Πολιτικη & Οικονομια

Περί χριστιανικής δεξιάς στις ΗΠΑ

Η χριστιανική δεξιά, που αγωνίζεται κατά της αντισύλληψης και γενικά της κοινωνικής επιτρεπτικότητας, είναι σήμερα η κύρια υπεύθυνη για τον κοινωνικό διχασμό στις ΗΠΑ

soti-triantafyllou.jpg
Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 835
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Σταυρός

Σύντομη ιστορία και ανάλυση της αμερικανικής χριστιανικής δεξιάς και του πώς επηρεάζει τη νομοθεσία και την άσκηση της εξουσίας.

To 70% των Αμερικανών δηλώνουν χριστιανοί. Το 25% είναι ευαγγελιστές προτεστάντες, το 15% προτεστάντες άλλων εκκλησιών, το 20% Καθολικοί. Το 22% των Αμερικανών παρίστανται κάθε εβδομάδα στην κυριακάτικη λειτουργία, ενώ το 9% πηγαίνουν στην εκκλησία, στη συναγωγή ή στο τζαμί πάνω από μία φορά τον μήνα. Το 6% των Αμερικανών είναι Εβραίοι, το 1% μουσουλμάνοι· το 23% δηλώνουν άθρησκοι, αγνωστικιστές ή «τίποτα». Πόσοι θεωρούν τον εαυτό τους μέλος της χριστιανικής δεξιάς; Αντιστοιχεί άραγε ο αριθμός τους στον πολιτικό τους αντίκτυπο;

Η χριστιανική δεξιά ίδρυσε τις ΗΠΑ· οι πουριτανοί που έκαναν το ταξίδι κατά τον 17ο αιώνα ονειρεύονταν μια χριστιανική κοινότητα, μια θεοκρατία. Έκτοτε, υπήρξαν περίοδοι όπου η χριστιανική δεξιά είχε μεγάλη πολιτική δύναμη και περίοδοι όπου ταυτιζόταν με τη σιωπηλή πλειοψηφία, δηλαδή δεν ακουγόταν όσο επιθυμούσε. Σήμερα έχοντας αλώσει τον δικαστικό κλάδο της αμερικανικής δημοκρατίας επιδιώκει την επιστροφή στα θεοκρατικά οράματα των πουριτανών. Πρόκειται για μια οριακή μειοψηφία, άτυπη, με πολλές εσωτερικές αποχρώσεις, που συσπειρώνεται γύρω από έναν πυρήνα Ευαγγελιστών Προτεσταντών, ακροδεξιών Ρωμαιοκαθολικών (οι Καθολικοί είναι διασπασμένοι σε δεξιούς και αριστερούς) και προπάντων διαφόρων προτεσταντικών αιρέσεων οι οποίες έχουν ευδοκιμήσει αποκλειστικά ή κυρίως στις ΗΠΑ. Αυτές οι αιρέσεις ή «εκκλησίες», οι περισσότερες από τις οποίες είναι έργο ιδιωτών του 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα ―Μορμόνοι, Αντβεντιστές, χιλιαστές: η λίστα είναι μακρά― έχουν τεράστιο αντίκτυπο στην πολιτική διότι το εκκλησίασμά τους υπακούει τυφλά στις επιταγές των ποιμένων. Για να γίνω σαφέστερη πάνω σ’ αυτό, προσθέτω ότι η αμερικανική ορθόδοξη εκκλησία είναι ακροδεξιά στις περισσότερες πολιτείες, αλλά το εκκλησίασμα μπορεί να διαφοροποιείται: υπάρχουν Ελληνοαμερικανοί χριστιανορθόδοξοι, τόσο πιστοί όσο και ιερωμένοι, που δεν στηρίζουν την ακροδεξιά πολιτική ή που είναι πολιτικά αδιάφοροι. Αντιθέτως, στις προτεσταντικές αιρέσεις του τύπου Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, επικρατεί ομοιομορφία στη βάση και ακτιβισμός σε κοινωνικά ζητήματα: η προτεσταντική χριστιανική δεξιά παρακινεί το εκλογικό σώμα και επιδρά σε όλους τους κλάδους της εξουσίας (εκτελεστικό, δικαστικό, νομοθετικό, ΜΜΕ) γύρω από ζητήματα όπως η επιβολή της καθημερινής σχολικής προσευχής, η διδασκαλία του δημιουργισμού, η σεξουαλική εγκράτεια, η θανατική ποινή και ο χριστιανικός εθνικισμός, τουτέστιν η πρόσληψη των ΗΠΑ ως χριστιανικό έθνος, περιούσιο του Θεού.

Τα αιτήματα της χριστιανικής δεξιάς προβάλλονται στον ίδιο τον χώρο της εκκλησίας: η κυριακάτικη τελετουργία είναι λιγότερο σημαντική από το κήρυγμα το οποίο αφορά μια μεγάλη γκάμα πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων ― επιστημονικών (π.χ. την αντίθεση στην έρευνα εμβρυϊκών βλαστοκυττάρων, την εξωσωματική γονιμοποίηση), σχετικών με δικαιώματα (ισότητα φύλων, ΛΟΑTΚ, άμβλωση, πορνογραφία), εκπαιδευτικών (π.χ. το πώς διδάσκεται η ιστορία στο σχολείο, αν χρειάζεται ή όχι η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, ο ρόλος της κατήχησης κτλ) και θεσμικών (π.χ. η δικαιοδοσία της κυβέρνησης, η δικαιοδοσία των πολιτειακών οργάνων). 

Η αμερικανική χριστιανική δεξιά οφείλει τη σταθερή επιτυχία της σε άτομα που έχουν γίνει διασημότητες αξιοποιώντας τα ΜΜΕ ή δημιουργώντας δικά τους ΜΜΕ. Η θρησκευτική ελευθερία και η ελευθερία του επιχειρείν στις ΗΠΑ είναι δύο δικαιώματα χωρίς όρια: όλα τα άλλα συνοδεύονται από υποχρεώσεις και περιορισμούς. Έτσι, στο πέρασμα του χρόνου και μετά από αλλεπάλληλες ριζοσπαστικοποιήσεις και σχίσματα έχουν δημιουργηθεί θρησκευτικές ομάδες ―π.χ. οι Αναβαπτιστές Χριστιανοί, όπως οι Άμις, οι Μενονίτες, οι Χουττερίτες, οι Κοινότητες Μπρούντερχοφ, οι Αδελφοί Σβαρτσενάου, οι Αδελφοί του Ποταμού και οι Αποστολικοί― μερικές από τις οποίες συμμετέχουν στον πολιτικό ακτιβισμό της Ηθικής Πλειοψηφίας. Για τον σύγχρονο κόσμο, η Ηθική Πλειοψηφία είναι μια πολιτική οντότητα που δημιούργησε το 1979 ο τηλευαγγελιστής Τζέρι Φάλγουελ, επηρεάζοντας την προεδρία του Ρόναλντ Ρέιγκαν και προωθώντας έκτοτε ακροδεξιές θέσεις.

Αλλά η ιστορία είναι παλιότερη. Το 1863, εκπρόσωποι από έντεκα χριστιανικά δόγματα οργάνωσαν την Εθνική Ένωση Μεταρρυθμίσεων με στόχο να καθιερωθεί συνταγματικά η χώρα ως χριστιανικό κράτος. Αυτή η “National Reform Association” θεωρείται μία από τις πρώτες οργανώσεις της χριστιανικής δεξιάς, στην οποία προστέθηκαν κι άλλες ―π.χ. η Χριστιανική Πολιτική Ένωση του Μέιν το 1897― οι οποίες πίεσαν τις πολιτείες να επιβάλουν την Ποταπαγόρευση, ενώ ταυτοχρόνως διείσδυαν τόσο στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα όσο και στους Δημοκρατικούς του Νότου. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η χριστιανική δεξιά αντιτίθετο λυσσαλέα στον κομμουνισμό όχι μόνο για την οικονομική του οργάνωση αλλά και για τον«κρατικό αθεϊσμό» του. Η εκκοσμίκευση γινόταν αντιληπτή από πολλούς Αμερικανούς ως η μεγαλύτερη απειλή για τις αμερικανικές και χριστιανικές αξίες, οι οποίες δέχτηκαν σφοδρή επίθεση από την αντικουλτούρα των δεκαετιών του 1960 και 1970: οι φανατικοί χριστιανοί φοβήθηκαν ότι επέκειτο κοινωνική αποσύνθεση. Επιπλέον, καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα προσχώρησε σε θέσεις υπέρ δικαιωμάτων όπως η άμβλωση, οι κοινωνικά συντηρητικοί κινήθηκαν στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε αυξανόμενους αριθμούς με σκοπό την προάσπιση των λεγόμενων οικογενειακών αξιών.

Το 1973, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου να καταστήσει την άμβλωση συνταγματικό δικαίωμα μετά την υπόθεση Roe εναντίον Wade ενίσχυσε τη χριστιανική δεξιά η οποία άρχισε να ασχολείται όλο και πιο δραστήρια με τέτοια ζητήματα. Συγκροτήθηκε μαζικό κίνημα με το παραπλανητικό όνομα Pro-Life το οποίο διαδήλωνε την αντίθεσή του στην άμβλωση και στην ευθανασία, ενώ ταυτοχρόνως ενθάρρυνε τους πολίτες να συμμετέχουν στις τοπικές και ομοσπονδιακές εκλογές προκειμένου να διασώσουν τη χώρα από τον Σατανά. (Σημειώνω εδώ ότι ο Σατανάς εκλαμβάνεται στην κυριολεξία, όχι μεταφορικά.) Έτσι, ο πολιτικός ακτιβισμός των φανατικών χριστιανών συνδυάστηκε με συνωμοσιολογία, παγανιστικές ιερουργίες, καθώς και πρακτικές προσωπολατρίας για πολλούς χριστιανούς ηγέτες και για μια σειρά τηλεοπτικές περσόνες οι οποίες επηρέασαν την πλατφόρμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Ταυτοχρόνως εξαπολύθηκε προπαγάνδα εναντίον προοδευτικών πολιτικών προσωπικοτήτων με την κατηγορία ότι ήταν άθεοι (Τζον Κέρι, Χίλαρι Κλίντον) αφήνοντας να γλιστράνε υπονοούμενα για αντεθνική και αντιχριστιανική δράση. Στο μεταξύ οι φονταμενταλιστικές αυτές εκκλησίες, οι οποίες, όπως είπα, ήταν και παραμένουν μαγαζάκια ιδιωτών, αρνούνται να πληρώνουν φόρους και συμμετέχουν, για λόγους συμφέροντος, στην εκστρατεία των ακροδεξιών ελευθεριακών εναντίον της φορολόγησης και τους κεντρικού κράτους.

Όπως είναι γνωστό, η εκλογική επιτυχία του Τζορτζ Γ. Μπους οφειλόταν εν πολλοίς στην υποστήριξη των ευαγγελιστών: το 2000 έλαβε το 68% των ψήφων των λευκών ευαγγελιστών και το 2004 το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 78%. Το 2016, ο Ντόναλντ Τραμπ έλαβε το 81% των ψήφων των λευκών ευαγγελιστών χωρίς να έχει την παραμικρή σχέση με τους ευαγγελιστές. Αλλά εξαιτίας της εκλογικής στήριξης που πρόσφερε η χριστιανική δεξιά σε ορισμένες προεδρίες εισέπραξε αντάλλαγμα: ικανοποιήθηκε το αίτημά της για την εκπαίδευση των παιδιών στο σπίτι ―ο αριθμός των οικογενειών που διδάσκουν τα παιδιά τους στο σπίτι, δηλαδή που δεν τα στέλνουν στο «κοσμικό» σχολείο, έχει αυξηθεί τα τελευταία 20 χρόνια και περίπου το 80% αυτών των οικογενειών αυτοπροσδιορίζονται ως ευαγγελιστές―, ενισχύθηκαν τα πανεπιστήμια της χριστιανικής δεξιάς όπως το Bob Jones, το Liberty, το Regent, ενώ δόθηκε ευρεία δημοσιότητα στα τηλεοπτικά κανάλια που πρόβαλλαν τσαρλατάνους με εκμπομπές-χριστιανικά κηρύγματα όπως το “The 700 Club” του Pat Robertson.

Η χριστιανική δεξιά, που αγωνίζεται κατά της αντισύλληψης, κατά της νομιμοποίησης της μαριχουάνας και γενικά της κοινωνικής επιτρεπτικότητας, είναι σήμερα η κύρια υπεύθυνη για τον κοινωνικό διχασμό στις ΗΠΑ. Ο διχασμός αυτός είναι, μεταξύ άλλων, γεωγραφικός: το 2004 η νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ομοφύλων στη Μασαχουσέτη διεύρυνε το χάσμα μεταξύ βορρά και νότου, μητροπολιτικών περιοχών και ενδοχώρας, με τη χριστιανική δεξιά να απευθύνεται με δημαγωγικό τρόπο στους «ξεχασμένους Αμερικανούς» των χωριών. Έτσι, ταυτίστηκε εν πολλοίς με τα αντισυστημικά ακροδεξιά κινήματα τα οποία εξαίρουν το μιλιταριστικό πνεύμα, αναδεικνύουν σε δικαίωμα την οικολογική ανευθυνότητα («κανείς δεν θα με αναγκάσει να κάνω ανακύκλωση!»). Και οξύνουν τον φονταμενταλιστικό ανταγωνισμό προς την επιστήμη και την ορθολογική σκέψη. Αντίλογος σε όλα τούτα υπάρχει ακόμα κι από την πλευρά κάποιων χριστιανών που αμφισβητούν τη νομιμότητα της χριστιανικής δεξιάς θεωρώντας τον Ιησού «αριστερό» με τα σημερινά δεδομένα: με λίγα λόγια, σχηματικά μιλώντας, υπάρχει διαφωνία στους κόλπους των χριστιανών ως προς την πίστη στην Παλαιά ή στην Καινή Διαθήκη. Σημειωτέον ότι πολλές ομάδες της χριστιανικής δεξιάς αυτοχαρακτηρίζονται «χριστιανοσιωνιστές» ζητώντας να θεσπιστεί η αργία του Σαββάτου, άρα κηρύσσουν τον ιουδαιοχριστιανισμό. Σ’ αυτό (και σε μερικά άλλα) διαφέρουν από τις ομάδες της λευκής υπεροχής, οι οποίες, εκτός ότι δεν μπορούν να καυχηθούν ότι έλκουν την καταγωγή τους από τους Ιδρυτές Πατέρες του έθνους, είναι αντισημίτες και αντι-Καθολικοί. Kι ενώ τα στελέχη των ομάδων λευκής υπεροχής σπάνια κινούνται στο mainstream, τα στελέχη της χριστιανικής ακροδεξιάς συμμετέχουν στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα και σε νομιμοφανείς πολιτικές διαδικασίες. 

Aν και η χριστιανική δεξιά τείνει να ταυτίζεται με τους λευκούς, οι Αφροαμερικανοί παραμένουν η πιο θρησκευόμενη από οποιαδήποτε μεγάλη φυλετική ή εθνοτική ομάδα στις ΗΠΑ. Η διαφορά τους από τους λευκούς χριστιανοδεξιούς είναι ότι προσανατολίζονται περισσότερο προς το Δημοκρατικό κόμμα και είναι σπανιότερα πρόθυμοι να επιβάλουν αγωνιστικά τις συντηρητικές τους απόψεις στο κοινωνικό σώμα. Πάντως, τόσο ο Αφροαμερικανός Ρεπουμπλικανός Ben Carson όσο και ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Clarence Thomas θεωρούνται ακροδεξιοί χριστιανοί ― την περασμένη εβδομάδα ο Τhomas πραγματοποίησε το όνειρό του να ανατρέψει τον νόμο Roe εναντίον Wade. Έπεται συνέχεια: τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚ, η επιβολή λογοκρισίας στα έργα τέχνης και στη λαϊκή κουλτούρα ― προβλέπω φαινόμενο ντόμινο.

Το αμερικανικό κίνημα της χριστιανικής δεξιάς δεν σχετίζεται με την ευρωπαϊκή χριστιανοδημοκρατία: αν και η χριστιανοδημοκρατία είναι «συντηρητική» για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δεν αναζητεί βιβλικές ερμηνείες, ούτε συνδέει τις κοινωνικές της προτάσεις με τη Βίβλο. Όσο για τους Ρωμαιοκαθολικούς, παρότι είναι συνήθως κοινωνικά συντηρητικοί, τείνουν να είναι πιο αριστεροί στα οικονομικά λόγω των παραδοσιακών διδασκαλιών του Καθολικού κοινωνικού δόγματος (αγάπη για τον πλησίον, φροντίδα των φτωχών κτλ), ενώ οι ευαγγελιστές-Πεντηκοστιανοί πιστεύουν στη θεολογία της Ευημερίας που εξυμνεί τον καπιταλισμό. Αν και στην Πολωνία, το Ρωμαιοκαθολικό εθνικο-συντηρητικό κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη» και στην Ουγγαρία το κυβερνών εθνικο-συντηρητικό κόμμα Fidesz μπορούν να θεωρηθούν κόμματα της χριστιανικής δεξιάς, η συμπεριφορά τους διαφέρει αρκετά από την υπνωτική καταληψία των αμερικανικών μαζών. 

ΠΡΟΣΦΑΤΑ