλλον σκοπεύουμε να περάσουμε το αθηναϊκό καλοκαίρι μας
Εκεί που ξενυχτούσε κάποτε όλη η Αθήνα, ήρθε κάτι νέο και φρέσκο, με φιλοδοξία να φέρει ωραία ενέργεια και ωραία αισθητική και όχι ένα ακόμη revival: Το Κλακάζ. Μου τράβηξε το ενδιαφέρον και αμέσως θέλησα να μάθω τι είναι τέλος πάντων αυτό το «Κλακάζ», που άνοιξε στα μέσα Απριλίου, λίγο μετά το Πάσχα.
Ένα (πολύ) ζεστό μεσημέρι καθημερινής, έστριψα στο γνώριμο στενάκι της Αβραμιώτου. Είχαμε κλείσει ραντεβού με τον Κωνσταντίνο Δαγριτζίκο (γνωστός από το Six D.o.g.s και το φετινό Ζιγκοάλα) λίγες ημέρες πριν. Κατέβηκα την iconic σκάλα με τα αυτοκόλλητα (…που έμεινε ανέγγιχτη στον χρόνο) και βγήκα σε έναν ηλιόλουστο κήπο με ψηλά δέντρα, λευκό χαλικάκι και τρεχούμενο νερό (από πού έρχεται άραγε αυτός ο κελαριστός ήχος;). Σωστή όαση στην καρδιά μιας φασαριόζας μεγαλούπολης.
«Αυτό θα πει καλοκαίρι στην Αθήνα», σκέφτηκα καθώς η θερμοκρασία έχει ήδη αρχίσει να τραβά την ανηφόρα. Η αυλή γνώριμη αλλά και διαφορετική. Ποιος δεν έχει βγει εδώ ραντεβού, με φίλους ή μεγάλες παρέες, έχει πιει, έχει ξενυχτίσει, έχει παρτάρει;
Το μάτι μου πέφτει στις vintage καρέκλες και τα ξύλινα μακριά τραπέζια σε πορτοκαλί και βεραμάν αποχρώσεις που είναι απλωμένα στην αυλή και φωνάζουν «θερινή ραστώνη». Κάντο εικόνα: Καλοκαίρι, μεσημέρι, μπαλκόνι, βιβλίο και κάτι δροσερό για να πιεις. Κάθομαι στον ήλιο (να μια ευκαιρία για λίγη ηλιοθεραπεία και βιταμίνη D), παραγγέλνω καφέ και περιμένω τον Κωνσταντίνο.
Έρχεται, μου συστήνεται (είχαμε μιλήσει στο παρελθόν για το Ζιγκοάλα, μόνο όμως διαδικτυακά όπου και υπογράφει ως «Αρχιταβερνιάρης»), και παραγγέλνει το καθιερωμένο smoothie του. Έχει χιούμορ και είναι ενδιαφέρουσα persona: Μαλλί αφάνα, γυαλιά «Σωτηρία Μπέλλου» όπως λέει ο ίδιος και γαλάζιο, ριγέ πουκάμισο.
«Θα ξεκινήσω με μια πολύ πρωτότυπη ερώτηση», του λέω γελώντας. «Οι προφανείς ερωτήσεις είναι και οι πιο ουσιαστικές», απαντά αμέσως.
-Τι είναι το Κλακάζ; Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;
Το όνομα είναι αρκετά σημαντικό αλλά μπορεί και όχι. Αν το περιερχόμενο και η ουσία είναι κάτι αδιάφορο, ό,τι όνομα κι αν έχεις δώσει δεν θα παίξει μεγάλο ρόλο. Ήταν δύσκολο να βρεθεί το όνομα γι’ αυτόν τον χώρο… Με το που έπεσε, όμως, στο τραπέζι η λέξη «κλακάζ», λέω «αυτό είναι» γιατί μου αρέσει πολύ… Είναι γαλλικός όρος που σημαίνει ξαφνικό break down, ξαφνική κατάρρευση, ένα μεγάλο πρόβλημα. Στην Ελλάδα λέμε «έπαθα κλακάζ». Τον ήξερα σαν όρο και πίστευα ότι το ήξερε ο κόσμος αλλά από τότε που έδωσα αυτό το όνομα, υπάρχουν πολλοί που με ρωτάνε τι σημαίνει. Με ξάφνιασε πολύ αυτό.
Μου αρέσει που έχει ένα fun κομμάτι. Είναι από αυτές τις ξένες λέξεις που τις έχουμε ελληνοποιήσει. Το λες για καλά αλλά και για κακά πράγματα, για κάτι ξαφνικό, κάτι απρόσμενο. Αυτός ο χώρος έχει στοιχεία έκπληξης: Η τοποθεσία του, η διαδρομή για να βρεθείς εδώ, η ιεροτελεστία να μπεις σε αυτό το στενάκι, να κατέβεις τη σκάλα και να βρεθείς σε αυτόν τον κήπο. Εκεί που δεν το περιμένεις υπάρχει ένα stage όπου εμφανίζεται ένας καλλιτέχνης, κάνει κάτι που σου αρέσει πολύ και μπορεί να πάθεις κλακάζ με αυτό, κάθεσαι στα τραπεζάκια στον κήπο, τρως μια φοβερή, καναδέζικη πίτσα και παθαίνεις κλακάζ… Μου αρέσει αυτό… το να ταρακουνηθείς λίγο, να μην είναι κάτι συμβατικό.
-Τι ξεχωριστό θα βρούμε στο Κλακάζ; Τι θα πιούμε και τι θα φάμε;
Είναι ένας χώρος αρκετά ενεργός, θα είναι ανοιχτός 365 ημέρες τον χρόνο, από τις 11 μέχρι αργά το βράδυ, θα είναι σαν να κλείνει ποτέ. Τα βασικά του επίπεδα είναι δύο, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά. Το ένα βρίσκεται στο επίπεδο της Αβραμιώτου και είναι ένας μεγάλος, ενιαίος χώρος για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Έχει μια μικρή σκηνή η οποία θα φιλοξενεί κυρίως συγκροτήματα για συναυλίες, μικρά και μεσαία σχήματα από την τοπική μουσική σκηνή, guest από το εξωτερικό, βραδιές standup comedy με Έλληνες κωμικούς, επιλεκτικά, eclectic χορευτικά δρώμενα όπως κυριακάτικα, απογευματινά πάρτι, drag & queer performances κ.α. Μέσα στα Σαββατοκύριακα θα γίνονται και άλλα όπως bazaar δίσκων και markets, παρουσιάσεις βιβλίων και γαστρονομικά events στον δρόμο.
Το άλλο επίπεδο είναι ακριβώς από κάτω. Υπάρχει μια σκάλα την οποία κατεβαίνεις και ξαφνικά αποκαλύπτεται μπροστά σου ένας μεγάλος κήπος που είναι μισό στρέμμα! Είναι σπάνια αυτή η εικόνα μέσα στην πόλη. Υπάρχει και ο εσωτερικός χώρος που είναι η συνέχεια του κήπου, εκεί βρίσκεται το καφέ-μπαρ-εστιατόριο.
Το μενού περιλαμβάνει ροφήματα όπως specialty καφέ Area 51, cold press χυμούς και smoothies, μέχρι kombucha και matcha latte. Ακόμη, έχουμε μια πολύ ωραία λίστα με κοκτέιλ που έχει επιμεληθεί ο head bartender του Κλακάζ, Δημήτρης Ρούσσος (The bar in front of the bar), που έχει στήσει ένα «τρελό» bar lab με μηχανήματα για… αδιανόητα signature cocktails και aperitivo, που θα αλλάζουν μέσα στη χρονιά.
Υπάρχει μια επιλογή από ελληνικές μπίρες και μια μικρή λίστα με ελληνικά κρασιά, για να καλύπτονται όλα τα γούστα. Όμως, ο πρωταγωνιστής μας είναι η καναδέζικη πίτσα. Είναι η πίτσα με την οποία έχουμε μεγαλώσει όλοι οι millennials και την τρώγαμε στα 80s και τα 90s και μου θυμίζει την πιτσαρία Moulin Rouge κοντά στο σπίτι της μητέρας μου στη Νέα Ιωνία. Χοντρή, ψωμένια, σε ταψάκι που μπαίνει στον φούρνο… Για μένα αυτή η πίτσα σε αυτόν τον κήπο ήταν αυτό που λέμε «meant to be». Έτσι, έχουμε «παίξει» με αυτό το concept.
Έχουμε και κάποια πιάτα για brunch-πρωινό και σαλάτες ενώ υπάρχει και ένα κομμάτι που το λέω «Παιδικό πάρτι ενηλίκων» που στην ουσία είναι τα ορεκτικά μας όπως κροκέτες, μπόμπες και λουκανικάκια Φρανκφούρτης με μουστάρδα. Είναι αυτά που βρίσκεις συνήθως στα παιδικά πάρτι αλλά εδώ είναι για «μεγάλους» όπως μπόμπα gorgonzola ή roast beef με καυτερή μουστάρδα!
Τον χώρο τον έχουμε φτιάξει μαζί με το αρχιτεκτονικό γραφείο Point Supreme των Μαριάννα Ρέτζου και Κωνσταντίνου Πανταζή. Δημιουργήσαμε έναν χώρο με χαλίκι, νεράκι που ακούγεται να τρέχει από πίσω και βλάστηση που είναι το ιδανικό για αυτό το μοναδικό σκηνικό. Ο εσωτερικός χώρος παραπέμπει σε πυλωτή παλιάς πολυκατοικίας, με το τσιμέντο, τις μεγάλες, χοντρές κολώνες και τους ανοιχτούς χώρους. Κάποια από τα έπιπλα είναι custom και κάποια παλιά, όπως η καρέκλα που είναι δύσκολο να την βρεις πλέον. Βρήκαμε ένα καλούπι και την φτιάξαμε με δικούς μας χρωματισμούς. Είναι μια άνετη καρέκλα που φωνάζει «καλοκαίρι», είναι μέσα στο DNA του τόπου και ταιριάζει τέλεια στον χώρο του κήπου. Στο πιο πάνω επίπεδο υπάρχουν τραπέζια και καρέκλες αλουμινίου, έπιπλα απλά και casual για εξωτερικό χώρο.
-Πες μου λίγα λόγια και για το Ζιγκοάλα
Το Ζιγκοάλα είναι ένα ταβερνάκι-εστιατόριο που άνοιξε στις 9 Δεκεμβρίου 2025, σε ένα πολύ όμορφο στενάκι που λέγεται Λυκούργου, πίσω από την πλατεία Ομονοίας και το Δημαρχείο. Είναι κάτι που σκεφτόμουν ότι θα το κάνω όταν συνταξιοδοτηθώ αλλά τελικά το έκανα τώρα. Ήταν κάτι σαν ρομαντικό όνειρο που ήθελα να κάνω κάποια στιγμή στη ζωή μου, που θα έχει φαγητό, κρασί και παλιά ελληνική μουσική. Τελικά έγινε και είναι όπως το φανταζόμουν και ο κόσμος το γουστάρει. Ο Βασίλης Χαμάμ είναι στην κουζίνα και μαγειρεύει αδιανόητα πράγματα με unique χαρακτήρα. Τα κρασιά επιμελείται ο φίλος μου, ο Δημήτρης ο Κούμανης που έχει το Heteroclito. Η μουσική είναι παλιά, ελληνική από δεκαετία του 1930 έως 1990, με λίστες και ωραίο ηχοσύστημα, χωρίς βινύλια, audiophile και djs. Τώρα ανοίγουμε και καθημερινές από τη 1 το μεσημέρι με διαφορετικό concept.
-Τι πιστεύεις ότι κάνει τα μαγαζιά σου επιτυχημένα, αυτό που λέμε talk of the town;
Γέλασε με αυτή την ερώτηση, αλλά μου απάντησε. «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει συνταγή επιτυχίας. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο και αρέσει στον κόσμο, τότε χαίρομαι. Δεν νιώθω, όμως, ότι ασχολούμαι με μαγαζιά και εστίαση. Τυχαία ξεκίνησα με τα πολιτιστικά, τα πάρτι και τα μπαρ. Σιγά-σιγά ήρθε αυτό το κομμάτι, το γαστρονομικό όπως το Ζιγκοάλα. Είναι κάτι που ήθελα πολύ να δοκιμάσω και κάνω κάτι που νιώθω ότι έχει νόημα να το κάνω τη δεδομένη στιγμή».
Υ.Γ. Πριν φύγω, το μάτι μου έπεσε στην μεγάλη, για πολλούς ιστορική πινακίδα του Six Dogs, που έχει μείνει ψηλά στη θέση της. «Την κράτησες, ε;». «Ναι, αλλά κοίτα καλύτερα τι γράφει». Κοιτάζω πιο προσεκτικά και διαβάζω: «sgodxis». Τα γράμματα είναι τοποθετημένα ανάποδα, αλλά το μάτι διαβάζει αυτό που ήδη ξέρει. «Φωτισμένη το βράδυ είναι υπέροχη», μου λέει.