Κοσμος

Πλάτωνας και Χάνα Άρεντ: Τι θα έλεγαν οι δυο φιλόσοφοι για τη σημερινή δημοκρατία

Η κρίση της αλήθειας, η δημαγωγία, ο δημόσιος χώρος και το νόημα της πολιτικής ελευθερίας μέσα από δύο κορυφαίες φιλοσοφικές ματιές.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αν ρωτούσαμε τον Πλάτωνα και τη Χάνα Άρεντ, τι θα έλεγαν για τη δημοκρατία σήμερα;

Την άνοιξη του 399 π.Χ., η αθηναϊκή δημοκρατία πήρε μια νόμιμη απόφαση και καταδίκασε τον Σωκράτη σε θάνατο. Οι συμπολίτες του τον έκριναν ένοχο και εκείνος ήπιε το κώνειο σύμφωνα με τους νόμους της πόλης. Ο δάσκαλος του Πλάτωνα δεν είχε πέσει από το χέρι ενός τυράννου. Είχε καταδικαστεί με ψήφο. Η αντίφαση αυτή θα βάραινε έκτοτε την πολιτική σκέψη του Πλάτωνα. Η βούληση των πολλών είχε αποδειχθεί στα μάτια του ανεπαρκής εγγύηση δικαιοσύνης.

Η βούληση των πολλών έπαψε από τότε να αποτελεί για τον Πλάτωνα εγγύηση δικαιοσύνης. Μια πόλη μπορούσε να αποφασίζει νόμιμα και να σφάλλει ολέθρια. Η ψήφος μετρούσε τους πολίτες, δεν ζύγιζε τη γνώση τους. Κι ένας λαός που είχε το δικαίωμα να κυβερνά, μπορούσε να παραδώσει την κρίση του στον φόβο, στην κολακεία ή στην ευγλωττία εκείνου που γνώριζε καλύτερα πώς να τον παρασύρει.

Στην «Πολιτεία», ο Πλάτων δεν περιγράφει τη δημοκρατία σαν ψυχρός μελετητής των πολιτευμάτων. Τη μετατρέπει σε άνθρωπο. Ο δημοκρατικός άνθρωπος ζει παραχωρώντας κάθε φορά την εξουσία σε μια διαφορετική επιθυμία. Τη μία μέρα γυμνάζεται, την άλλη φιλοσοφεί, ύστερα ασχολείται με την πολιτική, παραδίδεται στην απόλαυση ή εγκαταλείπει κάθε σχέδιο. Καμία επιθυμία δεν δέχεται να θεωρηθεί κατώτερη από κάποιαν άλλη· όλες περιμένουν τη σειρά τους στο τιμόνι.

Προτομή του Πλάτωνα © Wikimedia Commons

Η ζωή του διαθέτει ποικιλία, γοητεία και αμέτρητες δυνατότητες, αλλά της λείπει ένα κέντρο. Η δημοκρατική πόλη είναι, για τον Πλάτωνα, αυτός ο άνθρωπος σε μεγέθυνση: πολύχρωμη, αρκετά ευρύχωρη ώστε να φιλοξενεί κάθε τρόπο ζωής και αρκετά επιεικής ώστε να προσφέρει σε όλους την εντύπωση πως η δική τους επιθυμία δικαιούται να γίνει νόμος.

Εδώ ακριβώς άρχιζε η δυσπιστία του. Η ισότητα των πολιτών κινδύνευε να μετατραπεί σε εξίσωση όλων των πραγμάτων: της γνώσης με τη γνώμη, της ανάγκης με την επιθυμία, της ελευθερίας με την αυθαιρεσία. Κάθε περιορισμός φαινόταν ύποπτος, κάθε πειθαρχία καταπιεστική και κάθε απαίτηση μέτρου μια αδικαιολόγητη προσβολή απέναντι στο άτομο.

Η διαδρομή προς την τυραννία, στη σκέψη του Πλάτωνα, αρχίζει μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα. Η πόλη κουράζεται κάποτε από την αταξία που ονόμαζε ελευθερία και αναζητεί κάποιον ικανό να την απαλλάξει από τις συνέπειές της. Ο δημαγωγός εμφανίζεται ως προστάτης του λαού. Υπόσχεται να επαναφέρει την τάξη, να τιμωρήσει τους εχθρούς και να επιστρέψει στον λαό την εξουσία που, όπως ισχυρίζεται, του έκλεψαν.

Η Χάνα Άρεντ γνώρισε στον εικοστό αιώνα την κατάληξη αυτής της διαδρομής. Είδε την προπαγάνδα να κατασκευάζει πραγματικότητες, τη μοναξιά να μετατρέπει τους ανθρώπους σε μάζες και τον ολοκληρωτισμό να συντρίβει κάθε αυθόρμητη ανθρώπινη πρωτοβουλία. Θα αναγνώριζε, επομένως, τη δύναμη της πλατωνικής προειδοποίησης. Θα αμφισβητούσε όμως τη θεραπεία της.

Χάνα Άρεντ © Mondadori via Getty Images

Ο Πλάτων φοβόταν την πόλη που παραχωρεί ίσο κύρος σε κάθε επιθυμία και κάθε γνώμη. Η Άρεντ έβλεπε στην ανθρώπινη πολλαπλότητα την ίδια την προϋπόθεση της πολιτικής. Οι άνθρωποι μπορούν να μιλούν και να ενεργούν μαζί επειδή είναι συγχρόνως ίσοι και διαφορετικοί. Αρκετά όμοιοι ώστε να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον και αρκετά διαφορετικοί ώστε κανείς να μην μπορεί να αντικαταστήσει την παρουσία και την οπτική κάποιου άλλου. Μια πόλη όπου όλοι σκέφτονται το ίδιο δεν έχει πλέον ανάγκη την πολιτική. Της αρκεί η διοίκηση  ή ένας στρατώνας.

Η ελευθερία, για την Άρεντ, δεν αποτελούσε ιδιωτική περιουσία του ανθρώπου ούτε μετριόταν από τον αριθμό των επιλογών του. Αποκτούσε υπόσταση όταν οι άνθρωποι εμφανίζονταν ο ένας μπροστά στον άλλον, μιλούσαν, διαφωνούσαν και αναλάμβαναν μια κοινή πρωτοβουλία. Ελεύθερος ήταν εκείνος που μπορούσε να αρχίσει κάτι καινούργιο μέσα στον κόσμο, γνωρίζοντας ότι η εξέλιξή του θα εξαρτιόταν και από ανθρώπους τους οποίους δεν μπορούσε να ελέγξει.

Ο Πλάτων φοβήθηκε την πόλη τη στιγμή που κρίνει λανθασμένα. Η Άρεντ φοβήθηκε περισσότερο μια πόλη όπου η κρίση έχει πάψει να ασκείται δημόσια. Ο Πλάτων ρωτούσε ποιος γνωρίζει αρκετά ώστε να κυβερνήσει. Η Άρεντ ποιοι είναι ακόμη πρόθυμοι να εμφανιστούν στον δημόσιο χώρο, να πείσουν και να πειστούν, να δράσουν και να αναλάβουν τις συνέπειες της δράσης τους

Η σημερινή δημοκρατία μοιάζει να δικαιώνει και τις δύο ανησυχίες. Ποτέ δεν εκφέρονταν τόσες γνώμες δημόσια και ποτέ η έννοια του κοινού κόσμου δεν έμοιαζε τόσο εύθραυστη. Ο δημόσιος χώρος, αντί να συγκεντρώνει τους πολίτες, τους κατανέμει σε εκατομμύρια ιδιωτικές ροές, καθεμιά από τις οποίες προσφέρει τη δική της εκδοχή της πραγματικότητας Όλοι εμφανίζονται μπροστά σε κάποιο κοινό, ελάχιστοι όμως στέκονται μπροστά στον ίδιο κόσμο. Ζούμε ταυτόχρονα, όχι απαραιτήτως μαζί.

Ο Πλάτων θα αναγνώριζε μια κοινωνία όπου κάθε γνώμη απαιτεί την ίδια αυθεντία, ανεξάρτητα από τη γνώση, την ευθύνη ή την αλήθεια της. Η Άρεντ θα παρατηρούσε κάτι διαφορετικό και εξίσου ανησυχητικό: η πληθώρα των δημόσιων τοποθετήσεων δεν δημιουργεί από μόνη της δημόσιο βίο. Η αγανάκτηση μπορεί να εκφράζεται καθημερινά χωρίς ποτέ να συναντά τους άλλους, να δοκιμάζεται απέναντι στις αντιρρήσεις τους ή να μετατρέπεται σε κοινή πράξη.

Ο σύγχρονος πολίτης διαθέτει περισσότερες ιδιωτικές επιλογές και αισθάνεται ολοένα πιο ανίσχυρος απέναντι στις δημόσιες αποφάσεις. Μπορεί να επιλέξει, να απορρίψει, να αξιολογήσει και να αντικαταστήσει σχεδόν τα πάντα, ενώ αντιμετωπίζει την πολιτική σαν μια παράσταση που οργανώνουν άλλοι. Η ελευθερία του πολλαπλασιάζεται ως κατάλογος και συρρικνώνεται ως πράξη. Περιορίζεται συχνά στην επιλογή εκείνου που θα κυβερνήσει, στο χειροκρότημα, στην αποδοκιμασία ή στη στιγμιαία οργή μιας ανάρτησης.

Η Χάνα Άρεντ, πάντως, δεν θα υπερασπιζόταν την άποψη ότι όλες οι γνώμες είναι εξίσου αληθείς. Η πολλαπλότητα χρειάζεται έναν κοινό κόσμο θεμελιωμένο σε γεγονότα που καμία παράταξη δεν μπορεί να επινοεί κατά βούληση. Όταν διαλύεται αυτό το κοινό έδαφος, οι πολίτες παύουν ακόμη και να διαφωνούν. Μιλούν για διαφορετικές πραγματικότητες και κάθε συνομιλία μετατρέπεται σε δύο παράλληλους μονολόγους.

Εδώ ο Πλάτων θα την περίμενε. Καμία πόλη δεν αντέχει όταν το αληθές υποχωρεί μπροστά στο αρεστό. Η συμφωνία τους θα τελείωνε μόλις άρχιζε η αναζήτηση της λύσης. Ο Πλάτων θα εμπιστευόταν εκείνους που γνωρίζουν· η Άρεντ τον δημόσιο χώρο όπου οι πολίτες μαθαίνουν να κρίνουν και να βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια των άλλων.

Η κρίση της σημερινής δημοκρατίας έγκειται στη σύγχυση γύρω από το νόημα της ελευθερίας. Μετράμε την ελευθερία από το πλήθος των ατομικών μας επιλογών και έχουμε σχεδόν συμφιλιωθεί με την αδυναμία μας να επηρεάσουμε όσα αποφασίζονται για όλους.

Ο Πλάτων φοβόταν τον πολίτη που απαιτεί από την πόλη να υπηρετεί κάθε επιθυμία του. Η Άρεντ φοβόταν τον άνθρωπο που εγκαταλείπει την πόλη και αφήνει άλλους να αποφασίζουν γι’ αυτήν. Η σημερινή δημοκρατία συναντά και τους δύο, συχνά μέσα στον ίδιο πολίτη.

Δεν τη σώζει ούτε η περιφρόνηση του πλήθους ούτε η κολακεία του. Τη διατηρεί η δυσκολότερη μορφή ελευθερίας: να μοιραζόμαστε τον ίδιο κόσμο με ανθρώπους που δεν επιλέξαμε.