Πολιτικη & Οικονομια

Edito 255

Κατά έναν περίεργο τρόπο σ’ αυτή τη χώρα έχουμε πιστέψει ότι η ζωή είναι εύκολη

14241-108382.jpg
Φώτης Γεωργελές
ΤΕΥΧΟΣ 255
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
36323-81790.jpg

Σε ένα άσχετο άρθρο μιας εφημερίδας της προηγούμενης βδομάδας, αποτυπωνόταν σουρεαλιστικά η συλλογική παρεξήγηση, που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία. Ήταν ένα απ’ αυτά τα άρθρα που λένε ότι η ζωή δεν τελειώνει με τη σύνταξη, ότι υπάρχουν πράγματα να ζήσεις και μετά και, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι εφημερίδες, παρουσίαζε απλούς ανθρώπους που ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία.

Το πρώτο-πρώτο παράδειγμα στο άρθρο ήταν μια κυρία 45 ετών εργαζόμενη στη Βουλή, που συνταξιοδοτήθηκε και είχε πια ελεύθερο χρόνο για τα χόμπι της, τους φίλους και την οικογένειά της. Μια νέα γυναίκα δηλαδή, στην πιο δημιουργική της ηλικία, εξιστορεί τα καλά της χειροτεχνίας και τους καφέδες με τις φιλενάδες της. Easy living.

Τον ίδιο καιρό οι εργαζόμενοι μιας μεγάλης επιχείρησης που χρεοκόπησε διαδήλωναν στο Σύνταγμα. Με όλο τους το δίκιο. Τι ζητούσαν όμως οι εργαζόμενοι; Την άμεση κρατικοποίηση των εργοστασίων. Να γίνουν δηλαδή οι κλωστοϋφαντουργοί δημόσιοι υπάλληλοι. Ένας αρχηγός μάλιστα πολιτικού κόμματος εγκαλούσε τον πρωθυπουργό, κύριε Καραμανλή, έλεγε, αν ο Λαναράς ήταν τράπεζα θα τον είχατε σώσει. Σ’ αυτή την πρωτότυπη χώρα οι αριστεροί πολιτικοί θέλουν να πληρώνει η κοινωνία τα χρέη των επιχειρηματιών.

Κατά έναν περίεργο τρόπο σ’ αυτή τη χώρα έχουμε πιστέψει ότι η ζωή είναι εύκολη. Ότι δεν χρειάζεται να δουλεύουμε σκληρά, δημιουργικά, ότι πρέπει να κάνουμε πράγματα καλύτερα και φτηνότερα από τους άλλους, ότι πρέπει να εκπαιδευόμαστε και μάλιστα διαρκώς γι’ αυτό. Ότι πρέπει να επενδύουμε και να πληρώνουμε τις ζημιές μας. Στις δημοσκοπήσεις εκφράζουμε την αποδοκιμασία μας στην κυβέρνηση, στα κόμματα, στις συζητήσεις κατηγορούμε το πολιτικό σύστημα. Αυτή η γενική από όλους αποδοκιμασία νομίζω ότι είναι το πιο αποπροσανατολιστικό στοιχείο της κατάστασης, στην πραγματικότητα τη διαιωνίζει. Στ’ αλήθεια δεν θέλουμε να αλλάξει, απλώς είμαστε θυμωμένοι γιατί δεν μπορεί πια να μας παρέχει όσα μέχρι τώρα μας εξασφάλιζε.

Έχουμε αυτό το πολιτικό σύστημα γιατί αυτό είναι το οικονομικό και κοινωνικό μας επίπεδο. Η ρηχή οικονομική ανάπτυξη αντιπροσωπεύεται από ένα πολιτικό σύστημα χαμηλής ποιότητας και αυτό το πολιτικό σύστημα με τη σειρά του μπλοκάρει την οικονομική ανάπτυξη. Ένας φαύλος κύκλος που δεν θέλουμε να τον αντιμετωπίσουμε, απλώς μεταφέρουμε το κόστος του λογαριασμού συνεχώς προς τους νεότερους που θα παραλάβουν τη χρεοκοπία.

Τα κόμματα της δημαγωγίας λένε ότι φταίει η «πλουτοκρατία», τα μέσα ενημέρωσης του λαϊκισμού ότι φταίνε οι «νεοφιλελεύθερες οδηγίες του ανάλγητου Αλμούνια». Ακούγονται ευχάριστα γιατί είναι βολικά. Σ’ αυτή τη χώρα θέλουμε να πιστεύουμε ότι όλοι μπορούμε να γινόμαστε δημόσιοι υπάλληλοι, να μας πληρώνει το κράτος κι αν όχι, τουλάχιστον να επιδοτεί τα αγροτικά προϊόντα μας, να παίρνουμε πρόωρες συντάξεις, να μας διασφαλίζει τον κατώτατο μισθό στα 1.500 καθαρά με υπουργική απόφαση και να «απαγορεύει» τις απολύσεις. Να εξασφαλίζει «μόνιμη δουλειά» στους φοιτητές που σπουδάζουν σε σχολές όπου «δεν είναι συνδεδεμένη η γνώση με την παραγωγή». Θέλουμε δηλαδή μια δικιά μας επινόηση του συχωρεμένου του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά με την απαίτηση να μη ζούμε όπως ζούσαν στην Αλβανία, να ζούμε όπως ζουν στο Μαϊάμι. Πώς διάολο μπορεί να γίνει αυτό το θαύμα;

Πώς αλήθεια πιστέψαμε ότι σ’ αυτή τη χώρα, μ’ αυτό το επίπεδο παραγωγής, μπορούμε να ζούμε όπως ζούμε; Πώς πιστέψαμε ότι δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι σε ψιλικατζίδικα των 20 τετραγωνικών –γιατί σε ψιλικατζίδικα δουλεύουμε όλοι– μπορούμε να έχουμε κατά 90% ιδιόκτητο σπίτι, κατά 60% εξοχικό, δυο αυτοκίνητα η κάθε οικογένεια και 4 κινητά; Πώς πιστέψαμε ότι μπορούμε να διασκεδάζουμε κάθε βράδυ έξω, όταν σε χώρες που έχουν 100 φορές τη δικιά μας οικονομική ανάπτυξη, όπως η Γαλλία, οι άνθρωποι βγαίνουν μια φορά το μήνα για φαγητό και το θεωρούνε έξοδο; Γιατί μια χώρα με την ίδια περίπου οικονομική ανάπτυξη με τη δικιά μας, όπως η Πορτογαλία, μας φαίνεται φτωχική και γκρίζα; Είμαστε μάγκες εμείς, έχουμε ανακαλύψει τη μαγική συνταγή;

Παράγουμε τα παγκοσμίου φήμης προϊόντα, δουλεύουμε στους κολοσσούς που προμηθεύουν όλο τον πλανήτη, στις τεράστιες χρηματοπιστωτικές έστω φίρμες που κατηγορούμε αυτό τον καιρό, στις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας, είμαστε εργαζόμενοι υψηλών ικανοτήτων και εκπαίδευσης σε τεχνολογία αιχμής; Ξέρει κανέναν από μας σε οποιονδήποτε τομέα, την τέχνη, τον πολιτισμό, τη διασκέδαση, κάποιος εκτός από τη μάνα του;

Πώς τα καταφέρναμε μέχρι τώρα; Για τρεις λόγους. Επί 30 χρόνια παίρνουμε πακτωλό χρημάτων από την ευρωπαϊκή κοινότητα για να εκσυγχρονίσουμε την οικονομία μας κι εμείς τα χρησιμοποιήσαμε στην κατανάλωση. Γίναμε ιδιοκτήτες πανάκριβης γης, καταπατώντας τη δημόσια περιουσία με τη βιομηχανία των αυθαιρέτων. Και χρησιμοποιήσαμε τον πλούτο της κοινωνίας, το κρατικό χρήμα, όχι σε επενδύσεις στο περιβάλλον, σε κοινωνικές δαπάνες, στη βελτίωση της καθημερινότητας, στις πόλεις μας, αλλά ως «αμοιβή», ως λάφυρο. Και τώρα που αυτά τελείωσαν, που δεν έχει μείνει τίποτα πια, ούτε επιδοτήσεις ούτε δημόσια περιουσία από το χρεοκοπημένο κράτος, ερχόμαστε μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα. Χρειάζεται ένα νέο σχέδιο πορείας. Μόνο που αυτό δεν είναι ο ριζοσπαστισμός των βολεμένων της προηγούμενης περιόδου που αγωνίζονται μάταια να μην αλλάξει τίποτα. Αλλά η δημιουργικότητα των νεότερων, αυτών που θίγονται πιο πολύ και δεν έχουν να χάσουν τίποτα αν προσπαθήσουν.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ