Κοινωνια

Η σκοτεινή υπόθεση του Θανάση Νάσιουτζικ: Έγκλημα στο Κολωνάκι

97 χτυπήματα με σφυρί, μια δολοφονία που ξεπέρασε τα όρια της λογικής

28058828_10215807199198740_8716476474297011906_n.jpg
Μιμή Φιλιππίδη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Υπόθεση Θανάση Νάσιουτζικ

Έγκλημα στο Κολωνάκι: Ο Θανάσης Νάσιουτζικ και η δολοφονία του Θανάση Διαμαντόπουλου - Η υπόθεση που δίχασε τη Δικαιοσύνη

Η δολοφονία του 73χρονου λογοτέχνη και εμπόρου Θανάση Διαμαντόπουλου στις 24 Σεπτεμβρίου 1984 συγκαταλέγεται στα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα που συγκλόνισαν την πνευματική και κοινωνική ζωή της Αθήνα του 20ού αιώνα. Το έγκλημα, που διαπράχθηκε μέσα στο ίδιο του το διαμέρισμα στο Κολωνάκι, έφερε στο φως ένα σκοτεινό πλέγμα προσωπικών εμμονών, ψυχολογικών εντάσεων και δικαστικών παραδοξοτήτων, με δράστη τον Θανάσης (Αθανάσιο) Νασιούτζικ, μια προσωπικότητα που έμελλε να απασχολήσει επί χρόνια τα δικαστήρια και τον Τύπο.

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους για τη μεθοδικότητα, την εργατικότητα και τη διακριτική του παρουσία, υπηρετούσε ως γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών σε μια περίοδο έντονων ιδεολογικών ζυμώσεων. Η θέση του, αν και διοικητική, τον έφερνε σε επαφή με σημαντικές μορφές των γραμμάτων και τον καθιστούσε πρόσωπο-κλειδί στη λειτουργία του σωματείου. Δεν ήταν δημόσιο πρόσωπο με την έννοια της ευρείας αναγνωρισιμότητας, αλλά στον χώρο του ήταν ιδιαίτερα σεβαστός. Η ζωή του φαινόταν τακτοποιημένη. Κατοικούσε μόνος του σε διαμέρισμα στο Κολωνάκι, στην οδό Διδότου, και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι πίσω από την ήρεμη πρόσοψη του κτιρίου θα διαδραματιζόταν ένα από τα πιο βίαια εγκλήματα της εποχής.

Το έγκλημα αποκαλύφθηκε όταν ο Διαμαντόπουλος δεν εμφανίστηκε σε προγραμματισμένη συνεδρίαση και συνεργάτες του ανησύχησαν. Η είσοδος στο διαμέρισμα αποκάλυψε ένα φρικιαστικό θέαμα: το σώμα του βρέθηκε κατακρεουργημένο, φέροντας 97 χτυπήματα με σφυρί. Η αγριότητα της πράξης προκάλεσε σοκ ακόμη και σε έμπειρους αστυνομικούς. Η ιατροδικαστική έκθεση έκανε λόγο για επανειλημμένα πλήγματα στο κεφάλι και στο άνω μέρος του σώματος, γεγονός που υποδήλωνε όχι μόνο πρόθεση θανάτωσης αλλά και ακραία συναισθηματική φόρτιση. Δεν επρόκειτο για έγκλημα με κίνητρο τη ληστεία, αφού το διαμέρισμα δεν ήταν αναστατωμένο και δεν διαπιστώθηκε αφαίρεση σημαντικών αντικειμένων. Το σφυρί, που βρέθηκε στον χώρο, θεωρήθηκε το όργανο του εγκλήματος. Η ταυτότητα του δολοφόνου άγνωστη.

Υπόθεση Θανάση Νάσιουτζικ

Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρχαν, μόνο αυτήκοες.

Η δημοσιογράφος Βένια Γονατοπούλου, που έμενε σε διαμέρισμα κάτω από αυτό του Θανάση Διαμαντόπουλου, ισχυριζόταν πως ξύπνησε από τον θόρυβο έντονης λογομαχίας, μέσα από την οποία διέκρινε μία φωνή να παρακαλάει «μη, Θανάση, έλεος!…», όπως κατέθεσε αργότερα. Τις πρώτες μέρες μετά τη δολοφονία η Αστυνομία μάταια αναζητούσε κάποιον ύποπτο στις τάξεις του υποκόσμου. Οι έρευνες στράφηκαν σύντομα στον Θανάση Νάσιουτζικ, ένα πρόσωπο που διατηρούσε επαφές με τον κύκλο του θύματος και φερόταν να έχει προσωπικές διαφορές μαζί του. Ο Θανάσης Νάσιουτζικ περιγραφόταν από όσους τον γνώριζαν ως ιδιόρρυθμος, εσωστρεφής και με έντονη εσωτερική ένταση. Ορισμένοι μιλούσαν για εμμονές και παθολογική καχυποψία. Τα στοιχεία που οδήγησαν στη σύλληψή του περιλάμβαναν μαρτυρίες για προηγούμενους διαπληκτισμούς, καθώς και ενδείξεις παρουσίας του κοντά στο διαμέρισμα τη μοιραία νύχτα. Η αστυνομία κινήθηκε γρήγορα, και ο Νάσιουτζικ συνελήφθη, αρνούμενος αρχικά κάθε εμπλοκή.

Κατά την ανάκριση, η στάση του υπήρξε αντιφατική. Άλλοτε αρνιόταν, άλλοτε άφηνε υπαινιγμούς για «ηθική δικαίωση» της πράξης. Σε μεταγενέστερο στάδιο φέρεται να ομολόγησε, περιγράφοντας το έγκλημα με ανατριχιαστική ψυχρότητα, για να ανακαλέσει αργότερα, επικαλούμενος ψυχολογική πίεση. Το ζήτημα της ψυχικής του κατάστασης τέθηκε στο επίκεντρο. Ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες παρουσίαζαν αντικρουόμενα συμπεράσματα: ορισμένοι ειδικοί έκαναν λόγο για διαταραγμένη προσωπικότητα με παρορμητικά ξεσπάσματα, άλλοι υποστήριζαν ότι είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του.

Η πρώτη δίκη συγκέντρωσε τεράστιο ενδιαφέρον. Τα πρόσωπα που ανέλαβαν τους βασικούς ρόλους στη δικαστική αντιπαράθεση ήταν ιδιαίτερα γνωστά στον νομικό και πολιτικό χώρο της εποχής. Συνήγορος του Θανάση Νάσιουτζικ στην πρώτη δίκη ήταν ο διακεκριμένος ποινικολόγος Ιωάννης Μαγκάκης. Η υπερασπιστική του γραμμή επικεντρώθηκε κυρίως στο ζήτημα της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου, επιδιώκοντας την αναγνώριση μειωμένου ή και ανύπαρκτου καταλογισμού.

Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για την εξέλιξη της διαδικασίας και συνέβαλε στη νομική περιπλοκότητα της υπόθεσης. Την πολιτική αγωγή εκπροσώπησε ο Ηλίας Ηλιού, ο οποίος ανέλαβε να υποστηρίξει την κατηγορία εκ μέρους της οικογένειας του θύματος. Η αγόρευσή του υπήρξε ιδιαίτερα έντονη και επικεντρώθηκε στην αγριότητα της πράξης, τα 97 χτυπήματα με σφυρί, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η επαναληπτικότητα και η σφοδρότητα της επίθεσης μαρτυρούσαν πλήρη επίγνωση και πρόθεση. Η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο τόσο ισχυρές νομικές προσωπικότητες προσέδωσε στη δίκη χαρακτήρα ευρύτερης θεσμικής και ιδεολογικής αναμέτρησης, γεγονός που εξηγεί και το τεράστιο ενδιαφέρον που συγκέντρωσε η υπόθεση στον Τύπο και την κοινή γνώμη της εποχής.

Υπόθεση Θανάση Νάσιουτζικ

Στην κατάθεση της η δημοσιογράφος Βένιας Γονατοπούλου ανέφερε ότι άκουσε έντονη φασαρία, φωνές και θορύβους από το διαμέρισμα του επάνω ορόφου. Αρχικά θεώρησε πως επρόκειτο για έντονο καβγά, ωστόσο η διάρκεια και η ένταση των ήχων την ανησύχησαν. Όταν επικράτησε απότομη σιωπή, θεώρησε ότι ενδέχεται να είχε συμβεί κάτι σοβαρό. Τότε κάλεσε την Άμεση Δράση, δίνοντας τη διεύθυνση (Διδότου 3) και ζητώντας άμεση παρέμβαση. Η κατάθεσή της θεωρήθηκε κρίσιμη, καθώς προσδιόριζε με σχετική ακρίβεια τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος και επιβεβαίωνε ότι υπήρξε έντονη αντιπαράθεση πριν από τη δολοφονία.

Η αγριότητα των 97 χτυπημάτων είχε ήδη δημιουργήσει μια εικόνα «τέρατος» στη συλλογική φαντασία. Ωστόσο, η υπεράσπιση οικοδόμησε στρατηγική πάνω στην αμφισβήτηση της ψυχικής ικανότητας του κατηγορουμένου. Η διαδικασία σημαδεύτηκε από εντάσεις, αντεγκλήσεις και νομικά τεχνάσματα. Σε μια εξέλιξη που προκάλεσε σάλο, το δικαστήριο δεν κατέληξε σε οριστική καταδίκη με τον τρόπο που πολλοί ανέμεναν. Οι αλλεπάλληλες διαδικαστικές εμπλοκές και οι ερμηνείες περί μειωμένου καταλογισμού δημιούργησαν την εντύπωση μιας υπόθεσης που «γλιστρούσε» μέσα από τα χέρια της Δικαιοσύνης.

Στις επόμενες δικαστικές φάσεις (εφέσεις και νέες δίκες), όταν η υπόθεση είχε ήδη λάβει τεράστια δημοσιότητα και είχε μετατραπεί σε μία από τις πιο συζητημένες ποινικές υποθέσεις της εποχής, ενεπλάκη ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Η υπερασπιστική γραμμή συνέχισε να στηρίζεται έντονα στο ζήτημα της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου, με στόχο την αναγνώριση μειωμένου καταλογισμού ή την αποτροπή βαριάς ποινής. Σε μεταγενέστερη φάση, αποφάσεις που ερμηνεύθηκαν από μερίδα της κοινής γνώμης ως αθωωτικές ή επιεικείς ενίσχυσαν την αγανάκτηση. Το όνομα του Νάσιουτζικ έγινε συνώνυμο όχι μόνο της φρίκης αλλά και της δικαστικής ασάφειας.

Εκμεταλλευόμενος νομικά κενά και ευνοϊκές συνθήκες, ο Θανάσης Νάσιουτζικ κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα και να καταφύγει στο Παρίσι. Η φυγή του θεωρήθηκε πρόκληση. Ο Τύπος μιλούσε για «σκάνδαλο» και για ανεπάρκεια των αρχών να διασφαλίσουν την παρουσία του μέχρι την τελεσιδικία. Στη γαλλική πρωτεύουσα έζησε για ένα διάστημα σχετικά διακριτικά, επιχειρώντας να απομακρυνθεί από τη δημοσιότητα που τον ακολουθούσε. Ωστόσο, το παρελθόν του δεν μπορούσε να παραμείνει κρυφό. Οι ελληνικές αρχές κινήθηκαν για την επιστροφή του, ενώ η υπόθεση συνέχισε να απασχολεί τη διεθνή επικαιρότητα. Τελικά, έπειτα από διπλωματικές και δικαστικές ενέργειες, ο Νάσιουτζικ οδηγήθηκε στη φυλακή. Η τελική του καταδίκη, έστω και καθυστερημένα, θεωρήθηκε από πολλούς μια μορφή δικαίωσης για το θύμα και τον κόσμο των γραμμάτων που είχε πληγεί.

Η φυλάκισή του δεν έσβησε τα ερωτήματα που είχαν ήδη τεθεί: Πώς ήταν δυνατόν ένα τόσο ειδεχθές έγκλημα να περάσει μέσα από τόσες δικονομικές περιπέτειες; Πόσο επηρέασε η κοινωνική θέση των εμπλεκομένων την εξέλιξη της υπόθεσης; Και κυρίως, τι οδήγησε έναν άνθρωπο σε τέτοιο παραλήρημα βίας; Ο Θανάσης Νάσιουτζικ καταδικάστηκε από το Εφετείο σε 15 χρόνια κάθειρξη το 1993. Αποφυλακίστηκε το 1995, καθώς έκανε χρήση των ευνοϊκών διατάξεων για τους ηλικιωμένους καταδικασθέντες. Απεβίωσε στις 17 Φεβρουαρίου 2005. Με τη σύζυγό του, τη μεταφράστρια και συγγραφέα Ζωή Νάσιουτζικ, απέκτησαν δυο κόρες: την Αρετή και τη συγγραφέα Παυλίνα Νάσιουτζικ (μητέρα του Νίκου Ρωμανού που συνελήφθη το Φεβρουάριο του 2013 και καταδικάστηκε για απόπειρα ένοπλης ληστείας).

Η δολοφονία του Θανάση Διαμαντόπουλου άφησε βαθύ αποτύπωμα. Στον χώρο της λογοτεχνίας, λειτούργησε ως τραυματική υπενθύμιση ότι ακόμη και οι πιο «ήσυχοι» κύκλοι δεν είναι άτρωτοι στη βία. Στην κοινωνία γενικότερα, ανέδειξε ζητήματα ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, δικαστικής ευθύνης και δημόσιας ηθικής. Η υπόθεση μελετήθηκε αργότερα από νομικούς και εγκληματολόγους ως παράδειγμα σύνθετης διαπλοκής μεταξύ ψυχικής υγείας και ποινικού δικαίου. Το στοιχείο των 97 χτυπημάτων έμεινε χαραγμένο στη συλλογική μνήμη ως σύμβολο ακραίας μανίας, μια πράξη που ξεπερνούσε τη λογική της απλής ανθρωποκτονίας.

Παρά το πέρασμα των ετών, η δολοφονία του Θανάση Διαμαντόπουλου παραμένει ένα από τα πιο συγκλονιστικά εγκλήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, μια σκοτεινή σελίδα που συνδέει τον κόσμο των γραμμάτων με την ωμή βία, τη δικαστική αβεβαιότητα και την ανθρώπινη τραγωδία.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Deep Thought | Κυριάκος Αθανασιάδης - Σαπφώ Καρδιακού
Podcast Deep Thought | Δίαιτες, κουμπιά, παγάκια, και δέντρα που πέφτουν

Ένα podcast που δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, γιατί το θέμα του το διαμορφώνουν κάθε φορά οι ακροατές του, στέλνοντας τις (επί παντός επιστητού) ερωτήσεις τους στους συντελεστές

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY