Ελλαδα

Μνημοκέρε: Τι είναι αυτό το ωραίο έθιμο των Ποντίων;

Είναι ιδιαίτερη η σχέση που έχουμε εμείς οι Πόντιοι με τον θάνατο. Τον κοιτάμε στα μάτια

Δημήτρης Παπαδόπουλος
Δημήτρης Παπαδόπουλος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μνημοκέρε - Έθιμο των Ποντίων

Μνημοκέρε λένε οι Πόντιοι το έθιμο να ανάβουν κεριά εις μνήμη κάθε νεκρού την παραμονή των Φώτων στο σπίτι τους για να τους τιμήσουν με αυτό τον τρόπο.

Τον αδερφό μου τον λένε Ιορδάνη. Τον παππού μου τον έλεγαν Ιορδάνη. Όπως τον ποταμό, τον οποίο και τιμούν οι Πόντιοι, ειδικά τα Φώτα. Παραμονή των Φώτων οι οικογένειες των Ποντίων μαζεύονται στο σπίτι, σβήνουν τα φώτα κι από το καντήλι ανάβουν κεριά, τα οποία στερεώνουν μέσα σ’ ένα ταψί. Το σιτάρι κρατάει τα κεριά ορθά: ένα για κάθε εκλιπόντα.

Πόσοι έφυγαν τη χρονιά που μας πέρασε; Άνθρωποι που γνωρίζαμε, άνθρωποι που η ιστορία τους μας άγγιξε για κάποιον λόγο. Άνθρωποι που έφυγαν άδικα ή πολύ νωρίς, άλλοι που γιόρτασαν μια ζωή χορτάτη. Ένα κερί για τον καθένα. Σ’ αυτήν την ιδιότυπη γιορτή, όλοι είναι ίσοι.

Είναι ιδιαίτερη η σχέση που έχουμε οι Πόντιοι με τον θάνατο. Τον κοιτάμε στα μάτια. Την Κυριακή του Θωμά, τα νεκροταφεία γεμίζουν κόσμο και φαγιά: πάνω στους τάφους, στήνονται γιορτές για την τιμή της μνήμης εκείνων που έφυγαν. «Σα ταφία» τσουγκρίζουμε αυγά, μοιραζόμαστε ιστορίες και μικραίνουμε την απόσταση ανάμεσα στην αδιάσειστη απώλεια και τη γλύκα της θύμησης.

Μνημοκέρε - Έθιμο των Ποντίων

Κάθε παραμονή, στα ενήλικά μου χρόνια, θα με πάρει η μάνα μου για να με ρωτήσει αν έχω για κάποιον να ανάψω κερί. Δεν έχουν αρνηθεί ποτέ κανέναν: μπορεί να είναι η Φώφη Γεννηματά, ο Βέρτζιλ Αμπλό ή εκείνος ο καημένος που έμενε δίπλα μου όταν ήμουν φοιτητής στην Αλεξάνδρας. Στο μνημοκέρε χωράνε όλοι.

Το θυμάμαι από παιδί στο σπίτι της γιαγιάς μου Άρτεμις και στης Μαργαρίτας. Ξεκινούσαν από τους παππούδες και τις γιαγιάδες και με κυκλωτικό ρυθμό έλεγαν ονόματα, καλούσαν νεκρούς, άναβαν κερί. Θυμούνταν μια ιστορία, που μπορεί να έφερνε δάκρυα ή χαμόγελα: η λήθη είναι το λίπασμα του θανάτου, όλοι το ξέρουν αυτό.

«Πάππων προς πάππων και γονέων προς γονέων». Έτσι κλείνει η γιορτή των κεριών. Πάντα άναβαν στο τέλος κι ένα κερί για εκείνον τον άγνωστο ή την άγνωστη που δεν έχει κάποιος να τους ανάψει κερί. Να τους συγχωρέσει ο Θεός, να τους συγχωρέσουμε κι εμείς. Να συγχωρήσουμε κι ο ένας τον άλλο αφού το έθιμο αυτό ήταν και μια ευκαιρία να τα βρουν όσοι έχουν τσακωθεί: όλοι πρέπει να είναι παρόντες, άρα και να πουν και μια ευχή. «Θυμήθηκες τον κεμεντζετζή, τον χαψία, τον Tζάνγκο». Θυμήθηκα. Εσείς;

Μνημοκέρε - Έθιμο των Ποντίων

Κάθε παραμονή Φώτων ο πατέρας μου αγοράζει 50 κεριά. Σβήνουν τα φώτα. Αρχίζουν να ανάβουν τα κεριά. Στον κοχλία των κεριών φωτίζονται οι μνήμες. Γύρω, η μάνα μου Μαρίνα, ο αδερφός μου, η γυναίκα του, η θεία μου Τασία, τα ανίψια μου. Όταν ανάψουν όλα τα κεριά, η ομήγυρη σιωπά και βουτά ο καθένας στις δικές του σκέψεις. Μέχρι να λιώσουν τα κεριά.

Τα παλιά τα χρόνια, το στρωμένο τραπέζι πάνω στο οποίο άναβαν τα κεριά, δεν μαζευόταν παρά έμενε εκεί μέχρι το πρωί. Το σιτάρι δεν γινόταν ψωμί, το πετούσαν στις κότες. Στα χρόνια που ήμουν εγώ παιδί ζούσα τη θλίψη της αντίστροφης μέτρησης για το σχολείο. Σήμερα χαίρομαι για τα κεριά που δεν ανάβουμε φέτος, για εκείνους που είναι ακόμη εδώ. Γέρε χρόνε, φύγε τώρα.

Μνημοκέρε - Έθιμο των Ποντίων

ΠΡΟΣΦΑΤΑ